Στο Μπακού, με τη συμμετοχή εκπροσώπων από 27 κυβερνήσεις-εταίρους και 60 θεσμούς και εταιρείες, πραγματοποιήθηκαν σήμερα η 12η Υπουργική Σύνοδος του Συμβουλίου του Νότιου Διαδρόμου Φυσικού Αερίου και η 4η Υπουργική Σύνοδος του Συμβουλίου Πράσινης Ενέργειας. Η ατζέντα κινήθηκε πάνω σε ένα κοινό νήμα: πώς η Ευρώπη θωρακίζει την ενεργειακή ασφάλεια σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, χωρίς να χάνει τον βηματισμό της μετάβασης σε καθαρότερες μορφές ενέργειας και σε πιο «έξυπνες» υποδομές.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική τοποθέτηση έδωσε από την αρχή έμφαση στη θέση της χώρας ως ενεργειακής πύλης προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη, με αιχμή τις διασυνδέσεις, τις υποδομές LNG και την περιφερειακή συνεργασία. Η Γενική Γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Δέσποινα Παληαρούτα, που έδωσε το «παρών» ανέδειξε ότι η διαφοροποίηση πηγών και διαδρομών εφοδιασμού δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά προϋπόθεση σταθερότητας, ειδικά όταν η διεθνής ενεργειακή σκηνή δοκιμάζεται από εξελίξεις όπως αυτές στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, έθεσε στο ίδιο κάδρο την ανάγκη θεσμικής προβλεψιμότητας και σταθερού ρυθμιστικού πλαισίου, ώστε οι κρίσιμες υποδομές να λειτουργούν με ασφάλεια και συνέχεια, σε πλήρη ευθυγράμμιση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Το σημείο αναφοράς των εργασιών παρέμεινε ο Νότιος Διάδρομος Φυσικού Αερίου (Southern Gas Corridor – SGC), τον οποίο οι συμμετέχοντες περιέγραψαν ως κρίσιμο σύστημα μεταφοράς που παραδίδει αζέρικο φυσικό αέριο σε ολοένα αυξανόμενο αριθμό καταναλωτών με αξιόπιστο και ανταγωνιστικό τρόπο. Οι περιφερειακοί εταίροι αναγνώρισαν την επιτυχή λειτουργία του SGC για πέμπτο συνεχές έτος, υπογραμμίζοντας τη συμβολή του στη διαφοροποίηση του ευρωπαϊκού ενεργειακού εφοδιασμού. Στα αριθμητικά δεδομένα που παρουσιάστηκαν, το 2025 το Αζερμπαϊτζάν και η SOCAR προμήθευσαν κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με 12,5 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, ποσότητα αυξημένη κατά 53,8% σε σύγκριση με το 2021, μια εξέλιξη που αποτυπώνει τη σταδιακή ενίσχυση της ροής προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Η Δέσποινα Παληαρούτα, μιλώντας στη Σύνοδο, έδωσε το πολιτικό και στρατηγικό πλαίσιο της ελληνικής ανάγνωσης του έργου, τονίζοντας σε αυτούσια διατύπωση, σε ελληνική απόδοση: «Ο Νότιος Διάδρομος Φυσικού Αερίου έχει αποδείξει ότι αποτελεί μια αξιόπιστη οδό διαφοροποίησης και έναν σταθεροποιητικό παράγοντα για την ευρύτερη περιοχή, σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από βαθιές γεωπολιτικές αναταράξεις. Ο διάδρομος πρέπει να αξιολογείται ως ένα δυνητικό εργαλείο απανθρακοποίησης». Με την παρέμβασή της, επιχείρησε να «γεφυρώσει» δύο προτεραιότητες που συχνά παρουσιάζονται ως ανταγωνιστικές: την ασφάλεια εφοδιασμού και την πράσινη μετάβαση. Το μήνυμα ήταν ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η ενεργειακή μετάβαση λειτουργούν συμπληρωματικά, εφόσον οι υποδομές, οι κανόνες και οι επενδύσεις είναι ευθυγραμμισμένοι.

