Με τις ευρωπαϊκές αποθήκες φυσικού αερίου να βρίσκονται ακόμη αισθητά κάτω από τα συνήθη επίπεδα για την εποχή και τον επόμενο χειμώνα να βρίσκεται ήδη στο επίκεντρο των αγορών, το μεγάλο ερώτημα είναι εάν η Ευρώπη θα καταφέρει να αναπληρώσει εγκαίρως τα αποθέματά της χωρίς να πυροδοτηθεί ένας νέος κύκλος εκτίναξης των τιμών. Η απάντηση που δίνει ανάλυση του Bloomberg είναι καθησυχαστική: παρά τη βραδύτερη πρόοδο των αποθεμάτων και τις γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, η ήπειρος φαίνεται ότι θα συγκεντρώσει αρκετές ποσότητες φυσικού αερίου ώστε να αποφύγει ένα σοκ αντίστοιχο με εκείνο του 2022.

Η φετινή περίοδος επαναπλήρωσης ξεκίνησε από ιδιαίτερα δυσμενή αφετηρία. Μετά τον χειμώνα 2025-2026, οι ευρωπαϊκές αποθήκες είχαν υποχωρήσει μόλις στο 27% της χωρητικότητάς τους, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων ετών. Παρότι από τις αρχές Απριλίου μέχρι τις αρχές Ιουνίου προστέθηκαν περίπου 145 τεραβατώρες φυσικού αερίου στα υπόγεια αποθέματα της ηπείρου, οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης ήταν την 1η Ιουνίου γεμάτες μόλις κατά 41%, όταν ο μέσος όρος της τελευταίας δεκαετίας για την ίδια περίοδο διαμορφώνεται κοντά στο 53%.

Τα στοιχεία αυτά εξηγούν γιατί η κατάσταση των αποθηκών έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους δείκτες που παρακολουθούν σήμερα οι ενεργειακές αγορές, οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες. Το ενδιαφέρον είναι ακόμη μεγαλύτερο καθώς η πολεμική ένταση γύρω από το Ιράν και οι κίνδυνοι για τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ απειλούν μία από τις σημαντικότερες οδούς μεταφοράς LNG παγκοσμίως, από την οποία διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Παρά τις ανησυχίες αυτές, οι Βρυξέλλες εκτιμούν ότι τα ευρωπαϊκά αποθέματα μπορούν να προσεγγίσουν το 80% της χωρητικότητάς τους πριν από την έναρξη της χειμερινής περιόδου. Το Bloomberg εμφανίζεται πιο συγκρατημένο, υπολογίζοντας ότι με τους σημερινούς ρυθμούς επαναπλήρωσης οι αποθήκες ενδέχεται να φθάσουν περίπου στο 70% έως τα τέλη Οκτωβρίου. Ωστόσο, ακόμη και επίπεδα της τάξης του 75% θεωρούνται επαρκή για την ασφαλή κάλυψη της ζήτησης κατά τους ψυχρούς μήνες, ιδιαίτερα εάν αποκατασταθεί πλήρως η ομαλή ροή φορτίων LNG από τη Μέση Ανατολή.

Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίζεται καθησυχαστική ως προς την ασφάλεια εφοδιασμού της ΕΕ, παρά την κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή. Μόλις πριν δύο ημέρες, ο Επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν, μιλώντας στο ετήσιο συνέδριο της Eurelectric στο Ελσίνκι, εκτίμησε ότι δεν υφίσταται άμεσος κίνδυνος για τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης, προειδοποίησε όμως ότι μια παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση θα μπορούσε να επιβαρύνει σημαντικά τις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όπως ανέφερε, η πρόσφατη άνοδος των τιμών έχει ήδη αυξήσει το ενεργειακό κόστος της ΕΕ κατά περίπου 600 εκατ. ευρώ ημερησίως, ενώ υπογράμμισε ότι η Ευρώπη παραμένει ευάλωτη όσο εξακολουθεί να εξαρτάται από τα ορυκτά καύσιμα.

Στο πλαίσιο αυτό, επανέλαβε ότι η απάντηση της Ένωσης βρίσκεται στην επιτάχυνση των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δίκτυα και εξηλεκτρισμό, σημειώνοντας ότι η ενεργειακή κρίση ενισχύει την ανάγκη για ταχύτερη μετάβαση σε ένα πιο ανθεκτικό και λιγότερο εξαρτημένο ενεργειακό σύστημα.

Τα στενά του Ορμούζ, το LNG και οι ανησυχίες της αγοράς

Η προσοχή των αγορών είναι στραμμένη κυρίως στις εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, τα οποία αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους παγκοσμίως. Οποιαδήποτε παρατεταμένη διαταραχή στη διέλευση δεξαμενόπλοιων θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα τις παγκόσμιες ροές LNG, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα φορτία μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.

Παρόλα αυτά, η σημερινή κατάσταση διαφέρει ουσιαστικά από εκείνη που επικρατούσε πριν από τέσσερα χρόνια. Σύμφωνα με την ανάλυση, οι τρέχουσες τιμές φυσικού αερίου, που κινούνται λίγο κάτω από τα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα, αποδεικνύονται αρκετά υψηλές ώστε να προσελκύουν φορτία LNG από την αμερικανική ήπειρο, αλλά όχι τόσο υψηλές ώστε να προκαλούν πανικό στις αγορές ή εκτίναξη του ενεργειακού κόστους για τη βιομηχανία και τα νοικοκυριά.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η αγορά εξακολουθεί να λειτουργεί αποτελεσματικά, επιτρέποντας την ομαλή εισροή ποσοτήτων LNG και παράλληλα συγκρατώντας μέρος της βιομηχανικής κατανάλωσης. Για τον λόγο αυτό, οι ευρωπαϊκές αρχές αποφεύγουν προς το παρόν να εκπέμψουν σήματα ανησυχίας ή να εξετάσουν έκτακτες παρεμβάσεις στην αγορά.

