Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 4η θέση των ακριβότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο καθαρό κόστος ενέργειας και προμήθειας ηλεκτρικού ρεύματος, σύμφωνα με ανάλυση του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα που βασίζεται σε στοιχεία της Eurostat. Το Ινστιτούτο αμφισβητεί τον κυβερνητικό ισχυρισμό ότι τα ελληνικά νοικοκυριά πληρώνουν 21% φθηνότερο ρεύμα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο το πρώτο εξάμηνο του 2025, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη σύγκριση βασίζεται αποκλειστικά σε ονομαστικές τιμές λιανικής και δεν αποτυπώνει την πραγματική επιβάρυνση των πολιτών.

Όπως επισημαίνεται, η Ελλάδα πράγματι εμφανίζεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στις ονομαστικές λιανικές τιμές. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί πρωτοφανή επίδοση, αναφέρει το Ινστιτούτο. Την περίοδο 2015-2019 η απόκλιση ήταν ακόμη μεγαλύτερη, φτάνοντας έως και -26% και -28%, γεγονός που σημαίνει ότι η σημερινή διαφορά του -21% συνιστά στην πραγματικότητα συρρίκνωση του πλεονεκτήματος. Μετά το 2019, η χώρα προσεγγίζει σταδιακά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Την ίδια στιγμή, η πραγματικότητα για τα νοικοκυριά είναι διαφορετική: η λιανική τιμή ρεύματος το πρώτο εξάμηνο του 2025 είναι αυξημένη κατά 46% σε σχέση με το 2019, με τις αυξήσεις άνω του 40% να παγιώνονται ως νέα κανονικότητα. Σύμφωνα με την ανάλυση, η τελική τιμή διαμορφώνεται μέσω κρατικών επιδοτήσεων και παρεμβάσεων, οι οποίες συγκαλύπτουν τη σταθερή απόκλιση της ελληνικής χονδρικής αγοράς από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σημασία της αγοραστικής δύναμης. Η απλή σύγκριση τιμών σε ευρώ, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το διαθέσιμο εισόδημα, θεωρείται παραπλανητική. Όταν οι τιμές εξετάζονται με όρους αγοραστικής δύναμης (PPS), η Ελλάδα προσεγγίζει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και δεν εμφανίζεται ως «φθηνή» χώρα.

Στο επίπεδο της χονδρικής αγοράς, όπου αποτυπώνεται το καθαρό κόστος πριν από φόρους και επιδοτήσεις, η Ελλάδα κατέγραψε ιδιαίτερα υψηλές αποκλίσεις την περίοδο 2021-2023, φτάνοντας σε ορισμένους μήνες έως και τα 90 ευρώ ανά μεγαβατώρα πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 2019 υπήρχε ήδη απόκλιση περίπου 20 ευρώ/MWh, ωστόσο τα επόμενα χρόνια η διαφορά διευρύνθηκε σημαντικά.

Τέλος, στο καθαρό κόστος ενέργειας και προμήθειας, η Ελλάδα εμφανίζεται 11% ακριβότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ σε όρους αγοραστικής δύναμης η επιβάρυνση εκτινάσσεται στο +40%, τονίζεται. Το Ινστιτούτο καταλήγει ότι το αφήγημα περί «φθηνής ενέργειας» δεν ανταποκρίνεται στην πλήρη εικόνα, καθώς το πραγματικό κόστος για τα νοικοκυριά και την οικονομία παραμένει από τα υψηλότερα στην Ε.Ε.

Διαβάστε ακόμη