Η ελληνική θέση, όπως την αποτύπωσε η Δέσποινα Παληαρούτα κινήθηκε πάνω σε δύο σταθερές. Η πρώτη είναι ότι οι ενεργειακοί διάδρομοι παραμένουν κρίσιμος παράγοντας σταθερότητας για την Ευρώπη και την ευρύτερη περιοχή, ιδιαίτερα όταν η διεθνής σκηνή παράγει νέους κινδύνους και αβεβαιότητες. Η δεύτερη είναι ότι η ενεργειακή πύλη δεν είναι μόνο γεωγραφικός τίτλος, αλλά αποτέλεσμα στρατηγικών επενδύσεων σε διασυνδέσεις, LNG και περιφερειακές συνεργασίες, με την προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου να ενισχύει τη διασύνδεση Νότου–Βορρά και να συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας πιο ολοκληρωμένης και ανθεκτικής περιφερειακής αγοράς φυσικού αερίου.

Στο τεχνικό σκέλος, ο Νότιος Διάδρομος περιγράφηκε ως ένα σύστημα τεσσάρων διακριτών στοιχείων που συνθέτουν την αλυσίδα παραγωγής και μεταφοράς προς την Τουρκία και την Ευρώπη. Περιλαμβάνει τη δεύτερη φάση ανάπτυξης του κοιτάσματος Shah Deniz, την επέκταση του αγωγού South Caucasus Pipeline (SCPX), τον αγωγό Trans-Anatolian Natural Gas Pipeline (TANAP) και τον αγωγό Trans Adriatic Pipeline (TAP).

Ο TAP, που αποτελεί το ευρωπαϊκό σκέλος του SGC, μέχρι σήμερα έχει παραδώσει συνολικά 56 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου. Επιπλέον, τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους ολοκληρώθηκε η πρώτη του επέκταση κατά 1,2 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως, ώστε να μπορεί να προσφέρει πρόσθετες ποσότητες στην ευρωπαϊκή αγορά ήδη από το 2026. Η συγκεκριμένη αναφορά προσέδωσε χειροπιαστό χαρακτήρα στη συζήτηση περί «επόμενων βημάτων», καθώς συνδέει άμεσα το έργο με νέες δυνατότητες τροφοδοσίας σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.

Παράλληλα, το Advisory Council εστίασε στις εν εξελίξει εξελίξεις στην παραγωγή φυσικού αερίου και στις υποδομές μεταφοράς, αλλά και στις απαιτήσεις χρηματοδότησης και στις επενδυτικές προϋποθέσεις που θα καθορίσουν το κατά πόσο οι ροές μπορούν να αυξηθούν περαιτέρω τα επόμενα χρόνια. Σε αυτή τη συζήτηση εντάχθηκε και η διάσταση των εκπομπών μεθανίου, με σαφείς αναφορές στην ανάγκη περιορισμού των διαρροών κατά μήκος της αλυσίδας αξίας. Υπογραμμίστηκε η σημασία πρωτοβουλιών όπως το Global Methane Pledge και το Oil and Gas Methane Partnership 2.0 (OGMP 2.0), ως εργαλεία που στοχεύουν στη μέτρηση, τη διαφάνεια και την ουσιαστική μείωση των εκπομπών μεθανίου στον τομέα πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Το δεύτερο μεγάλο σκέλος της ημέρας, η Πράσινη Ενέργεια, «έδεσε» με το πρώτο, χωρίς να υποβαθμίζει τον ρόλο του φυσικού αερίου στην ευελιξία του συστήματος. Με αναφορά σε αξιολογήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας και του Διεθνούς Οργανισμού Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, επισημάνθηκε ότι, αν δεν επιταχυνθεί η μετάβαση στην ηλεκτροποίηση και αν δεν αυξηθούν οι επενδύσεις σε δίκτυα και αποθήκευση, η πρόοδος σε ΑΠΕ και ενεργειακή αποδοτικότητα δεν θα μεταφραστεί στις αναγκαίες μειώσεις εκπομπών, στα κέρδη ενεργειακής ασφάλειας και στις εξοικονομήσεις κόστους έως το 2030 και μετά. Στο ίδιο πνεύμα, Αζερμπαϊτζάν και Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαίωσαν την ετοιμότητά τους να προωθήσουν μια παγκόσμια ατζέντα ηλεκτροποίησης και χαιρέτισαν σχετικές προσπάθειες ενόψει της COP31.

