Τη μεγάλη σημασία που έχουν οι ΑΠΕ για τη διαμόρφωση των χονδρεμπορικών τιμών ηλεκτρισμού αποτυπώνει η «αλλαγή τάσης» στο ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας το τελευταίο διήμερο καθώς οι τιμές πήραν την ανιούσα κι η εγχώρια αγορά βρέθηκε μεταξύ των ακριβότερων αγορών της Ευρώπης (στην πέμπτη θέση για σήμερα Παρασκευή 23 Ιανουαρίου), με τη μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας να διαμορφώνεται στα 167 ευρώ/MWh και τη μέγιστη τιμή να αγγίζει τα 341 ευρώ/MWh.

Πιο συγκεκριμένα, η υποχώρηση των ανέμων που έπνεαν τις προηγούμενες ημέρες -που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της αιολικής παραγωγής- και η συννεφιά -που όπως είναι φυσικό επηρέασε αρνητικά την παραγωγή των φωτοβολταϊκών- είχε ως αποτέλεσμα να περιοριστεί η συμμετοχή των ΑΠΕ στο μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής σε λίγο πάνω από 20% το τελευταίο διήμερο, ενώ τις προηγούμενες ημέρες ήταν πάνω από 40%. Το «κενό» αυτό καλύφθηκε από την ακριβότερη ηλεκτροπαραγωγή από συμβατικές μονάδες, με το ποσοστό του φυσικού αερίου να αγγίζει το 50% και των λιγνιτικών μονάδων το 9%. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι ακόμα και μετά από το άλμα των τελευταίων ημερών, η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του «διακεκαυμένου άξονα», δηλαδή τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία (όπου η  μέση τιμή για σήμερα κινείται στα 225 ευρώ/MWh) και την Ουγγαρία που αγγίζει τα 230 ευρώ/MWh, με την εξαγωγική δυναμική της χώρας μας να παραμένει σταθερά υψηλή, τροφοδοτώντας με ελληνικό ρεύμα τις γειτονικές της χώρες των Βαλκανίων.

Η  μέση τιμή στο Χρηματιστήριο Ενέργειας της Ουγγαρίας σήμερα είναι η υψηλότερη στην Ευρώπη, ενώ Βουλγαρία και Ρουμανία βρίσκονται στην δεύτερη θέση. Οι τιμές που διαμορφώθηκα  ήταν υπερδιπλάσιες σε σχέση με την ευρωπαϊκή αγορά-αναφοράς της Γερμανίας, όπου η μέση τιμή στην Προημερήσια Αγορά διαμορφώθηκε στα 110 ευρώ/MWh.

Επανήλθε τo premium τιμών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης

«Σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας παρουσιάζουν έντονες αποκλίσεις, με τις χονδρεμπορικές αγορές να εξακολουθούν να αντανακλούν βαθιές περιφερειακές ανισορροπίες», ανέφερε σε ανάρτησή του στο LinkedIn ο Τζούλιαν Πόποφ, ανώτερος ερευνητής του think tank Strategic Perspectives και πρώην υπουργός Περιβάλλοντος της Βουλγαρίας.

«Δύο διαρθρωτικοί παράγοντες βρίσκονται πίσω από αυτή την απόκλιση: η αιολική παραγωγή και οι διασυνδέσεις των δικτύων. Όταν η τοπική αιολική παραγωγή είναι χαμηλή, όπως συμβαίνει σήμερα στη νοτιοανατολική Ευρώπη, η προσφορά περιορίζεται και οι τιμές εκτινάσσονται», πρόσθεσε. Παράγοντες της αγοράς που μίλησαν στο Montel συμφώνησαν, επισημαίνοντας την ασθενή αιολική παραγωγή στη Ρουμανία ως βασικό παράγοντα πίσω από το «premium» τιμών στη νοτιοανατολική Ευρώπη.

Σύμφωνα με στοιχεία της Montel EQ, η αιολική παραγωγή στη Ρουμανία αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στα 0,5 GW έως την ερχόμενη Τετάρτη, δηλαδή στο μισό του εποχικού μέσου όρου του 1 GW. Το κύμα ψύχους που πλήττει την περιοχή αυτή την εβδομάδα έχει επίσης ενισχύσει τη ζήτηση και έχει ασκήσει ανοδικές πιέσεις στις τιμές, πρόσθεσαν οι traders.

Περιορισμοί στα δίκτυα

Ακόμη και όταν η αιολική παραγωγή είναι άφθονη στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη, η περιορισμένη ικανότητα μεταφοράς καθιστά δύσκολη τη διοχέτευση φθηνότερης ηλεκτρικής ενέργειας προς τη νοτιοανατολική Ευρώπη, δήλωσε ο Πόποφ.

Οι συμμετέχοντες στην αγορά εδώ και καιρό επισημαίνουν τους επίμονους περιορισμούς των δικτύων που περιορίζουν τις ροές προς την Ουγγαρία ως βασικό ανοδικό παράγοντα για τις τιμές στην περιοχή. Παράλληλα, η διασυνοριακή δυναμικότητα μεταξύ Βουλγαρίας και Βόρειας Μακεδονίας μειώθηκε στο μισό, από 1.200 MW σε 600 MW, χθες, σύμφωνα με στοιχεία του διαχειριστή συστήματος μεταφοράς της Βόρειας Μακεδονίας, Mepso.

«Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να δώσουν προτεραιότητα σε ταχείες επενδύσεις στα διασυνοριακά δίκτυα, ώστε να ενσωματωθούν καλύτερα οι εθνικές αγορές στην εσωτερική αγορά ενέργειας της ΕΕ, να αναπτυχθούν λύσεις αποθήκευσης φιλικές προς τα δίκτυα, όπως οι μπαταρίες μεγάλης κλίμακας, για την εξομάλυνση της μεταβλητότητας των ΑΠΕ, και να αρθούν τα πολιτικά εμπόδια στην αιολική και άλλη καθαρή παραγωγή», κατέληξε ο Πόποφ.

Διαβάστε ακόμη