Το «πράσινο φως» στα αναθεωρημένα χρονοδιαγράμματα και τους αυξημένους προϋπολογισμούς των μεγάλων έργων του ΑΔΜΗΕ άναψε η ΡΑΑΕΥ, εγκρίνοντας το Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ) για την περίοδο 2025–2034. Η απόφαση επισφραγίζει την επικαιροποιημένη εκδοχή του επενδυτικού σχεδιασμού του Διαχειριστή, στην οποία τα κόστη και τα χρονοδιαγράμματα εμφανίζονται διαφοροποιημένα σε σχέση με την αρχική πρόταση που είχε τεθεί σε δημόσια διαβούλευση, κατόπιν μεταγενέστερης ενημέρωσης της Αρχής με νέα τεχνικοοικονομικά στοιχεία.
Η επικαιροποίηση των στοιχείων βασίστηκε σε εξελίξεις που μεσολάβησαν κατά την ωρίμανση των έργων, και οι οποίες σχετίζονται αφενός με καθυστερήσεις σε κρίσιμες αδειοδοτικές και τεχνικές διαδικασίες και αφετέρου με σημαντικές ανατιμήσεις στον εξοπλισμό και στις κατασκευαστικές εργασίες. Το αποτέλεσμα είναι μια συνολική αναθεώρηση προς τα πάνω των προϋπολογισμών, αλλά και μετατόπιση των χρονικών οριζόντων για σειρά έργων υψηλής προτεραιότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΑΔΜΗΕ προχώρησε σε επικαιροποιημένες εκτιμήσεις για τη διασύνδεση των νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου, με το συνολικό κόστος να ανέρχεται πλέον σε 1,425 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά περισσότερα από 200 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό. Η αύξηση του προϋπολογισμού αποδίδεται σε σειρά παραγόντων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η επικαιροποίηση του κόστους των υποβρύχιων γραμμών μεταφοράς, η διαφοροποίηση του σχεδιασμού που οδήγησε σε αύξηση του μήκους των υποβρύχιων και υπόγειων καλωδίων, καθώς και η αύξηση του κόστους των υποσταθμών. Το έργο αφορά τη διασύνδεση της Λήμνου, της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου και της Σκύρου με το ηπειρωτικό σύστημα.
Ως προς το χρονοδιάγραμμα, καταγράφεται μετατόπιση κατά ένα έτος, με τον νέο ορίζοντα ολοκλήρωσης να τοποθετείται στο δεύτερο εξάμηνο του 2030. Σύμφωνα με τα συμπληρωματικά στοιχεία του Διαχειριστή, η καθυστέρηση συνδέεται με την καθυστερημένη έκδοση της Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ), την αναθεώρηση της θέσης προσαιγιάλωσης σε νησί του έργου μετά την απόρριψη της αρχικής επιλογής από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, καθώς και την αναπροσαρμογή της όδευσης στη Θράκη, προκειμένου να αποφευχθούν επικαλύψεις με μελλοντικές ενεργειακές υποδομές. Η νέα όδευση απαίτησε εκ νέου τεχνική μελέτη και επικαιροποίηση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, καθώς και αλλαγές στον σχεδιασμό και τη διαστασιολόγηση του τοπικού υποσταθμού. Η ΡΑΑΕΥ έκανε δεκτή την τεκμηρίωση του Διαχειριστή και ενέκρινε τη μετατόπιση του χρονοδιαγράμματος.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και για τη διασύνδεση των Δωδεκανήσων, ο προϋπολογισμός αναθεωρείται στα 2,957 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά περίπου 931 εκατ. ευρώ σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη επιβάρυνση μεταξύ των έργων του προγράμματος. Η αύξηση του προϋπολογισμού αποδίδεται κυρίως στην άνοδο του κόστους για θαλάσσιες μελέτες, στην πόντιση και προστασία των υποβρύχιων καλωδίων, αλλά και στη διεθνή έλλειψη εξειδικευμένων πλοίων, τεχνολογικού εξοπλισμού και εξειδικευμένου προσωπικού. Παράλληλα, επιβαρυντικοί παράγοντες αποτελούν η αύξηση του κόστους των χερσαίων εργασιών, η άνοδος των τιμών των μετάλλων, ο πληθωρισμός, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και η ενίσχυση του κόστους ασφάλισης των έργων υποβρύχιων καλωδίων.
Σημαντική είναι και η επίδραση των επικαιροποιημένων μελετών εφαρμογής, οι οποίες οδηγούν σε αυξημένες απαιτήσεις για υποσταθμούς και σταθμούς μετατροπής. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η υποβρύχια διασύνδεση συνεχούς ρεύματος Κως – Κόρινθος, για την οποία η ΡΑΑΕΥ έχει ήδη εγκρίνει αναθεώρηση κόστους, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού. Η επιλογή αυτή συνδέεται με τον κίνδυνο νέων καθυστερήσεων σε περίπτωση ακύρωσης της διαδικασίας, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο καλωδιακό κύκλωμα αποτελεί βασική συνιστώσα του συνολικού έργου.
