Ο Ιανουάριος του 2026 θα μείνει στη μνήμη των ευρωπαϊκών αγορών ηλεκτρικής ενέργειας για τα ιστορικά spreads, τη ραγδαία αύξηση της ζήτησης, την αναστάτωση στην αγορά φυσικού αερίου και τις ακραίες διασυνοριακές ροές. Στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, οι traders παρακολούθησαν τα premiums και τα discounts έναντι της Γερμανίας να εκτοξεύονται σε πολυετή υψηλά, καθώς το χιόνι, η χαμηλή παραγωγή από ΑΠΕ και η αυξημένη κατανάλωση αερίου αναδιαμόρφωσαν τον χάρτη των τιμών.

Ωστόσο, μέσα σε αυτή τη συμφόρηση, τη μεταβλητότητα και την πίεση, η Ελλάδα ξεχώρισε για εντελώς διαφορετικό λόγο. Ενώ μεγάλο μέρος της περιοχής κατέγραφε ρεκόρ εισαγωγών και διευρυνόμενα spreads έναντι της Γερμανίας, η χώρα μας κατέγραψε μία από τις πιο εντυπωσιακές χειμερινές ανατροπές των τελευταίων χρόνων.

Ο Gabor Szatmari, ειδικός στις αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στην Montel EnAppSys, εξετάζει γιατί ο Ιανουάριος παρουσίασε ρεκόρ spreads, αυξημένη ζήτηση και δραματικές μεταβολές τιμών σε ολόκληρη την περιοχή και αναλύει το ελληνικό success story.

O Ιανουάριος των εκπλήξεων

Με μια πρώτη ματιά, η Γερμανία — η αγορά αναφοράς της Ευρώπης — δεν φαινόταν να παρουσιάζει ακραία εικόνα. Οι τιμές κινήθηκαν περίπου 4% κάτω από τον ιστορικό μέσο όρο Ιανουαρίου και περίπου 4% πάνω από το συμβόλαιο τέλους Δεκεμβρίου 2025.

Όμως τα spreads αποκάλυψαν μια διαφορετική πραγματικότητα.

Σε όλη την κεντρική και ανατολική Ευρώπη, οι διαφορές τιμών έναντι της Γερμανίας διευρύνθηκαν σημαντικά:

  • Η Αυστρία κατέγραψε το υψηλότερο premium Ιανουαρίου έναντι της Γερμανίας από το 2023.
  • Η Τσεχία και η Σλοβακία σημείωσαν τα δεύτερα υψηλότερα premiums της ίδιας περιόδου.
  • Η Πολωνία έφτασε σε υψηλό 18 μηνών.
  • Η Ουγγαρία κατέγραψε premium 40,32 ευρώ/MWh, περίπου 30% υψηλότερο από τα μέσα Δεκεμβρίου.
  • Ουγγαρία, Ρουμανία και Βουλγαρία έκλεισαν τον μήνα ως οι τρεις ακριβότερες αγορές της ΕΕ.

Τα spreads αυτά αντικατοπτρίζουν τις βαθύτερες διαρθρωτικές και καιρικές πιέσεις.

Αύξηση της ζήτησης και υποχώρηση των ΑΠΕ

Ο Ιανουάριος έφερε ασυνήθιστα υψηλή ζήτηση σε πολλές χώρες της κεντρικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης:

  • Αυστρία, Τσεχία και Ρουμανία είχαν ζήτηση περίπου 8% υψηλότερη από τον μέσο όρο 2023-25.
  • Η Ουγγαρία κατέγραψε αύξηση 14%.
  • Συνολικά, Αυστρία, Τσεχία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Γερμανία και Ιταλία χρειάστηκαν περίπου 9 GW επιπλέον ισχύος σε σχέση με έναν τυπικό Ιανουάριο.

Ένας βασικός λόγος ήταν οι έντονες χιονοπτώσεις που κάλυψαν τα φωτοβολταϊκά στέγης, μειώνοντας την αυτοπαραγωγή και αυξάνοντας την εξάρτηση από το δίκτυο.

