Θωρακισμένο εμφανίζεται το ηλεκτρικό σύστημα ενόψει του φετινού Πάσχα, αφού όπως διαμηνύουν από το ΥΠΕΝ το «κοκτέιλ» υψηλής παραγωγής από ΑΠΕ και χαμηλής ζήτησης δεν προκαλεί την ίδια ανησυχία με τα προηγούμενα έτη. «Έχουν ήδη ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση της ευστάθειας του συστήματος τις επόμενες ημέρες, κατά τις οποίες η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές αυξάνεται, ενώ η κατανάλωση υποχωρεί λόγω των εορτών. Σε αυτό το πλαίσιο, η διαχείριση της πλεονάζουσας ενέργειας αποτελεί κρίσιμο στοίχημα για την αποτροπή ενδεχόμενων διαταραχών», σημειώνουν χαρακτηριστικά πηγές.
Το τέμπο της επιχειρησιακής ετοιμότητας, έδωσε χθες το ΥΠΕΝ, αφού Μεγάλη Τετάρτη, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη με τη συμμετοχή των αρμόδιων φορέων, μεταξύ των οποίων ο ΑΔΜΗΕ, ο ΔΕΔΔΗΕ και η ΡΑΑΕΥ, με στόχο να «ακτινογραφηθεί» η επιχειρησιακή προετοιμασία για τις ημέρες χαμηλής κατανάλωσης. Σύμφωνα με πηγές, «η εικόνα εμφανίζεται πιο ελεγχόμενη σε σχέση με πέρυσι, καθώς οι Διαχειριστές διαθέτουν πλέον διευρυμένες δυνατότητες παρέμβασης στην παραγωγή ΑΠΕ μέσω ενισχυμένου τηλεχειρισμού, γεγονός που επιτρέπει την εφαρμογή πιο στοχευμένων και εκτεταμένων περικοπών όπου απαιτείται».
Σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά η ενίσχυση των εργαλείων ελέγχου του συστήματος, καθώς η δυνατότητα τηλεχειρισμού έχει πλέον διευρυνθεί σημαντικά και στο δίκτυο διανομής, επιτρέποντας στους Διαχειριστές να παρεμβαίνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια και ταχύτητα στην παραγωγή των μονάδων ΑΠΕ, ανάλογα με τις ανάγκες ισορροπίας του συστήματος.
Με βάση τις τρέχουσες εκτιμήσεις, οι μεγαλύτερες πιέσεις αναμένεται να καταγραφούν τη Μεγάλη Παρασκευή και την Κυριακή του Πάσχα, όταν ο συνδυασμός έντονης ηλιοφάνειας και χαμηλής ζήτησης αυξάνει την ανάγκη για περικοπές, οι οποίες ενδέχεται να προσεγγίσουν τα 3.000 MW. Αντίθετα, το Μεγάλο Σάββατο η εικόνα εμφανίζεται πιο ήπια, αφού η κατανάλωση είναι αυξημένη και λειτουργεί ως αντίβαρο, περιορίζοντας το εύρος των απαιτούμενων παρεμβάσεων.
Πάντως, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου έχει αναγνωρίσει ότι οι αυξημένες περικοπές παραγωγής επιβαρύνουν τους ιδιοκτήτες φωτοβολταϊκών. Όπως ανέφερε, «οφείλουμε να εξετάσουμε λύσεις», διευκρινίζοντας ωστόσο ότι οποιαδήποτε παρέμβαση θα πρέπει να σταθμίζει και την επίπτωση στον τελικό καταναλωτή. Με τον τρόπο αυτό, αποτυπώνεται το δίλημμα που αναδύεται στην παρούσα φάση: η ανάγκη στήριξης των παραγωγών από τη μία και η διατήρηση χαμηλού κόστους ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις από την άλλη.
Να σημειωθεί πως οι περικοπές «πράσινης» ενέργειας αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά ήδη από το 2026, φτάνοντας περίπου τις 3,3–3,7 TWh (μεσοσταθμικά 3,5 TWh), δηλαδή αυξημένες κατά περίπου 75% σε σχέση με το 2025, και να κορυφωθούν το 2029 κοντά στις 4 TWh, πριν υποχωρήσουν σταδιακά χωρίς ωστόσο να επιστρέψουν σε χαμηλά επίπεδα έως και το 2035. Το μεγαλύτερο βάρος θα συνεχίσουν να σηκώνουν τα φωτοβολταϊκά λόγω της συγκεντρωμένης παραγωγής τους σε συγκεκριμένες ώρες, ενώ, παρά τη σταδιακή ένταξη έργων αποθήκευσης από το 2026 και μετά, οι περικοπές παραμένουν υψηλές καθώς η αύξηση της παραγωγής ΑΠΕ υπερβαίνει την εξέλιξη της ζήτησης, η οποία εκτιμάται ότι θα παραμείνει σχετικά στάσιμη κοντά στις 50–51 TWh.
Ωστόσο, οι εκτιμήσεις της Baringa Partners σκιαγραφούν μια πιο συγκρατημένη εικόνα για την ένταση του φαινομένου, κάνοντας λόγο για υψηλά αλλά διαχειρίσιμα επίπεδα περικοπών το 2026 και σταδιακή αποκλιμάκωση από το 2027 και μετά, υπό την προϋπόθεση ότι θα επιταχυνθεί η ανάπτυξη της αποθήκευσης. Σε αυτό το πλαίσιο, καθίσταται σαφές ότι, παρότι υπάρχει σύγκλιση ως προς τη διατήρηση ισχυρών πιέσεων βραχυπρόθεσμα, η έκταση και η διάρκεια του προβλήματος θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τον ρυθμό ανάπτυξης των υποδομών αποθήκευσης και την ικανότητα του συστήματος να απορροφήσει την πλεονάζουσα παραγωγή.
