Σημαντικό δημοσιονομικό αποτύπωμα για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις αναμένεται να έχει την επόμενη δεκαετία η υλοποίηση των μεγάλων ηλεκτρικών διασυνδέσεων των νησιών, με τα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ να δείχνουν ότι το τελικό ισοζύγιο κόστους-οφέλους για τους καταναλωτές παραμένει θετικό. Σύμφωνα με την ανάλυση που συνοδεύει το υπό διαβούλευση Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2025-2034, το σωρευτικό καθαρό όφελος από τη μείωση των χρεώσεων Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει τα 3,7 δισ. ευρώ έως το 2034.

Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι γραμμική. Στα πρώτα χρόνια της περιόδου, η ενσωμάτωση των επενδύσεων στις διασυνδέσεις στο ρυθμιζόμενο έσοδο του Διαχειριστή οδηγεί σε αύξηση των Χρεώσεων Χρήσης Συστήματος. Το απαιτούμενο έσοδο του ΑΔΜΗΕ, το οποίο ανακτάται μέσω των χρεώσεων αυτών, εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από περίπου 411 εκατ. ευρώ το 2025 σε 493 εκατ. ευρώ το 2026, για να ξεπεράσει τα 915 εκατ. ευρώ το 2029. Η άνοδος αυτή αντικατοπτρίζει την ένταξη του κόστους των διασυνδέσεων στη ρυθμιζόμενη περιουσιακή βάση και εξηγεί γιατί οι χρεώσεις χρήσης συστήματος εμφανίζονται αυξημένες την περίοδο 2026-2029.

Παράλληλα, το ίδιο επενδυτικό πρόγραμμα ενεργοποιεί έναν μηχανισμό εξισορρόπησης μέσω της σταδιακής κατάργησης της ακριβής ηλεκτροπαραγωγής στα μη διασυνδεδεμένα νησιά. Καθώς οι διασυνδέσεις τίθενται σε λειτουργία, μειώνεται η ανάγκη επιδότησης της παραγωγής ρεύματος από πετρελαϊκές μονάδες και περιορίζονται οι ΥΚΩ που επιβαρύνουν τους λογαριασμούς. Η εξοικονόμηση από τις ΥΚΩ υπολογίζεται σε 509 εκατ. ευρώ το 2026 και αυξάνεται σταδιακά, ξεπερνώντας το 1 δισ. ευρώ ετησίως μετά το 2031, όταν θα έχουν ολοκληρωθεί οι βασικές διασυνδέσεις σε Κυκλάδες, Κρήτη, Δωδεκάνησα και Βορειοανατολικό Αιγαίο.

Από τη σύγκριση του επιπλέον εσόδου που απαιτείται για τη χρηματοδότηση των έργων με τη μείωση των ΥΚΩ προκύπτει η καθαρή επίπτωση για τον καταναλωτή. Τα στοιχεία δείχνουν ότι, παρά την αύξηση των χρεώσεων χρήσης συστήματος στα πρώτα χρόνια, το συνολικό αποτέλεσμα παραμένει θετικό: η καθαρή ελάφρυνση υπολογίζεται σε περίπου 296 εκατ. ευρώ το 2026 και διατηρείται σε θετικό έδαφος έως το τέλος της δεκαετίας, ενώ μετά το 2030 ενισχύεται σημαντικά, φθάνοντας σε ετήσια βάση τα 625 εκατ. ευρώ το 2031 και τα 708 εκατ. ευρώ το 2034. Σε σωρευτικούς όρους, η εξοικονόμηση για τους καταναλωτές από το 2026 έως το 2034 προσεγγίζει τα 3,7 δισ. ευρώ.

Στους υπολογισμούς έχει ληφθεί υπόψη και το κόστος διατήρησης μονάδων σε κατάσταση εφεδρείας για λόγους ασφάλειας εφοδιασμού, το οποίο εκτιμάται κατά μέσο όρο στα 50 εκατ. ευρώ ετησίως. Η παράμετρος αυτή αφαιρείται από την εκτιμώμενη εξοικονόμηση και σημαίνει ότι τα παραπάνω μεγέθη αποτυπώνουν την καθαρή, τελική επίπτωση για τους καταναλωτές.

