Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε σημαντικά βήματα στο πλαίσιο του σχεδίου REPowerEU, επιδιώκοντας την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας, τη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας και τη μετάβαση σε καθαρότερες πηγές ενέργειας. Παρά την πρόοδο, η ενεργειακή εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα παραμένει υψηλή, καθώς το 2024 πετρέλαιο και φυσικό αέριο εξακολουθούσαν να καλύπτουν το 76% του ενεργειακού μείγματος (53% και 23% αντίστοιχα). Ωστόσο, το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αυξήθηκε στο 20,2%, ενώ ο λιγνίτης περιορίστηκε στο 3,5%.

Κομβικό στοιχείο της στρατηγικής υπήρξε η ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας μέσω επενδύσεων σε υποδομές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Αν και η Ελλάδα δεν έχει ακόμη διακόψει πλήρως τις εισαγωγές ρωσικού αερίου, το 2025 δεν εισήγαγε καθόλου ρωσικό LNG, σε αντίθεση με το 2024. Η χώρα αύξησε σημαντικά τη δυναμικότητα εισαγωγών, με τον τερματικό σταθμό της Ρεβυθούσας να καλύπτει το 38% των συνολικών εισαγωγών φυσικού αερίου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν στον βασικό προμηθευτή LNG, καλύπτοντας το 86% των εισαγωγών.

Παράλληλα, η Ελλάδα ενίσχυσε τον ρόλο της ως ενεργειακός κόμβος στην ευρύτερη περιοχή, με τις εξαγωγές φυσικού αερίου σχεδόν να τριπλασιάζονται το 2025. Χαρακτηριστική είναι και η συμφωνία για μεταφορά αμερικανικού LNG προς την Ουκρανία μέσω του Κάθετου Διαδρόμου.

Στο πεδίο των τιμών, τα νοικοκυριά επωφελήθηκαν από σχετικά χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ το πρώτο εξάμηνο του 2025. Ωστόσο, το ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία αυξήθηκε, αντανακλώντας τις πιέσεις στη χονδρεμπορική αγορά.

Τέλος, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην εξοικονόμηση ενέργειας, με τη μείωση της κατανάλωσης στα νοικοκυριά κατά 8,9% από το 2019, κυρίως μέσω ενεργειακών αναβαθμίσεων κτιρίων. Οι επενδύσεις, που στηρίζονται και από ευρωπαϊκά κονδύλια ύψους άνω των 10 δισ. ευρώ για τον ενεργειακό τομέα, αναμένεται να επιταχύνουν περαιτέρω τη μετάβαση της χώρας σε ένα πιο βιώσιμο ενεργειακό μοντέλο.

Διαβάστε ακόμη