Ταυτόχρονα, οι ΑΠΕ υποαπέδωσαν:

  • Η ηλιακή παραγωγή στην Αυστρία μειώθηκε κατά περίπου 55%.
  • Η υδροηλεκτρική παραγωγή μειώθηκε έως και 30% σε ορισμένες περιοχές.
  • Η αιολική παραγωγή στην Πολωνία έπεσε κατά 27% σε σχέση με τον Ιανουάριο 2025.

Το αποτέλεσμα ήταν έντονη στροφή προς θερμική παραγωγή.

Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο αυξήθηκε κατά περίπου 13,5 GW πάνω από τον μέσο όρο των προηγούμενων τριών ετών — ισοδύναμο με την προσθήκη μιας αγοράς στο μέγεθος της Ιταλίας σε επιπλέον ζήτηση αερίου.

Οι αποθήκες φυσικού αερίου άδειαζα με ταχύτερο ρυθμό και η ανησυχία επέστρεψε στις αγορές αερίου.

Το «ανατολικό Premium»

Η αύξηση της ζήτησης οδήγησε σε έντονη εξάρτηση από εισαγωγές:

Οι εισαγωγές της Ουγγαρίας έφτασαν στο δεύτερο υψηλότερο επίπεδο τριετίας, ενώ η Αυστρία κατέγραψε καθαρές εισαγωγές 2,5 GW — υψηλό τριετίας.

Πολωνία, Σλοβακία, Ουγγαρία και Ρουμανία σημείωσαν ρεκόρ εξαγωγών προς την Ουκρανία (1,2 GW), της οποίας το σύστημα παραμένει υπό πίεση μετά την απώλεια έως 30 GW δυναμικότητας το 2025.

Οι αυξημένες ροές προκάλεσαν συμφόρηση στο σύστημα flow-based coupling, ιδίως προς την ανατολική Ευρώπη, διευρύνοντας περαιτέρω τα spreads.

Η ελληνική περίπτωση

Όπως επισημαίνει ο αναλυτής του Montel , μέσα στο κλίμα αυτό υπάρχει μία σαφής ιστορία επιτυχίας: τον Ιανουάριο του 2023, η Ελλάδα εισήγαγε περίπου 1,4 GW για να καλύψει τη ζήτηση, με τις μέσες τιμές εκκαθάρισης να είναι περίπου 74 ευρώ/MWh υψηλότερες από τη Γερμανία. Στον Ιανουάριο του 2026, η εγχώρια παραγωγή διπλασιάστηκε στα 5,6 GW, εκ των οποίων η μισή προερχόταν από ηλιακή, αιολική και υδροηλεκτρική ενέργεια. Η Ελλάδα εξήγαγε περίπου 1,5 GW στην Ιταλία, τη Βουλγαρία και τη Βόρεια Μακεδονία και ολοκλήρωσε τον μήνα ελαφρώς κάτω από τις γερμανικές τιμές. Αυτή είναι μια απτή νίκη για την ενεργειακή μετάβαση και για τους καταναλωτές στην Ελλάδα.

Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Ο Ιανουάριος υπογράμμισε πόσο λεπτή είναι η ισορροπία στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης. Μικρές μεταβολές στην παραγωγή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στον καιρό ή στις διασυνοριακές ροές παράγουν πλέον μεγάλες επιπτώσεις στις τιμές. Οι έμποροι, οι διαχειριστές συστημάτων και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να σχεδιάσουν για μεγαλύτερη αστάθεια στη ζήτηση, ταχύτερες μετατοπίσεις μεταξύ τύπων παραγωγής και τη διαρκή επίδραση των περιφερειακών περιορισμών.

Σύμφωνα με το Montel η περίπτωση της Ελλάδας αποδεικνύει ότι:

  • Η επένδυση σε ΑΠΕ αλλάζει τη χειμερινή δυναμική.
  • Οι διασυνδέσεις δημιουργούν εξαγωγική ευελιξία.
  • Η διαφοροποίηση του μείγματος μειώνει την ευαλωτότητα σε κρίσεις.

Διαβάστε ακόμη