Συνολικά, η πορεία των χρεώσεων την επόμενη δεκαετία αποτυπώνει τη μετάβαση από μια περίοδο αυξημένων επενδύσεων και αντίστοιχης επιβάρυνσης στις χρεώσεις χρήσης συστήματος, σε μια φάση σταδιακής αποκλιμάκωσης του συνολικού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς οι διασυνδέσεις περιορίζουν δραστικά τις χρεώσεις ΥΚΩ και βελτιώνουν τη λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος.

Σημαντική διεύρυνση του συνολικού επενδυτικού αποτυπώματος του Δεκαετούς Προγράμματος Ανάπτυξης 2025-2034 προκύπτει από την επικαιροποίηση των προϋπολογισμών για τις διασυνδέσεις Δωδεκανήσων και Βορείου Αιγαίου, αλλά και από την ένταξη νέων έργων υποδομών και ψηφιακών συστημάτων. Τα στοιχεία που υπέβαλε ο ΑΔΜΗΕ στη ΡΑΑΕΥ δείχνουν ότι το τελικό κόστος των βασικών νησιωτικών διασυνδέσεων αυξάνεται αισθητά σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις, μεταβάλλοντας προς τα πάνω τον συνολικό λογαριασμό του ΔΠΑ για την περίοδο έως το 2034.

Η μεγαλύτερη αναπροσαρμογή αφορά τη διασύνδεση των Δωδεκανήσων, και ειδικά τον βασικό κορμό HVDC Κόρινθος-Κως. Μετά τον άγονο διαγωνισμό και την επανεκτίμηση της αγοράς καλωδίων, ο προϋπολογισμός για τα καλωδιακά τμήματα επανακαθορίζεται σε περίπου 1,35 δισ. ευρώ, ενώ στο σύνολο του έργου –μαζί με σταθμούς μετατροπής, υποσταθμούς, εναέριες γραμμές και λοιπά υποέργα– η τρέχουσα εκτίμηση διαμορφώνεται σε 2,957 δισ. ευρώ. Το αντίστοιχο κόστος στο προηγούμενο εγκεκριμένο πρόγραμμα ήταν περίπου 2,026 δισ. ευρώ, γεγονός που συνεπάγεται αύξηση σχεδόν 930 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό και περίπου 900 εκατ. ευρώ σε σχέση με την εκδοχή του ΔΠΑ που είχε υποβληθεί το 2024-2025.

Η αναπροσαρμογή αυτή οφείλεται κυρίως στη διεθνή άνοδο του κόστους καλωδίων HVDC, αλλά και σε τεχνικές τροποποιήσεις του σχεδιασμού. Στην επικαιροποιημένη εκτίμηση περιλαμβάνεται πλέον ξεχωριστό υποέργο οπτικών ινών για τον τηλεέλεγχο της διασύνδεσης, καθώς και αυξημένα κόστη σε καλώδια εναλλασσόμενου ρεύματος, σταθμούς μετατροπής και έργα υποσταθμών.

Παράλληλα, μετατοπίζεται χρονικά και η ολοκλήρωση του έργου. Τα βασικά υποέργα της πρώτης φάσης των Δωδεκανήσων τοποθετούνται πλέον γύρω στο 2030, με την εγκατάσταση του DC καλωδίου να προηγείται, αλλά την πλήρη ηλεκτρισή του να εξαρτάται από την ολοκλήρωση των σταθμών μετατροπής.

Αναπροσαρμογές καταγράφονται και για τη διασύνδεση των νησιών του Βορείου Αιγαίου. Οι καθυστερήσεις σε αδειοδοτήσεις, αλλαγές όδευσης και τεχνικές προσαρμογές μεταθέτουν το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης επίσης προς το 2030, με αντίστοιχη μεταφορά των χρηματοροών των επενδύσεων στα επόμενα έτη. Αν και το έγγραφο δεν δίνει νέο συνολικό προϋπολογισμό για το σύνολο του έργου, η χρονική μετάθεση συνεπάγεται αύξηση κόστους κεφαλαίου και επιμήκυνση της επενδυτικής περιόδου.

