Τη νηνεμία που επικρατεί γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Great Sea Interconnector ήρθε να διαταράξει, έστω και διακριτικά, η Nexans. Κατά την ενημέρωση αναλυτών με αφορμή τα ετήσια οικονομικά αποτελέσματα του 2025, η διοίκηση της εταιρείας επιχείρησε να δώσει μια συγκρατημένη νότα αισιοδοξίας για την πορεία του έργου. Ο διευθύνων σύμβουλος Julien Hueber υπογράμμισε ότι το project βρίσκεται σε διαδικασία επαναπρογραμματισμού και ότι υπάρχουν «καλές ελπίδες να επανεκκινήσει σύντομα», επισημαίνοντας παράλληλα πως οι συζητήσεις για το νέο χρονοδιάγραμμα κινούνται σε επίπεδο που υπερβαίνει τα στενά επιχειρηματικά όρια. Με άλλα λόγια, η τεχνική προετοιμασία παραμένει ενεργή, όμως η τελική ώθηση φαίνεται να εξαρτάται από αποφάσεις σε πολιτικό επίπεδο.
Η αίσθηση ότι το έργο μπορεί να ξεκολλήσει διατυπώνεται σε μια συγκυρία κατά την οποία, από πλευράς Τουρκίας, εντείνονται οι δημόσιες τοποθετήσεις που αμφισβητούν τη βιωσιμότητα της διασύνδεσης, προσθέτοντας έναν ακόμη παράγοντα πίεσης σε ένα ήδη σύνθετο γεωπολιτικό και ρυθμιστικό περιβάλλον. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η τοποθέτηση της Nexans λειτουργεί ως ένδειξη ότι, παρά την καθυστέρηση και την απουσία οριστικού χρονοδιαγράμματος, η υλοποίηση του έργου δεν έχει εγκαταλειφθεί και εξακολουθεί να βρίσκεται στον σχεδιασμό των εμπλεκόμενων πλευρών. Ωστόσο, η διοίκηση μεταθέτει το βάρος των εξελίξεων στο ασαφές πολιτικό περιβάλλον που εξακολουθεί να περιβάλλει το έργο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η επόμενη κίνηση δεν θα κριθεί σε τεχνικό ή επιχειρηματικό επίπεδο, αλλά σε επίπεδο πολιτικών αποφάσεων.
Πράγματι, το έργο, που σχεδιάστηκε για να άρει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και να ενισχύσει τον άξονα συνεργασίας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο, βρίσκεται σήμερα σε μια ιδιότυπη κατάσταση αναμονής. Η αμφισβήτηση της βιωσιμότητάς του από τη Λευκωσία οδήγησε σε ουσιαστικό «πάγωμα» της διαδικασίας υλοποίησης, μεταφέροντας το βάρος από την κατασκευή στην επανεξέταση των θεμελιωδών παραδοχών του έργου.
Σε μια προσπάθεια αποφυγής τετελεσμένων Αθήνα και Λευκωσία συμφώνησαν στην επικαιροποίηση των τεχνικών και οικονομικών μελετών. Η έννοια της «επικαιροποίησης» στην πράξη μεταφράζεται σε εκ νέου Μελέτη Κόστους–Οφέλους (Cost–Benefit Analysis – CBA) και σε συνολική αναθεώρηση κρίσιμων παραμέτρων: από το τελικό κόστος κατασκευής και το ρίσκο υλοποίησης, έως τη δομή χρηματοδότησης, τις αποδόσεις της επένδυσης και τη ρυθμιστική κατανομή του κόστους μεταξύ των εμπλεκόμενων χωρών. Πρόκειται ουσιαστικά για επαναξιολόγηση της τεχνικοοικονομικής μελέτης του 2016, πάνω στην οποία είχε βασιστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση για να εγκρίνει χρηματοδότηση ύψους 657 εκατ. ευρώ.
Στο παρόν στάδιο αναμένονται οι επίσημες ανακοινώσεις για τον οίκο που θα αναλάβει την να «τρέξει» τη μελέτη. Την ίδια ώρα, η παράταση της αβεβαιότητας δημιουργεί ένα πολιτικό και γεωστρατηγικό κενό, το οποίο η τουρκική πλευρά επιχειρούν να αξιοποιήσουν, ενισχύοντας τη ρητορική περί «μη βιώσιμου» έργου και επαναφέροντας στο προσκήνιο εναλλακτικά σενάρια ενεργειακής διασύνδεσης στην περιοχή.
