Στο «ραντάρ» των αμερικανικών τραπεζών Development Finance Corporation (DFC) και Ex-Im Bank βρίσκεται το πλωτό τερματικό LNG (FSRU) στη Θράκη, το οποίο η Gastrade σχεδιάζει να εγκαταστήσει σε μικρή απόσταση από το FSRU της Αλεξανδρούπολης που βρίσκεται ήδη σε λειτουργία. 

Το μήνυμα αυτό έστειλε ο Διευθύνων Σύμβουλος της Gastrade Κωστής Σιφναίος στο πλαίσιο δημοσιογραφικής αποστολής στο FSRU της Αλεξανδρούπολης. Το αμερικανικό ενδιαφέρον για το Θράκη FSRU έρχεται σε μια περίοδο που έχουν ενταθεί οι ζυμώσεις για τον Κάθετο Διάδρομο Φυσικού Αερίου με…αμερικανικά «καύσιμα». Το δε project της Gastrade «κουμπώνει» στον ευρύτερο σχεδιασμό στο μέτρο που οι «τίτλοι τέλους» στο ρωσικό αέριο στο τέλος του 2027 και η επιδίωξη για μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων αμερικανικού LNG προς Βορρά με αφετηρία την Ελλάδα προϋποθέτει τη δημιουργία μιας τρίτης πύλης εισόδου στη χώρα (μετά τη Ρεβυθούσα που καλύπτει κυρίως τις εγχώριες ανάγκες και η δυναμικότητα της οποίας είναι πλήρως δεσμευμένη για τα επόμενα χρόνια και την Αλεξανδρούπολη). 

Σε αυτή λοιπόν τη συγκυρία που οι ΗΠΑ έχουν «πατήσει γκάζι» για τον Κάθετο Διάδρομο και εντείνονται οι πιέσεις προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όχι μόνο να άρει τα ρυθμιστικά εμπόδια στα προϊόντα μεταφοράς μέσω αυτού, αλλά και να χρηματοδοτήσει τις υποδομές που απαιτούνται για την πλήρη αξιοποίηση της δυναμικότητάς του, οι προοπτικές υλοποίησης δεύτερου FSRU στην Ελλάδα με αμερικανική στήριξη εμφανίζονται βελτιωμένες και το έργο αναμένεται να βρεθεί στην ατζέντα της Συνάντησης Κορυφής  για τον Κάθετο Διάδρομο που θα λάβει χώρα στις 24 του μήνα στην Ουάσιγκτον, υπό τον Υπουργό Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ. Σε αυτή τη συνάντηση επιδιώκεται να ανακοινωθούν  μακροπρόθεσμα συμβόλαια προμήθειας LNG (όπως αυτό μεταξύ της Atlantic SEE LNG και της Venture Global που αναμένεται να υλοποιηθεί εν πολλοίς μέσω του FSRU της Αλεξανδρούπολης στο οποίο έχει δεσμεύσει δυναμικότητα  η δεύτερη), τα οποία συναρτώνται με τις μακροχρόνιες συμφωνίες δέσμευσης δυναμικότητας στο FSRU της Θράκης που αποτελούν προαπαιτούμενο για τη λήψη της Τελικής Επενδυτικής Απόφασης (FID) για το έργο. 

Όπως εξήγησε ο κ. Σιφναίος δίνοντας το στίγμα των επαφών με την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τα κρατικά χρηματοδοτικά ιδρύματα των ΗΠΑ όπως η DFC και η Ex-Im  εμπλέκονται σε project υποδομών (όχι απαραίτητα ενεργειακών), με δυο τρόπους: Είτε με την παροχή δανείων, είτε με είσοδο στο μετοχικό τους σχήμα. «Το Θράκη FSRU θα έχει προϋπολογισμό 550-600 εκατ. ευρώ. Αν η επενδυτική απόφαση ληφθεί μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2027, τότε το έργο θα είναι έτοιμο έως το 2028, όπως προγραμματίζεται», είπε. Συμπλήρωσε δε ότι εάν κλειδώσουν άμεσα μακροπρόθεσμα συμβόλαια προμήθειας αμερικανικού LNG, τότε δημιουργείται ένα δυνητικά ευνοϊκό προηγούμενο  και για το «Θράκη FSRU», αφού θα μπορούσαν να το αξιοποιήσουν σαν πύλη εισόδου στον Κάθετο Διάδρομο. «Αν υλοποιηθούν μακροχρόνιες συμβάσεις αμερικανικού LNG για τροφοδοσία της περιοχής, είναι πιθανό να υλοποιηθούν από το νέο FSRU».

