Στην τελική ευθεία φαίνεται να βρίσκεται -μετά από πολλές στροφές- η υπεσχημένη παρέμβαση για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας, όπως άφησε να εννοηθεί ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, επισημαίνοντας χθες (Πέμπτη 29 Ιανουαρίου) από το βήμα του Athens Energy Summit ότι «η τελική λύση είναι κοντά». Ο ίδιος υπογράμμισε επίσης ότι η παρέμβαση «θα πρέπει να είναι σε συμμόρφωση με το κοινοτικό πλαίσιο, θα ήταν λάθος μήνυμα προς την Ευρώπη να δείξουμε ότι αυτενεργούμε». Μια δήλωση που δείχνει ότι πέφτουν «τίτλοι τέλους» στο ιταλικό μοντέλο που είχε προτείνει ο ΣΕΒ, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες συνάντησε ισχυρή αντίδραση από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Κομισιόν ως ασύμβατο με το νέο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι σύμφωνα με κύκλους του ΥΠΕΝ, τυχόν εφαρμογή του ιταλικού μοντέλου θα οδηγούσε στην εκκίνηση διαδικασιών για παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας και παραπομπή της χώρας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ένα ρίσκο που η κυβέρνηση δεν έδειξε διατεθειμένη να λάβει.
Στο επίκεντρο της λύσης για το βιομηχανικό ρεύμα η αύξηση των πόρων της αντιστάθμισης
Στο πλαίσιο αυτό, έδαφος φαίνεται να κερδίζει το “plan B” του ΥΠΕΝ, το οποίο αποτελεί επίσης αντικείμενο διαβουλεύσεων με τις Βρυξέλλες και επικεντρώνεται στη διεύρυνση της στήριξης που παρέχεται μέσω ενός ήδη εγκεκριμένου και εφαρμοζόμενου μέτρου που είναι ο μηχανισμός αντιστάθμισης του κόστους των ενεργοβόρων βιομηχανιών επειδή οι τιμές ρεύματος επιβαρύνονται με το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών CO2 και για το λόγο αυτό βρίσκονται εκτεθειμένες στον ανταγωνισμό από εταιρείες που δεν αντιμετωπίζουν αυτή την επιβάρυνση.
Αυτό είναι το βασικό σενάριο που επεξεργάζεται αυτή τη στιγμή το ΥΠΕΝ, με αιχμή του δόρατος της προσπάθειας την αύξηση του εθνικού συντελεστή για το αποτύπωμα CO2 που αυτή τη στιγμή προβλέπεται να μειωθεί βαθμιαία σε 0,58 τόνους CO2/ΜWh για την περίοδο 2026-2030 λόγω της διαδικασίας απολιγνιτοποίησης έναντι 0,73 τόνοι CO2/MWh που ήταν έως το τέλος του 2025. Κάτι που «μεταφράζεται» σε εκτιμώμενη μείωση 17 εκατ. ετησίως των πόρων που διοχετεύονται για την αντιστάθμιση στις επιλέξιμες επιχειρήσεις, (που είναι περίπου 60 στην Ελλάδα), επειδή το ανθρακικό αποτύπωμα της χώρας έγινε πιο πράσινο και μειώθηκε η επιβάρυνση της βιομηχανίας από τους ρύπους. Ένα επιχείρημα που επιχειρεί να καταρρίψει το ΥΠΕΝ και να προωθήσει την αύξηση του συντελεστή, αντιτάσσοντας την επίπτωση από τις εισαγωγές ρεύματος από τις γειτονικές της χώρες όπως η Βουλγαρία και Ρουμανία που έχουν αυξημένο συντελεστή CO2.
Πρόσθετα μέτρα στο τραπέζι
Καλά πληροφορημένες πηγές αναφέρουν επίσης ότι η προωθούμενη ενίσχυση του μέτρου της αντιστάθμισης επιδιώκεται να πλαισιωθεί με πρόσθετα μέτρα, που δεν έχουν ακόμα αποσαφηνιστεί, με ένα πιθανό σενάριο να κάνει λόγο για αξιοποίηση κεφαλαίων από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού της ΕΕ για τη στήριξη της ενεργοβόρου βιομηχανίας.