H Nexans, πάντως, μετά και τον καταιγισμό ερωτήσεων που δέχθηκε από αναλυτές κατά την παρουσίαση των ετήσιων αποτελεσμάτων της, επιχείρησε να αποσαφηνίσει με όσο το δυνατόν πιο καθαρούς όρους τη θέση της για το Great Sea Interconnector και το πού ακριβώς βρίσκεται σήμερα το έργο. Η διοίκηση επιβεβαίωσε ότι η σύμβαση για το υποβρύχιο καλωδιακό σκέλος εξακολουθεί να περιλαμβάνεται στο ανεκτέλεστο υπόλοιπο των υπογεγραμμένων συμβάσεων της εταιρείας, με εκτιμώμενη αξία περίπου 1,2 δισ. ευρώ, ωστόσο βρίσκεται σε διαδικασία επαναπρογραμματισμού με τον πελάτη και δεν έχει ενσωματωθεί στο guidance για το 2026. Όπως αναφέρθηκε, βρίσκονται σε εξέλιξη στενές συζητήσεις για τον καθορισμό νέου χρονοδιαγράμματος, χωρίς ακόμη να υπάρχει συγκεκριμένη ημερομηνία επανεκκίνησης.
«Δεν υπάρχει ακύρωση, αλλά παράταση χρόνου στο έργο GSI»
Η διοίκηση κατέστησε σαφές ότι το έργο δεν έχει ακυρωθεί, αλλά μετατίθεται χρονικά, ενώ η εξέλιξή του εξαρτάται από παράγοντες που υπερβαίνουν τα στενά τεχνικά και βιομηχανικά δεδομένα. Υπό αυτό το πρίσμα, άφησε να εννοηθεί ότι η επόμενη κίνηση θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό σε πολιτικό και ρυθμιστικό επίπεδο. Παράλληλα, διευκρινίστηκε ότι τα καλώδια που έχουν ήδη παραχθεί για το έργο έχουν εξοφληθεί πλήρως από τον πελάτη και ανήκουν σε αυτόν, με τη διοίκηση να σημειώνει ότι «όλα τα καλώδια που έχουν ήδη παραχθεί έχουν πληρωθεί πλήρως», γεγονός που καθιστά την τρέχουσα καθυστέρηση οικονομικά ουδέτερη για τη Nexans. Τα καλώδια παραμένουν αποθηκευμένα έως ότου ληφθεί οριστική απόφαση για το νέο χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης.
Σε επίπεδο οικονομικών προβλέψεων, η εταιρεία ξεκαθάρισε ότι το guidance EBITDA για το 2026 δεν περιλαμβάνει εκτέλεση του GSI, αν και έχουν ήδη ενεργοποιηθεί ενέργειες μερικής αντιστάθμισης της δραστηριότητας μέσω προσφορών για άλλα έργα διασύνδεσης υψηλής τάσης. Μέρος αυτών των έργων έχει ενσωματωθεί στο κατώτατο εύρος της πρόβλεψης, παρότι δεν έχει ακόμη περάσει στο ανεκτέλεστο υπόλοιπο συμβάσεων, ενώ ακόμη και στο ανώτατο εύρος των εκτιμήσεων δεν θεωρείται δεδομένη η πλήρης αντικατάσταση του GSI. Η επίδραση της μη εκτέλεσης του έργου εκτιμάται ότι θα είναι εντονότερη στο πρώτο εξάμηνο του 2026, με σταδιακή ενίσχυση της δραστηριότητας στο δεύτερο εξάμηνο, καθώς αναμένονται νέες αναθέσεις και βραχυπρόθεσμες παραγγελίες.
Η εναλλακτική λύση και οι 3 άξονες
Για τον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η διοίκηση επέμεινε ότι οι στόχοι για το 2028 παραμένουν αμετάβλητοι και περιλαμβάνουν πλήρη αξιοποίηση της εξειδικευμένης γραμμής παραγωγής MI (Mass Impregnated), η οποία αφορά την κατασκευή υποβρύχιων καλωδίων HVDC μεγάλης απόστασης και βάθους, όπως εκείνα που απαιτούνται για το GSI. Όπως επισημάνθηκε, «η γραμμή MI θα είναι πλήρως αξιοποιημένη έως το 2028, είτε με το GSI είτε με άλλα μεγάλα έργα διασύνδεσης», με την εταιρεία να σημειώνει ότι βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη προσφορές για νέα έργα αντίστοιχης τεχνολογίας και παρόμοιου οικονομικού προφίλ. Η διαθέσιμη δυναμικότητα της γραμμής έχει ήδη ενεργοποιήσει συζητήσεις με πελάτες για νέα έργα deep-water διασυνδέσεων, τα οποία θα μπορούσαν να καλύψουν μέρος του κενού έως ότου επανεκκινήσει το GSI.
