Ελπίδες για μια διατηρήσιμη αλλαγή της «τάσης» των χονδρεμπορικών τιμών ρεύματος στο Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας που μέχρι πρότινος κατατασσόταν μεταξύ των ακριβότερων αγορών της Ευρώπης γεννά η μέχρι τώρα πορεία εντός του 2026. Χθες (Δευτέρα 19 Ιανουαρίου) η Ελλάδα εμφάνισε την χαμηλότερη χονδρεμπορική τιμή στην Ευρώπη (109 ευρώ/MWh) κάτι που συμβαίνει για δεύτερη φορά μέσα στον μήνα, ενώ για σήμερα (Τρίτη 20 Ιανουαρίου) που η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώνεται στα 112,19 ευρώ/MWh είναι η τέταρτη χαμηλότερη, πίσω μόνο από τη Γαλλία, τις χώρες της Ιβηρικής και την Ιρλανδία. Δέκα ημέρες πριν κλείσει ο Ιανουάριος, η μέση τιμή στην ελληνική χονδρεμπορική αγορά διαμορφώνεται στα 100,58 ευρώ/MWh (πέμπτη χαμηλότερη τιμή στην Ευρώπη μετά τη Σουηδία, τη Γαλλία, τη Φινλανδία, την Πορτογαλία και την Ισπανία) και σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με το Δεκέμβριο, μήνα κατά τον οποίο επίσης οι τιμές επέδειξαν…σχετική αυτοσυγκράτηση, με κλείσιμο στα 112 ευρώ/MWh. Αν η θετική αυτή τάση συνεχιστεί, είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι θα αποτυπωθεί και στα «πράσινα» τιμολόγια του Φεβρουαρίου στη λιανική αγορά, οι χρεώσεις των οποίων θα ανακοινωθούν την 1η του επόμενου μήνα.
Αν και οι λόγοι πίσω από αυτή την βελτίωση είναι σε κάποιο βαθμό συγκυριακοί και συνδέονται με τη πολύ υψηλή αιολική παραγωγή τις προηγούμενες ημέρες (που οδήγησε στα ύψη το μερίδιο των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή) σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στη χώρα μας η ζήτηση συγκρατήθηκε σε πιο ελεγχόμενα επίπεδα σε σχέση με άλλες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης όπου επικράτησε κύμα ψύχους, εντούτοις αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι η εικόνα της αγοράς είναι πολύ διαφορετική σε σχέση με έναν χρόνο πριν, όταν κινούνταν στον «αστερισμό» των κρουσμάτων ακραία υψηλών τιμών και ενδοημερήσιων διακυμάνσεων, με την κυβέρνηση να καταφεύγει σε έκτακτες επιδοτήσεις των τιμολογίων λιανικής για το πρώτο δίμηνο του 2025.
Ο ρόλος των αυξημένων εξαγωγών ρεύματος προς τα Βαλκάνια
Έχει επίσης τη σημασία του ότι πέρα από τη συγκυρία, υπάρχει ένας διαρθρωτικός παράγοντας που «δίνει ρεύμα» στην αλλαγή του υποδείγματος στην εγχώρια αγορά και αυτός είναι η ενίσχυση της εξαγωγικής δυναμικής της χώρας. Πράγματι, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι χώρες των Βαλκανίων καλύπτουν σε μεγάλο βαθμό τις ανάγκες τους σε ρεύμα από την ελληνική αγορά η οποία συχνά είναι εξαγωγική όλες τις ώρες της ημέρας. Την ίδια στιγμή, η αύξηση των εξαγωγών δεν δημιουργεί πιέσεις στις τιμές στην εγχώρια αγορά όπως συνέβαινε στο παρελθόν και τούτο διότι συνδυάζεται με την ολοένα και μεγαλύτερη παραγωγή από ΑΠΕ (φωτοβολταϊκά και αιολικά) που ανοίγουν τον δρόμο για αυξημένες εξαγωγές προς τις γειτονικές χώρες, κάτι που οδηγεί στην πλήρη αξιοποίηση της μεταφορικής ικανότητας στις διεθνείς διασυνδέσεις, όπως αυτή με τη Βουλγαρία. Όταν αυτό συμβαίνει παρατηρείται το φαινόμενο της αποσύζευξης (decoupling) με τη βουλγαρική αγορά με την οποία η ελληνική είναι συζευγμένη, με αποτέλεσμα η ελληνική αγορά να μην επηρεάζεται πλέον από αυτές του γνωστού «άξονα» Βουλγαρίας-Ρουμανίας- Ουγγαρίας που βρέθηκε στο επίκεντρο επαναλαμβανόμενων κρίσεων τιμών την τελευταία διετία. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο η εγχώρια αγορά κινείται σήμερα στα 112 ευρώ/MWh -με μέγιστη τιμή τα 168,88 ευρώ/MWh-, ενώ η Βουλγαρία εμφανίζουν σχεδόν διπλάσια μέση τιμή (187 ευρώ/MWh) και μέγιστες τιμές κοντά στα 300 ευρώ/MWh.
