Περίπου το ένα τρίτο των εισαγωγών φυσικού αερίου στην Ελλάδα εξακολουθεί να πραγματοποιείται μέσω του σημείου εισόδου του Σιδηροκάστρου, το οποίο αποτελεί τη βασική πύλη για τις ρωσικές ροές. Το μέγεθος αυτό μεταφράζεται σε 8,7 TWh επί συνόλου 26,42 TWh συνολικής ζήτησης κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, δηλαδή σε επίπεδα της τάξης του 33% του ενεργειακού μείγματος. Την ίδια ώρα, τη «μερίδα του λέοντος» κατέχουν οι εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), οι οποίες ανήλθαν σε 14,90 TWh και αντιστοιχούν περίπου στο 56% των συνολικών εισαγωγών, αποτυπώνοντας τη σταδιακή μετατόπιση προς εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, με βάση τα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ για το α’ τρίμηνο του 2026.

Παρά τις συστηματικές προσπάθειες διαφοροποίησης πηγών και οδεύσεων, με βασικό στόχο την πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο από το φθινόπωρο του 2027, σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό σχεδιασμό, η παρουσία του παραμένει ισχυρή. Υπενθυμίζεται ότι από τις 18 Μαρτίου τέθηκε σε ισχύ το πρώτο κρίσιμο ορόσημο, που αφορά την απαγόρευση νέων συμβολαίων για ρωσικό LNG και αγωγούς, εφόσον αυτά έχουν συναφθεί ή ανανεωθεί μετά τις 17 Ιουνίου 2025.

Οι αλλαγές που ενεργοποιήθηκαν σηματοδοτούν αφενός το «κλείσιμο» της αγοράς για νέες ποσότητες ρωσικού αερίου και αφετέρου την επιβάρυνση των εισαγωγών που στηρίζονται σε υφιστάμενα, «παλαιά» συμβόλαια, μέσω πρόσθετων γραφειοκρατικών διαδικασιών. Όπως επισημαίνουν στο energygame.gr καλά πληροφορημένες πηγές, οι νέες υποχρεώσεις επεκτείνονται και στα συμβόλαια που διατηρούν με την Gazprom με ισχύ έως το 2027 οι ελληνικοί όμιλοι (ΔΕΠΑ Εμπορίας, ΔΕΗ και Metlen), οι οποίοι καλούνται πλέον να υποβάλλουν αναλυτικά στοιχεία στις τελωνειακές αρχές, όπως οι εισαγόμενες ποσότητες, τα χαρακτηριστικά και η διάρκεια των συμβάσεων, προκειμένου να λαμβάνουν τις απαραίτητες εγκρίσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου. Στην πράξη, τα τελωνεία προχωρούν στην έκδοση συγκεκριμένων εγκρίσεων για τις εισαγόμενες ποσότητες, βάσει των όρων και της διάρκειας των συμβολαίων. Εντούτοις, το ρωσικό αέριο δεν έχει διεισδύσει μόνο στο ενεργειακό μίγμα της χώρας, καθώς αντίστοιχα μεγέθη καταγράφονται και στις γειτονικές χώρες.

«Κλειδί» ο Κάθετος Διάδρομος

Υπό αυτό το πρίσμα, ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου υπογράμμισε από το βήμα του συνεδρίου Power & Gas για ακόμη μία φορά τη στρατηγική σημασία της σαφούς και συνεκτικής ευρωπαϊκής στάσης απέναντι στο ρωσικό αέριο, επισημαίνοντας την ανάγκη να εκλείψουν οι αμφιβολίες και οι αμφισημίες ως προς την εφαρμογή της απόφασης για την οριστική κατάργησή του.