Παράλληλα, η Nexans περιέγραψε τρεις άξονες ενεργειών για τη διαχείριση της μεταβατικής περιόδου: αναδιάταξη προσωπικού και περιορισμό κόστους στις μονάδες παραγωγής που επηρεάζονται από την καθυστέρηση, αξιοποίηση της δυναμικότητας μέσω μικρότερων έργων και εργασιών επισκευής υποβρύχιων καλωδίων, καθώς και εντατικοποίηση της εμπορικής δραστηριότητας για την ανάληψη νέων έργων MI. Οι εργασίες επισκευής, όπως σημειώθηκε, αποτελούν σημαντικό συμπληρωματικό αντικείμενο όταν υπάρχει διαθέσιμη γραμμή παραγωγής και στόλος πλοίων, ενώ οι προσφορές για νέα έργα βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και αναμένονται απαντήσεις τους επόμενους μήνες.
Συνολικά, το μήνυμα που επιχείρησε να μεταδώσει η διοίκηση της Nexans προς την αγορά ήταν ότι το Great Sea Interconnector παραμένει ενεργό στο χαρτοφυλάκιο της εταιρείας, βρίσκεται σε φάση επαναπρογραμματισμού και δεν έχει εγκαταλειφθεί. Η μέχρι στιγμής καθυστέρηση θεωρείται οικονομικά ουδέτερη για την εταιρεία, η παραγωγική δυναμικότητα που συνδέεται με το έργο θα αξιοποιηθεί ανεξαρτήτως της τελικής του εξέλιξης και οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι κερδοφορίας της Nexans παραμένουν αμετάβλητοι, με την τελική έκβαση να εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτικές και ρυθμιστικές αποφάσεις που θα ληφθούν γύρω από το έργο.
Το εύθραυστο γεωπολιτικό τοπίο
Ωστόσο, η συγκυρία δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Το αδιέξοδο που έχει διαμορφωθεί γύρω από το Great Sea Interconnector δεν εξελίσσεται σε κενό γεωπολιτικού χώρου, αλλά εντάσσεται ολοένα και πιο καθαρά στη «μεγάλη εικόνα» των περιφερειακών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο ηγέτης Tufan Erhürman, ο οποίος χαρακτήρισε το σχέδιο του GSI «ούτε οικονομικά ούτε πολιτικά βιώσιμο». Η διαρκής επαναφορά από την τουρκική πλευρά σεναρίων εναλλακτικής ηλεκτρικής διασύνδεσης μέσω Τουρκίας, σε συνδυασμό με δημόσιες τοποθετήσεις που αμφισβητούν τη βιωσιμότητα του έργου, λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι οι ενεργειακές υποδομές δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως ουδέτερα τεχνικά projects, αλλά ως εργαλεία επιρροής στη διαμόρφωση της νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνοκυπριακή πλευρά καλείται να κινηθεί με ταχύτερους ρυθμούς, καθώς η προώθηση του έργου δεν αφορά μόνο την ενεργειακή ασφάλεια και την άρση της απομόνωσης της Κύπρου, αλλά και τη γεωπολιτική της θέση στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής. Η ανάγκη επιτάχυνσης αναδεικνύεται και από την πλευρά των ευρωπαϊκών θεσμών.
Πάντως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαίωσε ξανά την πολιτική και τεχνική της στήριξη στο έργο της διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, επισημαίνοντας ότι η ένταξή του στα Διευρωπαϊκά Δίκτυα Ενέργειας και η χρηματοδότησή του μέσω του μηχανισμού «Συνδέοντας την Ευρώπη» βασίστηκαν σε θετική ανάλυση κόστους–οφέλους και σε σαφή ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία. Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι η επανεξέταση των οικονομικών και τεχνικών παραμέτρων από τις αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να έχει ως στόχο την επιτάχυνση της υλοποίησης και όχι την περαιτέρω καθυστέρηση.
Διαβάστε ακόμη
