Το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας δεν φαίνεται αυτή τη στιγμή να αλλάζει κατεύθυνση σε σχέση με την αντιμετώπιση των λιγνιτικών εργοστασίων και τον ρόλο του λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα της χώρας. Παρά τη σημαντική μεταβλητότητα που καταγράφεται το τελευταίο διάστημα στις τιμές της ενέργειας και τις ευρύτερες ανησυχίες για την ασφάλεια εφοδιασμού, κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι η στρατηγική απεξάρτησης από τον λιγνίτη παραμένει σε ισχύ.

Αρμόδιες πηγές ξεκαθαρίζουν πως η επαναφορά του λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα δεν αποτελεί προτεραιότητα, παρά την κρίση που παρατηρείται στις τιμές της ενέργειας διεθνώς. Οι ίδιες πηγές, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, αναφέρουν ότι το κόστος λειτουργίας των λιγνιτικών εργοστασίων είναι ιδιαίτερα υψηλό, κυρίως λόγω του κόστους των δικαιωμάτων εκπομπών CO₂. Η επιβάρυνση αυτή καθιστά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη σημαντικά ακριβότερη σε σύγκριση με άλλες μορφές παραγωγής. Παράλληλα, επισημαίνουν ότι για τη λειτουργία των μονάδων απαιτείται η ύπαρξη και λειτουργία λιγνιτωρυχείων, τα οποία επίσης συνεπάγονται σημαντικό λειτουργικό και επενδυτικό κόστος.

Ένα ακόμη ζήτημα που αναδεικνύεται είναι ότι ο λιγνίτης δεν μπορεί να αποθηκευτεί για μεγάλο χρονικό διάστημα στις «αυλές» των ορυχείων, καθώς υπάρχει κίνδυνος αυτανάφλεξης. Αυτό περιορίζει τις δυνατότητες αποθήκευσης μεγάλων ποσοτήτων καυσίμου και δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στη διαχείριση της παραγωγής. Με βάση τα παραπάνω επιχειρήματα, οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι δεν είναι εφικτό να διατηρηθούν οι λιγνιτικές μονάδες σε καθεστώς ψυχρής εφεδρείας για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν σημαντικό κόστος χωρίς σαφές λειτουργικό όφελος.

Πώς προχωράει το πλάνο για την παύση λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων

Υπενθυμίζεται ότι τα τελευταία χρόνια έχει προχωρήσει η σταδιακή παύση λειτουργίας σειράς λιγνιτικών μονάδων. Συγκεκριμένα, έχουν ήδη διακόψει τη λειτουργία τους οι ΑΗΣ Αμυνταίου (Μονάδες Ι και ΙΙ) και Καρδιάς (Μονάδες Ι–IV), καθώς και οι Μονάδες Ι και ΙΙ του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Την ίδια στιγμή, οι Μονάδες ΙΙΙ, IV και V του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου έλαβαν παράταση λειτουργίας, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες τηλεθέρμανσης των κατοίκων της Δυτικής Μακεδονίας. Η παράταση αυτή συνδέεται άμεσα με την ανάγκη διασφάλισης της παροχής θερμικής ενέργειας στις τοπικές κοινωνίες, που εξακολουθούν να εξαρτώνται από τις εγκαταστάσεις αυτές.

Σε ό,τι αφορά τη λιγνιτική μονάδα Πτολεμαΐδα 5, η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων έχει ήδη ανάψει το «πράσινο φως» στη ΔΕΗ για τη μετατροπή της μονάδας σε μονάδα φυσικού αερίου. Η Πτολεμαΐδα V διαθέτει σήμερα ονομαστική ισχύ 660 MWe και παράλληλα παρέχει θερμική ενέργεια στο δίκτυο τηλεθέρμανσης της περιοχής, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στην κάλυψη των τοπικών ενεργειακών αναγκών.

Σύμφωνα με τον υφιστάμενο σχεδιασμό, η έναρξη των εργασιών κατασκευής για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας V σε μονάδα φυσικού αερίου ανοιχτού κύκλου (OCGT) τοποθετείται χρονικά στον Αύγουστο. Η δοκιμαστική λειτουργία της νέας μονάδας προγραμματίζεται να ξεκινήσει τον Οκτώβριο του 2027, ενώ η έναρξη της εμπορικής λειτουργίας της αναμένεται τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.

Ανησυχία για την ασφάλεια εφοδιασμού λόγω των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή

Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα επηρεάζουν τη συζήτηση σε πολλές χώρες σχετικά με την αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πόρων. Οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και έχουν «φουντώσει» τη συζήτηση για πιθανή επιστροφή σε πιο παραδοσιακές πηγές ενέργειας. Σε αυτό το πλαίσιο, αρκετά κράτη εξετάζουν το ενδεχόμενο αξιοποίησης των εθνικών στρατηγικών τους πόρων, προκειμένου να μειώσουν την εξάρτηση από διεθνείς αγορές και γεωπολιτικούς κινδύνους.

Έτσι, πολλές χώρες, όπως η Ινδία και η Ιαπωνία, αλλά και ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη, εξετάζουν τις μονάδες άνθρακα ως μία πιθανή εναλλακτική λύση για την κάλυψη των ενεργειακών τους αναγκών σε περιόδους αβεβαιότητας. Παράλληλα, η τιμή του άνθρακα παρουσιάζει ανοδική τάση. Συγκεκριμένα, η τιμή του έχει φτάσει τα 131 δολάρια ανά τόνο, υπό τον φόβο παρατεταμένων διακοπών στον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό, γεγονός που αντικατοπτρίζει τις αυξανόμενες ανησυχίες για τη σταθερότητα της διεθνούς ενεργειακής αγοράς.

Διαβάστε ακόμη