Η αβεβαιότητα που εξακολουθεί να περιβάλλει τα μελλοντικά έσοδα των σταθμών αποθήκευσης ενέργειας με αυτόνομες μπαταρίες (stand-alone), καθιστά ιδιαίτερα επιφυλακτικές τις τράπεζες ως προς τη χρηματοδότηση αντίστοιχων επενδύσεων, όπως υποστήριξε ο καθηγητής Παντελής Μπίσκας. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι διεθνείς μελέτες «βλέπουν» μεν ικανοποιητική κερδοφορία στα πρώτα χρόνια λειτουργίας των συστημάτων αποθήκευσης, ωστόσο εκτιμούν ότι τα έσοδα θα αρχίσουν να περιορίζονται όσο αυξάνεται ο αριθμός των σταθμών αποθήκευσης πράσινης ενέργειας που θα λειτουργούν με μπαταρίες.

Ο καθηγητής και σύμβουλος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Φωτοβολταϊκών Παραγωγών (ΠΟΣΠΗΕΦ), έχει επισημάνει ότι αρκετές προβλέψεις συγκλίνουν στην εκτίμηση πως οι αποδόσεις των έργων αποθήκευσης ενέργειας ενδέχεται να μειωθούν μετά το 2030. Η προοπτική αυτή οδηγεί τα τραπεζικά ιδρύματα να υιοθετούν πιο συντηρητικές, ακόμη και απαισιόδοξες παραδοχές κατά την αξιολόγηση των φακέλων χρηματοδότησης που υποβάλλονται για τέτοιου είδους επενδύσεις.

Η επιφυλακτικότητα αυτή συνδέεται κυρίως με το γεγονός ότι τα περισσότερα αιτήματα χρηματοδότησης αφορούν πλέον merchant έργα αποθήκευσης πράσινης ενέργειας, δηλαδή σταθμούς που δεν στηρίζονται σε επιδοτήσεις και θα πρέπει να βασιστούν αποκλειστικά στα έσοδα που θα παράγουν από τη λειτουργία τους.

Σύμφωνα με όσα επισημαίνονται, τα τραπεζικά ιδρύματα εμφανίζονται διατεθειμένα να εξετάσουν τη χρηματοδότηση έργων αποθήκευσης με μπαταρίες μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Μεταξύ αυτών είναι η ύπαρξη πρόσθετων, μη εκχωρημένων εσόδων από άλλες δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα από παλαιότερα φωτοβολταϊκά πάρκα με υψηλές εγγυημένες ταρίφες ή από νεότερα έργα που δεν επιβαρύνονται με δανειακές υποχρεώσεις.

«Υπό ορισμένες προϋποθέσεις και πιθανόν με αρκετές δυσκολίες, εκτιμώ ότι οι τράπεζες τελικά θα ανταποκριθούν σε αιτήματα χρηματοδότησης τέτοιων έργων. Η δυνατότητα εξασφάλισης κεφαλαίων αποτελεί τον πιο κρίσιμο παράγοντα για να μπορέσει να αναπτυχθεί ουσιαστικά η αγορά αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας. Οι εμπλεκόμενοι συζητούν για ρυθμιστικό πλαίσιο, υπουργικές αποφάσεις και όρους σύνδεσης, ωστόσο εάν οι τράπεζες δεν προχωρήσουν σε χρηματοδοτήσεις, όλα τα υπόλοιπα χάνουν τη σημασία τους», σημειώνεται χαρακτηριστικά.

Όπως υπογραμμίζεται ακόμη, «οι τράπεζες αποτελούν ίσως το τελευταίο “μέτωπο” που απομένει να ξεπεραστεί το τελικό προαπαιτούμενο, ώστε να μπορέσει να προχωρήσει η ανάπτυξη των σταθμών αποθήκευσης ενέργειας που έχει ανάγκη η Ελλάδα».

Όπως επισημάνθηκε, οι εκτιμήσεις που γίνονται για την οικονομική βιωσιμότητα ενός έργου που διεκδικεί τραπεζική χρηματοδότηση βασίζονται συνήθως σε τρία βασικά σενάρια: ένα αισιόδοξο, ένα ενδιάμεσο και ένα απαισιόδοξο. Στην πράξη, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τείνουν να αξιολογούν τα επενδυτικά σχέδια με βάση το μέσο ή ακόμη και το δυσμενές σενάριο. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα σενάρια αυτά δεν φαίνεται να στηρίζουν επαρκώς τη χρηματοδότηση αυτόνομων σταθμών αποθήκευσης με μπαταρίες, ιδίως όταν πρόκειται για merchant έργα, τα οποία λειτουργούν χωρίς επιδοτήσεις και στηρίζονται αποκλειστικά στα έσοδα που θα αποφέρουν από την αγορά.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται και η διαφορετική οπτική με την οποία προσεγγίζουν την επένδυση οι δύο πλευρές. Ο επενδυτής τείνει να λαμβάνει υπόψη του το πιο ρεαλιστικό σενάριο της αγοράς, βλέποντας μπροστά του μια επιχειρηματική ευκαιρία που ενδέχεται να χαθεί εάν δεν εξασφαλιστεί τραπεζική χρηματοδότηση. Από την άλλη πλευρά, οι τράπεζες ενσωματώνουν στην αξιολόγησή τους και το δυσμενές σενάριο, σταθμίζοντας τα αντικειμενικά ρίσκα που συνεπάγεται η δανειοδότηση έργων τα οποία δεν υποστηρίζονται από κάποιον μηχανισμό στήριξης ή επιδότησης.

Διαβάστε ακόμη