Ως προς το χρονοδιάγραμμα της διασύνδεσης των Δωδεκανήσων, καταγράφεται επίσης μετατόπιση κατά ένα έτος, με την ολοκλήρωση να τοποθετείται στο δεύτερο εξάμηνο του 2030. Εξαίρεση αποτελεί η καλωδιακή γραμμή Κόρινθος – Κως, η οποία προβλέπεται να ολοκληρωθεί νωρίτερα, στο πρώτο εξάμηνο του 2029, αν και και σε αυτή την περίπτωση καταγράφεται μικρή καθυστέρηση. Η καθυστέρηση αποδίδεται σε ζητήματα περιβαλλοντικής αδειοδότησης στις περιοχές της Κω και της Κορινθίας, καθώς και σε ανάγκη παραλλαγής της εναέριας γραμμής μεταφοράς στην Κορινθία, λόγω χωροθέτησης αρχαιολογικού χώρου και εγγύτητας με περιοχές ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Η ΡΑΑΕΥ ενέκρινε τις νέες εκτιμήσεις, κρίνοντας ότι αιτιολογούνται επαρκώς. Σημειώνεται ότι τόσο για τη διασύνδεση των Δωδεκανήσων όσο και για εκείνη του Βορείου Αιγαίου δεν εγκρίθηκε ο χαρακτηρισμός τους ως Έργων Μείζονος Σημασίας.
Στην περίπτωση της τέταρτης φάσης της διασύνδεσης των Κυκλάδων, το επικαιροποιημένο πρόγραμμα προβλέπει ολοκλήρωση το πρώτο εξάμηνο του 2026. Οι καθυστερήσεις εντοπίζονται κυρίως στην κατασκευή του υποσταθμού Θήρας, όπου καταγράφηκαν προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα, καθώς και ανάγκη τροποποίησης του σχεδιασμού των οδεύσεων και υπογειοποίησης τμημάτων των γραμμών. Σε επίπεδο υλοποίησης, για τις γραμμές Μήλου – Φολεγάνδρου και Φολεγάνδρου – Θήρας έχει ξεκινήσει η παραγωγή καλωδίων, ενώ για τις γραμμές Λαυρίου – Σερίφου και Σερίφου – Μήλου βρίσκονται σε εξέλιξη εργασίες πόντισης. Παράλληλα, οι νέοι υποσταθμοί σε Σέριφο, Μήλο και Φολέγανδρο αναμένεται να ολοκληρωθούν εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος.
Το κόστος του έργου αναθεωρείται στα 523,8 εκατ. ευρώ, αυξημένο σε σχέση με το προηγούμενο ΔΠΑ 2024–2033, με βασικούς παράγοντες τη διαφοροποίηση στο κόστος των υποβρύχιων και υπόγειων καλωδίων.
Στο διεθνές σκέλος, η δεύτερη ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Ιταλίας παρουσιάζει επίσης σημαντικές μεταβολές. Το κόστος που αναλογεί στην ελληνική πλευρά ανέρχεται πλέον σε 950,1 εκατ. ευρώ, ενώ ο χρόνος ολοκλήρωσης μετατίθεται στο δεύτερο εξάμηνο του 2033. Η αύξηση του κόστους αποδίδεται στην επικαιροποίηση των μελετών, στο αυξημένο κόστος κατασκευής των σταθμών μετατροπής σε Ελλάδα και Ιταλία, καθώς και στο κόστος των καλωδιακών συνδέσεων από τον υποσταθμό της Galatina έως τον νέο υποσταθμό στη Θεσπρωτία.
Η χρονική μετατόπιση του έργου συνδέεται με τη συμφωνία του ΑΔΜΗΕ με τον ιταλικό διαχειριστή και αποδίδεται κυρίως στη μετάθεση της έναρξης των διαγωνιστικών διαδικασιών για τον βασικό εξοπλισμό, ώστε να ενσωματωθούν τα αποτελέσματα των προκαταρκτικών γεωτεχνικών και βυθομετρικών μελετών στα τεύχη δημοπράτησης. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η διάρκεια των διεθνών διαγωνισμών, που απαιτούν μεγαλύτερους χρόνους προετοιμασίας και ολοκλήρωσης.
Συνολικά, το εγκεκριμένο ΔΠΑ 2025–2034 αποτυπώνει έναν αναθεωρημένο σχεδιασμό για το σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, με έμφαση στις μεγάλες διασυνδέσεις και με προσαρμογές που αφορούν τόσο το κόστος όσο και τον χρόνο υλοποίησης των έργων. Οι αλλαγές αυτές ενσωματώνουν τα νεότερα τεχνικά και οικονομικά δεδομένα που διαμορφώθηκαν κατά την εξέλιξη των έργων και αποτελούν τη βάση για τον προγραμματισμό της επόμενης δεκαετίας.
Παρά την έγκριση του προγράμματος, η ΡΑΑΕΥ επισημαίνει την ανάγκη περαιτέρω τεκμηρίωσης για συγκεκριμένα έργα και καλεί τον ΑΔΜΗΕ να υποβάλει πιο αναλυτικά στοιχεία κόστους.
Διαβάστε ακόμη
