Οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις δεν αποτελούν πλέον ένα τεχνικό έργο υποδομής στο περιθώριο της ενεργειακής πολιτικής, αλλά κρίσιμο πυλώνα για την ασφάλεια εφοδιασμού, τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και τη βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη επιταχύνει την ενεργειακή μετάβαση, ενσωματώνει ολοένα και μεγαλύτερα μερίδια ανανεώσιμων πηγών και καλείται να διαχειριστεί γεωπολιτικούς και οικονομικούς κλυδωνισμούς, τα δίκτυα μεταφοράς αναδεικνύονται σε στρατηγική υποδομή πρώτης γραμμής. Αυτό ακριβώς το πλαίσιο ανέδειξε το νέο επεισόδιο του podcast «Στην Πρίζα», powered by ΑΔΜΗΕ, με καλεσμένο τον Αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), Ιωάννη Τσακίρη, ο οποίος σκιαγράφησε με σαφήνεια τον ρόλο της Τράπεζας στη χρηματοδότηση των μεγάλων έργων που θα καθορίσουν το ενεργειακό αποτύπωμα της Ευρώπης τα επόμενα χρόνια.
Όπως εξήγησε, η ΕΤΕπ αποτελεί τον χρηματοδοτικό βραχίονα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη μεγαλύτερη αναπτυξιακή τράπεζα παγκοσμίως, με μετόχους τα κράτη-μέλη και την υψηλότερη δυνατή πιστοληπτική αξιολόγηση. Μαζί με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων, χρηματοδοτεί επενδύσεις που στοχεύουν στην ανταγωνιστικότητα, την καινοτομία, την κοινωνική συνοχή, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και όπως τόνισε χαρακτηριστικά την κλιματική προσαρμογή, έναν τομέα που αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία για την ανθεκτικότητα των οικονομιών και των υποδομών. Στόχος, όπως σημείωσε, είναι «η Ευρωπαϊκή Ένωση να καταστεί περισσότερο πράσινη, περισσότερο ψηφιακή και περισσότερο ανταγωνιστική».
Η παρουσία της ΕΤΕπ στην Ελλάδα έχει ιδιαίτερο ειδικό βάρος, καθώς, όπως υπενθύμισε ο ίδιος, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης αποτέλεσε τον μοναδικό εξωτερικό χρηματοδοτικό οργανισμό που συνέχισε να στηρίζει τη χώρα. Αυτή η σχέση όχι μόνο διατηρήθηκε αλλά ενισχύθηκε τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, την τελευταία πενταετία η συνολική χρηματοδότηση του Ομίλου ΕΤΕπ στην Ελλάδα έχει υπερβεί τα 16 δισ. ευρώ, ενώ το 2025 έκλεισε ως έτος-ρεκόρ με περίπου 3,5 δισ. ευρώ νέων χρηματοδοτήσεων, σε τομείς όπως η ενέργεια, το νερό, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι κοινωνικές υποδομές. Όπως ανέφερε, το επιχειρησιακό πλάνο της περιόδου 2026–2028 προβλέπει αντίστοιχα μεγέθη, με τη χρηματοδοτική στήριξη να παραμένει εστιασμένη στους ίδιους κρίσιμους πυλώνες.
Κεντρική θέση στη συζήτηση κατείχαν οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις και η μακρόχρονη συνεργασία της ΕΤΕπ με τον ΑΔΜΗΕ. Ο Ιωάννης Τσακίρης περιέγραψε τη σχέση αυτή ως «μακρά και πολύ στενή», υπογραμμίζοντας ότι η Τράπεζα στηρίζει συστηματικά επενδύσεις που ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια, βελτιώνουν την αποδοτικότητα του δικτύου και διευκολύνουν την ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Εμβληματικό παράδειγμα αποτελεί η ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης–Αττικής, το μεγαλύτερο έργο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας που έχει υλοποιηθεί στη χώρα. Όπως σημείωσε, το έργο αυτό συνδέει το μεγαλύτερο ελληνικό νησί, με ιδιαίτερα υψηλές ενεργειακές ανάγκες, με το ηπειρωτικό σύστημα, επιτρέποντας τη διεύρυνση της χρήσης καθαρής ενέργειας, τη μείωση του κόστους παραγωγής από ορυκτά καύσιμα και τη συνολική εξισορρόπηση του ηλεκτρικού δικτύου.