Η πολιτική γραμμή από την πλευρά του Αζερμπαϊτζάν αποτυπώθηκε στη δήλωση του Υπουργού Σαχμπάζοφ, ο οποίος έθεσε το φυσικό αέριο ως καύσιμο ευελιξίας σε μια περίοδο ανόδου της ζήτησης ηλεκτρισμού, σημειώνοντας σε ελληνική απόδοση: «Στο πλαίσιο της αυξανόμενης ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, επαναβεβαιώσαμε τη σημασία της ανάπτυξης του φυσικού αερίου ως ευέλικτης και βασικής στρατηγικής ενεργειακής πηγής, καθώς και τον κρίσιμο ρόλο που διαδραματίζει ο Νότιος Διάδρομος Φυσικού Αερίου στη διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας». Στην ίδια δήλωση εντάχθηκε και η προτεραιότητα για διαπεριφερειακούς «πράσινους» ενεργειακούς διαδρόμους και διασυνδέσεις που, όπως περιγράφηκε, θα ενοποιούν το πλούσιο δυναμικό ΑΠΕ του Αζερμπαϊτζάν και της Κεντρικής Ασίας σε ένα ενιαίο σύστημα, διασυνδεδεμένο με την Ευρώπη και προσανατολισμένο σε μακροπρόθεσμη, διαφοροποιημένη ενεργειακή ασφάλεια.

Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο Επίτροπος Γιόργκενσεν έδωσε το στίγμα μιας συνεργασίας «σε όλο το ενεργειακό φάσμα», συνδέοντας την ασφάλεια εφοδιασμού με τη μετάβαση και την αναβάθμιση υποδομών. Όπως ανέφερε σε ελληνική απόδοση: «Η ενεργειακή μας εταιρική σχέση με το Αζερμπαϊτζάν προχωρά σε βήμα με την καθαρή ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης. Σήμερα, ενισχύσαμε τη συνεργασία σε όλο το ενεργειακό φάσμα από τη διασφάλιση προμηθειών φυσικού αερίου και τη μείωση των εκπομπών μεθανίου έως τον εκσυγχρονισμό των δικτύων και την επέκταση των ανανεώσιμων πηγών». Στην ίδια γραμμή, υπογράμμισε το δυναμικό περαιτέρω συνεργασίας σε ΑΠΕ, ενεργειακή αποδοτικότητα και περιφερειακή συνδεσιμότητα, με τη συμμετοχή ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε τεχνολογία, επενδύσεις και τεχνογνωσία.

H εικόνα που προέκυψε από το Μπακού δεν ήταν μια μονοθεματική συζήτηση για «περισσότερο αέριο» ή «μόνο ΑΠΕ», αλλά μια προσπάθεια να δέσουν μεταξύ τους οι κρίκοι της ενεργειακής αρχιτεκτονικής: ο Νότιος Διάδρομος ως αξιόπιστη οδός διαφοροποίησης και σταθεροποίησης, οι επεκτάσεις υποδομών όπως του TAP με συγκεκριμένα μεγέθη και ορίζοντα από το 2026, η ατζέντα μεθανίου ως προϋπόθεση αξιοπιστίας του τομέα και, ταυτόχρονα, η πράσινη συνδεσιμότητα ως επόμενη φάση περιφερειακής ολοκλήρωσης με δίκτυα, διασυνδέσεις και αποθήκευση. Στο κέντρο αυτής της σύνθεσης, η ελληνική παρέμβαση έβαλε ως προτεραιότητα να αντιμετωπίζονται η ασφάλεια εφοδιασμού και η μετάβαση ως συγκοινωνούντα δοχεία, με θεσμική προβλεψιμότητα και επενδυτική συνέχεια, σε μια περίοδο που η ενεργειακή ανθεκτικότητα δοκιμάζεται διαρκώς.

Διαβάστε ακόμη