Γιατί η Ευρώπη είναι πιο προετοιμασμένη από το 2022

Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με την περίοδο που προηγήθηκε της ενεργειακής κρίσης του 2022 είναι ότι η αγορά φυσικού αερίου διαθέτει πλέον πολύ περισσότερες δικλείδες ασφαλείας.

Τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί σημαντική νέα παραγωγική δυναμικότητα LNG, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυξάνοντας την παγκόσμια προσφορά και ενισχύοντας την ευελιξία του συστήματος. Παράλληλα, οι μεγάλες οικονομίες της Ασίας εμφανίζονται περισσότερο προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενες διαταραχές.

Η Κίνα, η οποία απορροφά περίπου το 24% των εξαγωγών LNG του Κατάρ, διαθέτει τη δυνατότητα να υποκαταστήσει μέρος της κατανάλωσης φυσικού αερίου με άνθρακα. Το ίδιο ισχύει για την Ινδία, το Πακιστάν και το Μπανγκλαντές, που μαζί αντιπροσωπεύουν περίπου το 28% των καταριανών εξαγωγών LNG. Ακόμη και η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα μπορούν να αυξήσουν τη χρήση συμβατικών καυσίμων σε ορισμένες περιπτώσεις, απελευθερώνοντας πρόσθετα φορτία για την ευρωπαϊκή αγορά.

Αυτή η δυνατότητα λειτουργεί ως ένας σημαντικός μηχανισμός εξισορρόπησης της παγκόσμιας αγοράς, περιορίζοντας τον κίνδυνο ακραίων ελλείψεων όπως εκείνων που παρατηρήθηκαν το 2022.

ΑΠΕ, πυρηνικά και υδροηλεκτρικά μειώνουν την εξάρτηση από το αέριο

Την ίδια στιγμή, το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα έχει αλλάξει σημαντικά. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα είναι σήμερα αισθητά υψηλότερη σε σχέση με πριν από τέσσερα χρόνια, μειώνοντας την ανάγκη κατανάλωσης φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή.

Παράλληλα, η πυρηνική παραγωγή της Γαλλίας έχει επανέλθει σε πολύ υψηλότερα επίπεδα μετά τα εκτεταμένα τεχνικά προβλήματα που είχαν οδηγήσει εκτός λειτουργίας δεκάδες αντιδραστήρες το 2022. Σημαντική είναι και η συμβολή των υδροηλεκτρικών μονάδων, καθώς οι υδρολογικές συνθήκες εμφανίζονται σαφώς βελτιωμένες σε σχέση με την περίοδο της ξηρασίας που είχε περιορίσει δραστικά την παραγωγή τους κατά τη διάρκεια της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης.

Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων σημαίνει ότι η Ευρώπη χρειάζεται σήμερα μικρότερες ποσότητες φυσικού αερίου για να καλύψει τις ενεργειακές της ανάγκες, γεγονός που μειώνει την πίεση στις αγορές και διευκολύνει την προσπάθεια επαναπλήρωσης των αποθηκών.

Οι τιμές δείχνουν ότι η αγορά δεν φοβάται νέο σοκ

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η συμπεριφορά των ίδιων των τιμών. Τον περασμένο Μάρτιο, οι τιμές χονδρικής του φυσικού αερίου είχαν προσεγγίσει τα 75 ευρώ ανά μεγαβατώρα, με αρκετές επενδυτικές τράπεζες να προειδοποιούν ότι η αγορά θα μπορούσε σύντομα να κινηθεί προς τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Το σενάριο αυτό δεν επιβεβαιώθηκε. Αντίθετα, οι τιμές αναφοράς στην Ευρώπη κινούνται τους τελευταίους μήνες μεταξύ 40 και 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα, γεγονός που αντανακλά την πεποίθηση των αγορών ότι η ήπειρος θα καταφέρει να περάσει τον επόμενο χειμώνα χωρίς να αντιμετωπίσει τις ακραίες ελλείψεις που σημάδεψαν την περίοδο 2021-2022.

Όπως επισημαίνει το Bloomberg, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις οφείλουν να παραμείνουν σε εγρήγορση, ιδιαίτερα εάν οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές LNG παραταθούν πέραν του καλοκαιριού. Ωστόσο, με τα σημερινά δεδομένα, η εικόνα απέχει σημαντικά από το κλίμα πανικού που επικρατούσε πριν από τέσσερα χρόνια. Η Ευρώπη εξακολουθεί να έχει μπροστά της έναν δύσκολο αγώνα για την πλήρωση των αποθηκών φυσικού αερίου, αλλά αυτή τη φορά φαίνεται να διαθέτει περισσότερα εργαλεία, περισσότερες πηγές προμήθειας και ένα ενεργειακό σύστημα πολύ πιο ανθεκτικό απέναντι στις αναταράξεις της αγοράς.

Διαβάστε ακόμη