Η χειμερινή κυριαρχία των ΑΠΕ και η αύξηση της υδροηλεκτρικής παραγωγής
Οι ΑΠΕ πρωτοστατούν στο μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής με ποσοστό 42,25% αφήνοντας στη δεύτερη θέση την ακριβότερη ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο (33,14%), ενώ «πλάτη» φαίνεται να βάζουν και οι υδροηλεκτρικές μονάδες, η χρήση των οποίων έχει αυξηθεί το τελευταίο διάστημα και κινείται στα επίπεδα του 10% ή και λίγο παραπάνω, με φόντο την αύξηση της στάθμης των υδάτων στους ταμιευτήρες μετά τις βροχοπτώσεις του τελευταίου διαστήματος.
Ασφαλώς το ζητούμενο είναι αν η θετική αυτή εικόνα να διατηρηθεί και υπό άλλες συνθήκες, λιγότερο ευνοϊκές από αυτές που καταγράφονται σήμερα, όταν η εγχώρια ζήτηση -όπως αποτυπώνεται στα φορτία- διατηρείται σε συγκρατημένα για αυτή την εποχή επίπεδα, δημιουργώντας «ρεύμα» εξαγωγών, εν αντιθέσει με αυτό που συμβαίνει στις περισσότερες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπου οι πολύ χαμηλές θερμοκρασίες έχουν οδηγήσει στα ύψη την εγχώρια ζήτηση, που σε ορισμένες περιπτώσεις κατέγραψε ιστορικά ρεκόρ.
Το άλλο πλεονέκτημα που εμφάνισε η Ελλάδα στην παρούσα φάση -πέρα από τη συγκράτηση της ζήτησης- είναι όπως προαναφέρθηκε τα υψηλά μποφόρ που επικρατούν από την αρχή του χρόνου (δίνοντας πνοή στην αιολική παραγωγή και στην παραγωγή από ΑΠΕ συνολικά σε συνδυασμό με τα φωτοβολταίκά) με παράλληλη αύξηση και της υδροηλεκτρικής παραγωγής. Ρόλο στην διαμόρφωση της θετικής εικόνας διαδραμάτισε επίσης όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς και οι εισαγωγές πολύ φθηνής υδροηλεκτρικής ενέργειας από την Αλβανία, αλλά και ο ευέλικτος στόλος των μονάδων φυσικού αερίου της Ελλάδας.
Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει γράψει το energygame.gr η τάση των χαμηλών χονδρεμπορικών τιμών στην παρούσα φάση έρχεται να προστεθεί σε μια ευρύτερη «δέσμη» θετικών εξελίξεων στην εγχώρια αγορά ηλεκτρισμού που περιλαμβάνει την μείωση των Λογαριασμών Προσαυξήσεων (και κατά συνέπεια το κόστος στην Αγορά Εξισορρόπησης) το τελευταίο δίμηνο του 2025, τον περιορισμό των ρευματοκλοπών και τη διαφαινόμενη εξομάλυνση των χρεώσεων ΥΚΩ στο ορατό μέλλον λόγω της λειτουργίας της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κρήτης-Αττικής. Εξελίξεις που δεν σημαίνουν ότι επιλύθηκαν τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα που ταλανίζουν την αγορά, όμως παραπέμπουν στην συνολική εικόνα μιας αγοράς που αλλάζει και όπως φαίνεται αλλάζει προς το καλύτερο…
Διαβάστε ακόμη