Στο ΔΠΑ εντάσσονται επιπλέον τέσσερα νέα έργα υποδομών και ψηφιακού εκσυγχρονισμού συνολικού ύψους περίπου 205 εκατ. ευρώ: πρόγραμμα ανακαινίσεων υποσταθμών και κτιρίων (35 εκατ.), σύστημα ψηφιακής ασφάλειας (21,2 εκατ.), νέες στεγαστικές και αποθηκευτικές εγκαταστάσεις (127,2 εκατ.) και Ψηφιακό Κέντρο Συντήρησης (22 εκατ.). Τα έργα αυτά αυξάνουν το συνολικό επενδυτικό πακέτο του Διαχειριστή και εντάσσονται πλέον στον σχεδιασμό της περιόδου 2025-2034.

Αν ληφθούν υπόψη οι επικαιροποιημένες εκτιμήσεις για τις διασυνδέσεις Δωδεκανήσων, οι χρονικές μεταθέσεις στο Βόρειο Αιγαίο και τα νέα έργα που προστίθενται στο πρόγραμμα, το συνολικό κόστος του ΔΠΑ για την περίοδο έως το 2034 εκτιμάται ότι διαμορφώνεται σημαντικά υψηλότερα από τις αρχικές προβλέψεις. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και τις αναθεωρήσεις που έχουν δημοσιοποιηθεί, το συνολικό επενδυτικό πακέτο του Διαχειριστή προσεγγίζει πλέον τα επίπεδα των 15 δισ. ευρώ, με τις νησιωτικές διασυνδέσεις να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των αυξήσεων. Πρόκειται για εκτίμηση που ενσωματώνει τις νέες παραμέτρους κόστους και τις μετατοπίσεις χρηματοροών, αλλά ενδέχεται να αναθεωρηθεί περαιτέρω με την τελική έγκριση του προγράμματος και τον καθορισμό του επιτρεπόμενου εσόδου της επόμενης ρυθμιστικής περιόδου.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή ενός επενδυτικού κύκλου με αυξημένο αρχικό κόστος, κυρίως λόγω των διεθνών τιμών εξοπλισμού και των τεχνικών προσαρμογών στα μεγάλα έργα, αλλά με σταδιακή αποτύπωση των ωφελειών στο σύστημα και στους καταναλωτές καθώς οι διασυνδέσεις τίθενται σε λειτουργία και μειώνεται η ανάγκη επιδότησης της παραγωγής στα μη διασυνδεδεμένα νησιά.

Αναπροσαρμογές προϋπολογισμών, αυξάνονται τα κόστη των διασυνδέσεων

Την ίδια ώρα, καταγράφεται αύξηση που προσεγγίζει το 1,1–1,2 δισ. ευρώ στο συνολικό επενδυτικό αποτύπωμα του Δεκαετούς Προγράμματος Ανάπτυξης 2025-2034 του ΑΔΜΗΕ, μετά την επικαιροποίηση των προϋπολογισμών για τις διασυνδέσεις Δωδεκανήσων και Βορείου Αιγαίου και την ένταξη νέων έργων υποδομών. Η μεγαλύτερη μεταβολή προέρχεται από τη διασύνδεση των Δωδεκανήσων, της οποίας ο προϋπολογισμός αυξάνεται κατά περίπου 900-950 εκατ. ευρώ, ενώ επιπλέον περίπου 200 εκατ. ευρώ αφορούν νέα έργα που εντάσσονται στο πρόγραμμα. Οι μετατοπίσεις στο έργο του Βορείου Αιγαίου επιβαρύνουν περαιτέρω το επενδυτικό πακέτο, χωρίς ακόμη να έχει αποτυπωθεί πλήρως το τελικό κόστος.

Η μεγαλύτερη αναπροσαρμογή αφορά τη διασύνδεση των Δωδεκανήσων, και ειδικά τον βασικό κορμό HVDC Κόρινθος-Κως. Μετά τον άγονο διαγωνισμό και την επανεκτίμηση της αγοράς καλωδίων, ο προϋπολογισμός για τα καλωδιακά τμήματα επανακαθορίζεται σε περίπου 1,35 δισ. ευρώ, ενώ στο σύνολο του έργου μαζί με σταθμούς μετατροπής, υποσταθμούς, εναέριες γραμμές και λοιπά υποέργα η τρέχουσα εκτίμηση διαμορφώνεται σε 2,957 δισ. ευρώ. Το αντίστοιχο κόστος στο προηγούμενο εγκεκριμένο πρόγραμμα ήταν περίπου 2,026 δισ. ευρώ, γεγονός που συνεπάγεται αύξηση σχεδόν 930 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό και περίπου 900 εκατ. ευρώ σε σχέση με την εκδοχή του ΔΠΑ που είχε υποβληθεί το 2024-2025.