Στο ερώτημα που εγείρεται γιατί δεν έχει μπει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων το νέο πλαίσιο της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις στην ενεργοβόρο βιομηχανία (CISAF) η απάντηση που δίνεται είναι ότι σύμφωνα με την Ευρώπη οι ενισχύσεις του θα πρέπει να υπολογίζονται σωρευτικά με την αντιστάθμιση ρύπων, οδηγώντας σε υπέρβαση των ανώτατων ορίων κρατικής στήριξης, στην περίπτωση της Ελλάδας, η οποία κάνει εφαρμόζει ευρέως το μέτρο της αντιστάθμισης, σε αντίθεση με άλλες χώρες που προέκριναν την εφαρμογή του CISAF όπως η Βουλγαρία που δεν χρησιμοποιεί καθόλου την αντιστάθμιση επομένως δεν αντιμετωπίζει αυτό το θέμα. Αντιθέτως, η Γερμανία που προσανατολίζεται στην εφαρμογή του CISAF χωρίς όμως να έχει οριστικοποιηθεί ακόμα το σχήμα αλλά χρησιμοποιεί και εκείνη κατά κόρον την αντιστάθμιση όπως και η Ελλάδα διαβουλεύεται με την Επιτροπή για το πώς θα συνδυάσει τα μέτρα. Πηγές της βιομηχανίας επισημαίνουν ότι διέξοδος θα μπορούσε να δοθεί από την κατεύθυνση της Κομισιόν ότι το ίδιο κόστος δεν μπορεί να επιδοτηθεί δυο φορές από δυο διαφορετικά εργαλεία, όμως το CISAF προβλέπει την επιδότηση κατά μέγιστο του 50% της κατανάλωσης ρεύματος των επιλέξιμων βιομηχανιών. Επομένως, για το υπόλοιπο 50% δεν τίθεται θέμα σώρευσης.
Προβληματισμός από τη βιομηχανία
Με προβληματισμό τοποθετείται έναντι των τελευταίων εξελίξεων η βιομηχανία, καθώς υπάρχει ακόμα υψηλή αβεβαιότητα τόσο ως προς το ύψος της συνολικής στήριξης που σύμφωνα με τους υπολογισμούς της θα ήταν της τάξης των 150 εκατ. ευρώ ετησίως για τρία χρόνια εάν εφαρμοζόταν το ιταλικό μοντέλο. Μάλιστα, η στήριξη αυτή θα μπορούσε να συνδυαστεί με την αντιστάθμιση με την ανάγνωση ότι το ιταλικό μοντέλο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση προς τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, αλλά ενεργειακό δάνειο με υποχρέωση επιστροφής και μάλιστα με τόκο) όσο και ως προς την περίμετρο των ωφελούμενων. Και όλα αυτά σε μια περίοδο που οι πιέσεις στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων -και κυρίως αυτών με εξαγωγικό προσανατολισμό- δέχεται πρόσθετο πλήγμα από την ενίσχυση του ευρώ, κάτι που επισήμανε χθες και ο Εκτελεστικός Πρόεδρος της Metlen κ. Ευάγγελος Μυτιληναίος. Κι ενώ άλλες χώρες ευθέως ανταγωνιστικές προς την Ελλάδα όπως η Ιταλία και η Βουλγαρία έχουν ήδη ενεργοποιήσει σχήματα στήριξης των επιχειρήσεών τους που τις θωρακίζουν σε σημαντικό βαθμό από τις πιέσεις αυτές, οι ελληνικές επιχειρήσεις παραμένουν ανοχύρωτες. Στελέχη της βιομηχανίας εγείρουν επίσης ενστάσεις για τη διαπραγματευτική τακτική του ΥΠΕΝ, σημειώνοντας ότι ακόμα περιμένουν επίσημη ενημέρωση για το πού βρίσκονται τα πράγματα
ΕΒΙΚΕΝ: Η αντιστάθμιση είναι κεκτημένο μέτρο
«Το ιταλικό μοντέλο παραμένει στο τραπέζι, χωρίς να υπάρχει πρόθεση να προχωρήσει η εφαρμογή του», δηλώνει ο επικεφαλής της ΕΒΙΚΕΝ Αντώνης Κοντολέων σχολιάζοντας τις εξελίξεις. Αναφερόμενος δε στην προσπάθεια αύξησης του ανθρακικού αποτυπώματος της χώρας υπογραμμίζει ότι η αντιστάθμιση είναι κεκτημένο μέτρο και δεν μπορεί να αποτελέσει την εναλλακτική όπως ουσιαστικά προτείνεται. «H Γερμανία εφαρμόζει αντιστάθμιση 100% και παράλληλα περιμένει έγκριση για το CISAF, το οποίο σαν μέτρο στηρίζει τις υπόλοιπες βιομηχανίες που δεν παίρνουν αντιστάθμιση. Εμείς γιατί δεν εξετάζουμε τη λύση αυτή;» διερωτάται και καταλήγει: «Φοβόμαστε ότι η βιομηχανία θα περιμένει καιρό ακόμη να μάθει εάν θα ληφθούν μέτρα και ποια θα είναι αυτά για να διασφαλιστεί ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας ως προς τους ανταγωνιστές της. Ελπίζουμε να μην είναι αργά…»
Διαβάστε ακόμη