Παράλληλα, χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική την πρόσφατη συμφωνία των διαχειριστών φυσικού αερίου για τον Κάθετο Διάδρομο, τονίζοντας ότι «πλέον πρέπει να τρέξει το εμπορικό κομμάτι, να χτίσουμε πάνω στο εξαιρετικό πνεύμα συνεργασίας». Όπως ανέφερε, «δεν υπάρχει μια κουλτούρα συνεργασίας μεταξύ των χωρών του Κάθετου Διαδρόμου, όμως το route 1 τις ένωσε για πρώτη φορά», υπογραμμίζοντας ότι «τα 16-17 bcm του Turk Stream πρέπει να αντικατασταθούν με άλλες πηγές», κάτι που προϋποθέτει ανάπτυξη νέων υποδομών, επαρκή αποθήκευση στην Ουκρανία και περαιτέρω διεύρυνση προς τα Δυτικά Βαλκάνια. Για τον  επικεφαλής του Ομίλου AKTOR και CEO της Atlantic SEE LNG Trade, Αλέξανδρο Εξάρχου κομβικός παράγοντας για την επιτυχία του Κάθετου Ενεργειακού Διαδρόμου και την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης αποτελούν τα μακροχρόνια συμβόλαια προμήθειας LNG.

Η συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Διαχειριστών σηματοδοτεί μια νέα αφετηρία για τον Κάθετο Διάδρομο, επιχειρώντας να ξεπεράσει χρόνιες δυσλειτουργίες και να ενισχύσει τον ρόλο του στην αγορά της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, όπου το ρωσικό αέριο εξακολουθεί να έχει παρουσία. Το νέο πλαίσιο, που τίθεται σε δοκιμασία από τον Ιούλιο με τον πρώτο γύρο δημοπρασιών και ημερομηνία έναρξης παράδοσης την 26η Οκτωβρίου, εισάγει προϊόντα μεταφοράς με ευρύτερη χρονική διάρκεια από ημερήσια έως ετήσια, προσφέροντας στους συμμετέχοντες τη δυνατότητα πιο σταθερού και μακροπρόθεσμου προγραμματισμού, σε αντίθεση με το περιορισμένο μοντέλο των μηνιαίων προϊόντων που ίσχυε έως σήμερα. Ταυτόχρονα, η σημαντική μείωση των ταριφών στον άξονα Νότου–Βορρά, σε επίπεδα 6,5–7 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, ενισχύει την εμπορική ελκυστικότητα της διαδρομής, ενώ η πλήρης ευθυγράμμιση τόσο των νέων προϊόντων όσο και της τιμολογιακής πολιτικής με το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο αποτελεί το βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα της συμφωνίας, παρότι παραμένουν ανοιχτά ορισμένα τεχνικά ζητήματα.

Ο Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Gastrade, Κωστής Σιφναίος, υπογράμμισε ότι, σε περίπτωση πλήρους εφαρμογής της απαγόρευσης, θα προκύψει ανάγκη για νέες υποδομές εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «αν υλοποιηθεί πλήρως η απαγόρευση ρωσικού αερίου, θα δημιουργηθεί η ανάγκη για μια πρόσθετη υποδομή LNG terminal στην ελληνική επικράτεια», δηλαδή το δεύτερο πλωτό τερματικό που σχεδιάζει η Gastrade ανοιχτά της Αλεξανδρούπολης.

Πάντως, η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ αναδεικνύει μια αγορά σε μεταβατική φάση, αφού η εξάρτηση από τις παραδοσιακές ροές συνυπάρχει με τη ραγδαία ενίσχυση των εναλλακτικών πηγών. Τα επικαιροποιημένα στοιχεία του πρώτου τριμήνου σκιαγραφούν μια σαφώς ανοδική πορεία της αγοράς φυσικού αερίου, με τη συνολική ζήτηση να διαμορφώνεται στις 26,42 TWh, αυξημένη κατά 18,5% σε ετήσια βάση. Καθοριστικός παράγοντας υπήρξε η εκρηκτική άνοδος των εξαγωγών, οι οποίες σχεδόν τετραπλασιάστηκαν και ανήλθαν στις 5,99 TWh, επιβεβαιώνοντας τον ενισχυμένο ρόλο της Ελλάδας ως διαμετακομιστικού κόμβου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Αντίθετα, η εγχώρια κατανάλωση υποχώρησε οριακά κατά 2,1%, στις 20,43 TWh, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στη μείωση της χρήσης στην ηλεκτροπαραγωγή, παρά την παράλληλη ενίσχυση της ζήτησης στη βιομηχανία, το CNG και τα δίκτυα διανομής.