Η αναπροσαρμογή αυτή οφείλεται κυρίως στη διεθνή άνοδο του κόστους καλωδίων HVDC, αλλά και σε τεχνικές τροποποιήσεις του σχεδιασμού. Στην επικαιροποιημένη εκτίμηση περιλαμβάνεται πλέον ξεχωριστό υποέργο οπτικών ινών για τον τηλεέλεγχο της διασύνδεσης, καθώς και αυξημένα κόστη σε καλώδια εναλλασσόμενου ρεύματος, σταθμούς μετατροπής και έργα υποσταθμών.

Παράλληλα, μετατοπίζεται χρονικά και η ολοκλήρωση του έργου. Τα βασικά υποέργα της πρώτης φάσης των Δωδεκανήσων τοποθετούνται πλέον γύρω στο 2030, με την εγκατάσταση του DC καλωδίου να προηγείται, αλλά την πλήρη ηλεκτρισή του να εξαρτάται από την ολοκλήρωση των σταθμών μετατροπής.

Αναπροσαρμογές καταγράφονται και για τη διασύνδεση των νησιών του Βορείου Αιγαίου. Οι καθυστερήσεις σε αδειοδοτήσεις, αλλαγές όδευσης και τεχνικές προσαρμογές μεταθέτουν το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης επίσης προς το 2030, με αντίστοιχη μεταφορά των χρηματοροών των επενδύσεων στα επόμενα έτη. Αν και το έγγραφο δεν δίνει νέο συνολικό προϋπολογισμό για το σύνολο του έργου, η χρονική μετάθεση συνεπάγεται αύξηση κόστους κεφαλαίου και επιμήκυνση της επενδυτικής περιόδου.

Στο ΔΠΑ εντάσσονται επιπλέον τέσσερα νέα έργα υποδομών και ψηφιακού εκσυγχρονισμού συνολικού ύψους περίπου 205 εκατ. ευρώ: πρόγραμμα ανακαινίσεων υποσταθμών και κτιρίων (35 εκατ.), σύστημα ψηφιακής ασφάλειας (21,2 εκατ.), νέες στεγαστικές και αποθηκευτικές εγκαταστάσεις (127,2 εκατ.) και Ψηφιακό Κέντρο Συντήρησης (22 εκατ.). Τα έργα αυτά αυξάνουν το συνολικό επενδυτικό πακέτο του Διαχειριστή και εντάσσονται πλέον στον σχεδιασμό της περιόδου 2025-2034.

Αν ληφθούν υπόψη οι επικαιροποιημένες εκτιμήσεις για τις διασυνδέσεις Δωδεκανήσων, οι χρονικές μεταθέσεις στο Βόρειο Αιγαίο και τα νέα έργα που προστίθενται στο πρόγραμμα, το συνολικό κόστος του ΔΠΑ για την περίοδο έως το 2034 εκτιμάται ότι διαμορφώνεται σημαντικά υψηλότερα από τις αρχικές προβλέψεις. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και τις αναθεωρήσεις που έχουν δημοσιοποιηθεί, το συνολικό επενδυτικό πακέτο του Διαχειριστή προσεγγίζει πλέον τα επίπεδα των 15 δισ. ευρώ, με τις νησιωτικές διασυνδέσεις να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των αυξήσεων. Πρόκειται για εκτίμηση που ενσωματώνει τις νέες παραμέτρους κόστους και τις μετατοπίσεις χρηματοροών, αλλά ενδέχεται να αναθεωρηθεί περαιτέρω με την τελική έγκριση του προγράμματος και τον καθορισμό του επιτρεπόμενου εσόδου της επόμενης ρυθμιστικής περιόδου.

Διαβάστε ακόμη