Παράλληλα, ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις διασυνδέσεις των Κυκλάδων, ένα εκτεταμένο δίκτυο καλωδίων μήκους περίπου 350 χιλιομέτρων, που συνδέει νησιά όπως η Σαντορίνη, η Φολέγανδρος, η Μήλος και η Σέριφος με το ηπειρωτικό σύστημα. Σύμφωνα με τον Αντιπρόεδρο της ΕΤΕπ, τα έργα αυτά δεν περιορίζονται στη μείωση της ενεργειακής απομόνωσης των νησιών, αλλά ενισχύουν την ασφάλεια εφοδιασμού και οδηγούν σε μείωση του κόστους για τον Έλληνα καταναλωτή. Η συνεργασία, όπως τόνισε, θα συνεχιστεί και στα επόμενα μεγάλα έργα του Διαχειριστή, συμπεριλαμβανομένων των διασυνδέσεων των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων, για τις οποίες η ΕΤΕπ έχει ήδη εγκρίνει χρηματοδότηση, παρότι οι επενδύσεις δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ανάγκη για ανάπτυξη των ενεργειακών δικτύων και ιδίως των διασυνοριακών διασυνδέσεων έχει αναγνωριστεί επισήμως ως προτεραιότητα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Όπως επισήμανε ο Ιωάννης Τσακίρης, η επαρκής διασύνδεση των συστημάτων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και για τη διαχείριση νέων πηγών εφοδιασμού, τόσο στο ηλεκτρικό σύστημα όσο και στο φυσικό αέριο. «Σαν χώρα έχουμε ζήσει στο πετσί μας τη μη επαρκή ύπαρξη διασυνδέσεων», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η ΕΤΕπ επενδύει διαχρονικά δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως σε διασυνδέσεις μεταξύ ευρωπαϊκών κρατών και θα συνεχίσει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της προσπάθειας.
Η συζήτηση ανέδειξε, τέλος, το ευρύτερο χρηματοδοτικό αποτύπωμα της ΕΤΕπ στην ευρωπαϊκή και ελληνική οικονομία. Ο Αντιπρόεδρος της Τράπεζας εξήγησε ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις χρηματοδοτούνται απευθείας, ενώ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις η ΕΤΕπ συνεργάζεται με τοπικές τράπεζες, συγχρηματοδοτώντας αναπτυξιακά σχέδια με ευνοϊκούς όρους. Το βασικό πλεονέκτημα, όπως σημείωσε, προκύπτει από το χαμηλό κόστος δανεισμού, τους μεγάλους χρόνους αποπληρωμής και τις περιόδους χάριτος που μπορεί να προσφέρει η Τράπεζα, χάρη στην κορυφαία πιστοληπτική της αξιολόγηση.
Κλείνοντας, ο Ιωάννης Τσακίρης σκιαγράφησε μια εικόνα σταδιακού μετασχηματισμού για την ελληνική οικονομία, με ισχυρά σημεία την ενεργειακή μετάβαση, τις επενδύσεις σε υποδομές, την ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και την ψηφιακή καινοτομία. Τόνισε, ωστόσο, ότι σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης ρευστότητας και αβεβαιότητας, η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων παραμένει κρίσιμη προϋπόθεση ώστε η χώρα να ενισχύσει την ανθεκτικότητά της και να περιορίσει τις επιπτώσεις μελλοντικών κρίσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις και η χρηματοδότηση των ενεργειακών υποδομών δεν αποτελούν απλώς επενδυτικά έργα, αλλά στρατηγικές επιλογές με μακροπρόθεσμο αποτύπωμα για την Ελλάδα και την Ευρώπη.
Διαβάστε ακόμη