Ο ρόλος του Θράκη FSRU της Gastrade για τις εξαγωγές LNG 

Σύμφωνα με τον CEO της Gastrade, η αξιοποίηση από την Ελλάδα της ευκαιρίας για μεγάλη αύξηση των εξαγωγών LNG προς την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη -στο φόντο αφενός της απαγόρευσης των εισαγωγών αερίου από τη Ρωσία, αφετέρου της εκτιμώμενης αύξησης της ζήτησης για αέριο στις χώρες της περιοχής- προϋποθέτει την ανάπτυξη μιας ακόμη πύλης εισόδου LNG στη χώρα που θα κληθεί να συμβάλλει στην ανάγκη για εισαγωγή 35 δισ. κυβικών μέτρων (bcm) αερίου. Από το δυνητικό αυτό κενό, 10 bcm αναμένεται να  καλυφθούν από την επικείμενη παραγωγή αερίου της Ρουμανίας στο κοίτασμα Neptun Deep που αναμένεται να τεθεί σε παραγωγική λειτουργία την περίοδο 2027-2028. Συνεπώς  περίπου 25 bcm «αναζητούν» χώρα – εισαγωγέα. Την ίδια στιγμή, αν και η Ελλάδα θεωρητικά θα μπορεί να εξάγει 8,5 bcm/έτος, στην πράξη θα μπορεί να διοχετεύσει εκτός των συνόρων της ποσότητες μόλις 2 με 2,5 bcm. Και τούτο διότι θα πρέπει να αντικατασταθούν και στην Ελλάδα περί τα 3 bcm ρωσικού αερίου (που στο τέλος του 2025 κάλυπτε το 45% του μείγματος των εισαγωγών σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ). Κάτι που σημαίνει ότι τα υφιστάμενα τερματικά της Ρεβυθούσας και της Αλεξανδρούπολης θα καλύπτουν κυρίως τις εγχώριες ανάγκες, αφήνοντας περιθώριο μόλις για 2-  2,5 bcm αερίου ετησίως εκτός συνόρων. Αντίθετα, αν υλοποιηθεί το «Θράκη FSRU», με δυναμικότητα 5 bcm/έτος όπως σχεδιάζεται, θα μπορούν οι ελληνικές εξαγωγές να ενισχυθούν στα 7 με 7,5 bcm και δεν θα χαθεί η ευκαιρία για ανάδειξη της χώρας σε στρατηγικό κόμβο ενεργειακής τροφοδοσίας της Κεντρικής και ΝΑ Ευρώπης. 

Οι συνέργειες με το FSRU της Αλεξανδρούπολης 

Σύμφωνα με τον κ. Σιφναίο, ένα από τα πλεονεκτήματα του «Θράκη FSRU» έναντι άλλων επενδυτικών σχεδίων για δεύτερο FSRU που βρίσκονται επί τάπητος είναι οι συνέργειες με το FSRU της Αλεξανδρούπολης. Όπως σημείωσε, με το συνδυασμό των δυο έργων η Ελλάδα θα μπορούσε να εξάγει  50-60 φορτία LNG κάθε χρόνο, νούμερο που στην περίπτωση 15ετών συμφωνιών «μεταφράζεται» σε αξία εισαγωγών 30 δις δολαρίων, ή 2 δισ. δολάρια το έτος. Τόνισε όμως ότι η εκκίνηση της επένδυσης προϋποθέτει πολλές μακροχρόνιες συμφωνίες δέσμευσης δυναμικότητας, καθώς η μη δυνατότητα -στην παρούσα φάση- δυνατότητας του έργου από κοινοτικούς πόρους δημιουργεί ανάγκη να δοθούν ισχυρότερα εχέγγυα στους υποψήφιους επενδυτές και χρηματοδότες. Όπως διευκρίνισε ο CEO της Gastrade,  αν το «Θράκη FSRU» δεν μπορέσει να λάβει τελικά ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, τότε θα πρέπει οι δεσμεύσεις δυναμικότητας να καλύπτουν μεγαλύτερο ποσοστό ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Για παράδειγμα, το 90% αν πρόκειται για 10ετείς συμφωνίες ή το 70% για 20ετείς.

Να σημειωθεί τέλος ότι, όσον αφορά το FSRU Αλεξανδρούπολης, σχεδόν το 100% της δυναμικότητάς του είναι δεσμευμένο για τα επόμενα χρόνια, ενώ για την αμέσως επόμενη 5ετία οι δεσμεύσεις ήδη φτάνουν το 70%. Ωστόσο, πολλές φορές οι χρήστες κλείνουν slot τα οποία στην πορεία αποφασίζουν να μην χρησιμοποιήσουν για να φέρουν φορτία LNG. Σε αυτό το πλαίσιο, εκτιμάται ότι στο τρέχον έτος αερίου (από Οκτώβριο 2025 μέχρι Σεπτέμβριο 2026) θα εισαχθούν ποσότητες περίπου 1 bcm. Για το επόμενο έτος αερίου (που θα ξεκινήσει τον Οκτώβριο του 2026) ήδη εκδηλώνεται ισχυρότερο ενδιαφέρον, με εκτιμήσεις ακόμα και για διπλασιασμό των εισαγωγών. 

Διαβάστε ακόμη