Μπορεί οι επιλογές τιμολογίων ρεύματος να έχουν αυξηθεί τα τελευταία δύο χρόνια, ωστόσο άνθρωποι της αγοράς εκτιμούν πως οι πελάτες θα στραφούν κυρίως σε σταθερά μπλε τιμολόγια. Η διεύρυνση της «παλέτας» επιλογών δεν φαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, να αλλάζει τη βασική προτίμηση ενός σημαντικού μέρους των καταναλωτών για μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο κόστος. Αυτή η τάση ενισχύεται εξαιτίας της υψηλής μεταβλητότητας στις αγορές και στις τιμές που καταγράφονται, στοιχείο που εντείνει την αβεβαιότητα και καθιστά πιο ελκυστικές τις λύσεις με σταθερή χρέωση.

Δεν είναι τυχαίο πως στην αγορά επικρατεί προβληματισμός λόγω και των αρνητικών τιμών που καταγράφονται στη χονδρική αγορά. Οι συχνές και έντονες διακυμάνσεις δημιουργούν ερωτήματα. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, πως θα δούμε κάποια σημαντική συρρίκνωση της αγοράς ή δραματικές ανακατατάξεις. Ωστόσο, όπως χαρακτηριστικά τονίζουν παράγοντες της αγοράς, «αυτό δείχνει πως η αγορά δεν λειτουργεί σωστά», υπογραμμίζοντας την ανάγκη για βελτιώσεις και διορθωτικές κινήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα το τελευταίο διάστημα θεωρείται από τις «φθηνές» αγορές στην Ευρώπη με βάση τις χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Η εικόνα αυτή, όμως, δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε χαμηλό τελικό κόστος για τον καταναλωτή, καθώς ρυθμιστικά θέματα και επιβαρύνσεις εκτοξεύουν το τελικό ποσό που αποτυπώνεται στους λογαριασμούς. Έτσι, διαμορφώνεται μια αντίφαση μεταξύ χονδρικής και λιανικής αγοράς, η οποία εντείνει τον δημόσιο διάλογο για τις στρεβλώσεις του συστήματος.

Στην ελληνική αγορά εκτιμάται πως έχουν μείνει πίσω οι σημαντικές παρενέργειες που δημιουργούσαν οι υψηλές τιμές του φυσικού αερίου. Τα μεγάλα «σκαμπανεβάσματα» έχουν περιοριστεί και το 2022, με το ξέσπασμα της ενεργειακής κρίσης, αποτελεί πλέον μακρινό παρελθόν. Η σταθεροποίηση αυτή έχει συμβάλει σε ένα πιο προβλέψιμο περιβάλλον σε σύγκριση με την περίοδο της έντονης κρίσης, χωρίς όμως να έχουν εξαλειφθεί πλήρως οι προκλήσεις.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι προμηθευτές εκτιμάται πως θα επιδοθούν σε πιο ενεργητικές πρακτικές διαχείρισης χαρτοφυλακίου (Active Trading), με στόχο τον καλύτερο έλεγχο του κόστους και τη μείωση του ρίσκου. Αυτό σημαίνει πως στο προσκήνιο θα έρθει η ανάγκη υπογραφής περισσότερων διμερών συμβάσεων, οι οποίες μπορούν να προσφέρουν μεγαλύτερη σταθερότητα και προβλεψιμότητα. Πρακτικά, οι προμηθευτές αναμένεται να δώσουν μεγαλύτερο βάρος στην προώθηση τιμολογίων που φαίνεται να «αγκαλιάζουν» οι καταναλωτές, δηλαδή στα σταθερά τιμολόγια, τα οποία παρέχουν σαφή εικόνα για το ύψος της χρέωσης σε βάθος χρόνου.

Στο ίδιο πλαίσιο, πηγές της αγοράς υποστηρίζουν πως σταδιακά θα υποχωρήσουν τα κυμαινόμενα τιμολόγια, εφόσον η ζήτηση μετατοπιστεί προς πιο «ασφαλείς» επιλογές. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν αρκετά τιμολόγια με μπλε σήμανση και χαμηλές τιμές, η πλειοψηφία των καταναλωτών εξακολουθεί να επιλέγει τα «πράσινα», γεγονός που δείχνει πως τα κριτήρια επιλογής δεν περιορίζονται αποκλειστικά στο ύψος της τιμής, αλλά σχετίζονται και με την εξοικείωση ή την αντίληψη ασφάλειας που προσφέρει κάθε κατηγορία.

Η «τράπουλα» αναμένεται να ανακατευτεί με την επικείμενη απόφαση για τα ευέλικτα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία αναμένεται τις επόμενες μέρες. Με τον τρόπο αυτό θα προστεθεί και επίσημα μια νέα κατηγορία στην παλέτα των τιμολογίων ρεύματος που προσφέρονται στα νοικοκυριά. Στόχος της απόφασης είναι η σαφής οριοθέτηση των ευέλικτων τιμολογίων από τα σταθερά τιμολόγια με μπλε σήμανση, τα οποία αποτελούν ήδη ξεχωριστή κατηγορία στην αγορά ρεύματος. Επιδίωξη είναι να αποσαφηνιστεί το πλαίσιο λειτουργίας κάθε τύπου τιμολογίου, ώστε να αποφευχθούν συγχύσεις ως προς τα χαρακτηριστικά, τις χρεώσεις και το επίπεδο ρίσκου που αναλαμβάνει ο καταναλωτής.

Την ίδια ώρα, πηγές της αγοράς επισημαίνουν πως θα πρέπει να δοθούν σαφείς απαντήσεις και λύσεις σε ρυθμιστικά θέματα που δημιουργούν «συνθήκες αύξησης του κόστους», όπως το κόστος εξισορρόπησης. Πρόκειται για επιβαρύνσεις που επηρεάζουν τη συνολική λειτουργία της αγοράς και τελικά μετακυλίονται στους λογαριασμούς. Ένα ακόμη ζήτημα που απασχολεί την αγορά είναι το θέμα των μετακινήσεων πελατών μεταξύ παρόχων. Το θέμα είχε επανέλθει στο παρελθόν στο πλαίσιο της αναθεώρησης του άρθρου 42 του Κώδικα Προμήθειας, με στόχο να τεθεί φραγμός στις μετακινήσεις των στρατηγικών κακοπληρωτών. Ωστόσο, όπως τονίζουν χαρακτηριστικά παράγοντες της αγοράς, η σχετική διαδικασία «σέρνεται» από το 2020, χωρίς να έχει δοθεί οριστική λύση. Τρίτο σημαντικό ζήτημα παραμένει το «αγκάθι» των απωλειών δικτύων. Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, τα παραπάνω δυσεπίλυτα προβλήματα συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένης πίεσης και επιβαρύνουν τελικά τις τσέπες των καταναλωτών, οι οποίοι καλούνται να επωμιστούν το κόστος των στρεβλώσεων και των καθυστερήσεων στη ρύθμιση της αγοράς.

Διαβάστε ακόμη