Την ίδια ώρα, καθοριστικός παράγοντας για τη διαμόρφωση του νέου ενεργειακού μίγματος είναι η ενίσχυση του LNG, το οποίο καλύπτει πλέον το 56% των συνολικών εισαγωγών. Οι εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου ανήλθαν σε 14,90 TWh, με τη Ρεβυθούσα να διατηρεί τον ρόλο της βασικής πύλης εισόδου, συγκεντρώνοντας περίπου το 43% των συνολικών εισαγωγών, ενώ το FSRU Αλεξανδρούπολης ενισχύει σταθερά τη συμβολή του, καλύπτοντας περίπου το 13%. Σε επίπεδο προμηθευτών, οι Ηνωμένες Πολιτείες κυριαρχούν, καλύπτοντας περίπου τα δύο τρίτα των φορτίων LNG, με τη Νιγηρία να ακολουθεί και μικρότερες ποσότητες να προέρχονται από Αίγυπτο και Μαυριτανία.

Η μετατόπιση αυτή αποτυπώνεται με σαφήνεια και στην τοποθέτηση της Διευθύνουσας Συμβούλου του ΔΕΣΦΑ, Μαρία Σφερούτσα, η οποία έδωσε το στίγμα της μετατόπισης του συστήματος, επισημαίνοντας ότι η κάλυψη της ζήτησης βασίζεται πλέον σε μεγάλο βαθμό σε LNG από διαφοροποιημένες πηγές, γεγονός που ενισχύει την ασφάλεια εφοδιασμού της χώρας. Όπως σημείωσε, το 56% της ζήτησης καλύπτεται μέσω LNG, με την πλειονότητα των φορτίων να προέρχεται από τις ΗΠΑ και την Αφρική, στοιχείο που κατά την ίδια αποδεικνύει ότι το σύστημα έχει ήδη αναπτύξει σημαντική ανθεκτικότητα απέναντι σε γεωπολιτικούς κινδύνους. Ταυτόχρονα, επεσήμανε ότι ο βασικός κίνδυνος δεν εντοπίζεται πλέον τόσο στην προέλευση των ποσοτήτων, όσο στη λειτουργία της αγοράς spot και στην πιθανότητα εκτροπής φορτίων LNG σε περιόδους υψηλών τιμών.

Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η αυξημένη δραστηριότητα μικρής κλίμακας LNG, με την υπηρεσία LNG Truck Loading να καταγράφει εντυπωσιακή άνοδο. Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 πραγματοποιήθηκαν 273 φορτώσεις φορτηγών LNG, σχεδόν διπλάσιες σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ οι διακινηθείσες ποσότητες αυξήθηκαν κατά περίπου 92%, γεγονός που υποδηλώνει τη σταδιακή διεύρυνση της αγοράς και σε νέες χρήσεις, πέραν της ηλεκτροπαραγωγής.

Συνολικά, η εικόνα του πρώτου τριμήνου του 2026 αποτυπώνει με σαφήνεια τη μεταβατική φύση της αγοράς: το ρωσικό αέριο εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρό αποτύπωμα μέσω των αγωγών, ωστόσο η ταχεία ενίσχυση του LNG και των νέων υποδομών αναδιαμορφώνει σταδιακά το ενεργειακό ισοζύγιο, θέτοντας τις βάσεις για μια πιο διαφοροποιημένη και ανθεκτική αγορά ενόψει της πλήρους απεξάρτησης τα επόμενα χρόνια.

Διαβάστε ακόμη