Σύμφωνα με την Aurora Energy Research, η ισχύς των εμπορικών (merchant) συστημάτων αποθήκευσης αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά, αγγίζοντας έως και τα 3 GW μέχρι το 2030. Να σημειωθεί πως μόλις πριν λίγες ημέρες «μπήκαν στην πρίζα» οι πρώτες μπαταρίες στην Ελλάδα, αφού ξεκινά η δοκιμαστική λειτουργία των πρώτων standalone μπαταριών. Τα πρώτα έργα αποθήκευσης που αναμένεται να ενταχθούν στο ηλεκτρικό σύστημα, αρχικά σε δοκιμαστική λειτουργία είναι εκείνα που προέκυψαν από τις δύο πρώτες δημοπρασίες, καθώς διέθεταν μεγαλύτερο χρονικό περιθώριο ωρίμανσης και υλοποίησης. Το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο αντιστοιχεί σε συνολική ισχύ περίπου 700 MW και θα πρέπει να τεθεί σε λειτουργία έως τον Ιούνιο, προκειμένου να διασφαλιστεί η επενδυτική και λειτουργική ενίσχυση που προβλέπεται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Παράλληλα, μέσω της τρίτης δημοπρασίας έχουν επιλεγεί επιπλέον έργα standalone αποθήκευσης ισχύος 200 MW, για τα οποία αναμένεται να αναζητηθούν εναλλακτικά χρηματοδοτικά εργαλεία.
Ο Σταύρος Παπαθανασίου καθηγητής της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και επικεφαλής ομάδας έργου του ΥΠΕΝ για το πλαίσιο αποθήκευσης, περιέγραψε στο Power & Gas Forum μια αγορά που αντιμετωπίζει υπαρξιακά προβλήματα. Όπως είπε η αγορά των ΑΠΕ, και ιδιαίτερα τα φωτοβολταϊκά, αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα βιωσιμότητας λόγω των περικοπών παραγωγής και των αρνητικών τιμών, με άμεσες επιπτώσεις στα έσοδα και στην εξυπηρέτηση δανείων, ειδικά για μικρές και μεσαίες επενδύσεις. Επισήμανε ότι οι στρεβλώσεις αυτές θα συνεχίσουν να υφίστανται και απαιτείται μηχανισμός δίκαιης κατανομής των απωλειών, καθώς και εξέταση αποζημιώσεων για συγκεκριμένες περικοπές που σχετίζονται με το δίκτυο.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η ανάπτυξη νέων έργων δεν συνοδεύεται από επαρκή πρόοδο στην αποθήκευση, ενώ μεγάλα έργα όπως αντλησιοταμίευση και offshore καθυστερούν. Τόνισε επίσης ότι ο διαθέσιμος ηλεκτρικός χώρος είναι περιορισμένος και το υφιστάμενο μοντέλο πρόσβασης χρειάζεται αναθεώρηση, με κριτήρια που να συνδέονται με τη βιωσιμότητα των έργων, ενώ για τα υφιστάμενα έργα απαιτούνται μηχανισμοί μείωσης του ρίσκου μέσω στοχευμένων σχημάτων στήριξης.
Μόλις χθες η ΠΟΣΠΗΕΦ προειδοποίησε ότι η αγορά των φωτοβολταϊκών έχει εισέλθει σε φάση σοβαρής ανισορροπίας, με τους μικρομεσαίους παραγωγούς να υφίστανται δραματική απώλεια εσόδων λόγω των περικοπών παραγωγής και της αύξησης των ωρών μηδενικών και αρνητικών τιμών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, οι απώλειες για τα έργα με συμβάσεις ΣΕΔΠ υπερβαίνουν το 40% σε ετήσια βάση την περίοδο 2026–2031, επίπεδο που όπως τονίζεται καθιστά τις επενδύσεις μη βιώσιμες και οδηγεί σε κίνδυνο μαζικής χρεοκοπίας χιλιάδων μικρών παραγωγών. Το πρόβλημα αποδίδεται κυρίως στην ταχεία διείσδυση των ΑΠΕ χωρίς αντίστοιχη ανάπτυξη αποθήκευσης και χωρίς προσαρμογή του πλαισίου αποζημίωσης, με αποτέλεσμα η ίδια η επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης να δημιουργεί πλέον οικονομικές πιέσεις στην αγορά.
Στο πλαίσιο αυτό, ζητά άμεση δέσμη παρεμβάσεων από το ΥΠΕΝ, προκειμένου να αποτραπεί η κατάρρευση του κλάδου. Κεντρικό αίτημα αποτελεί η δημιουργία ενός έκτακτου μηχανισμού στήριξης, ύψους περίπου 212 εκατ. ευρώ ετησίως, με πόρους από το Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης. Παράλληλα, προτείνεται η παράταση των συμβάσεων ενίσχυσης κατά επτά έτη και η αλλαγή των κανόνων για τις μηδενικές και αρνητικές τιμές, με αύξηση των ωρών αποζημίωσης και δυνατότητα πληρωμής των μηδενικών τιμών, ώστε να αποκατασταθεί μια στοιχειώδης ισορροπία στο σύστημα έως ότου αναπτυχθεί επαρκής αποθηκευτική ικανότητα.
Διαβάστε ακόμη
