Η ζήτηση φυσικού αερίου στη χώρα μας παραμένει ισχυρή, παρά την υψηλή διείσδυση των ΑΠΕ, ενώ παράλληλα επιβεβαιώνεται ο βασικός ρόλος που προβλέπεται να διαδραματίσουν στο ενεργειακό σύστημα οι μονάδες συνδυασμένου κύκλου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (CCGT), σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ). Αυτό καταδεικνύει η φετινή Μελέτη Πρόβλεψης Ζήτησης του ΔΕΣΦΑ για την περίοδο 2026-2035. Παράλληλα, η ζήτηση φυσικού αερίου αυξάνεται σταθερά από το 2027 και μετά, κυρίως λόγω της επέκτασης του δικτύου σε νέες περιοχές, φθάνοντας τα 1,7 δισ. κυβικά μέτρα το 2035 (αύξηση 70% σε σύγκριση με το 2024). Το βασικό σενάριο της μελέτης προβλέπει εγχώρια ετήσια ζήτηση φυσικού αερίου 6 δισ. κυβικών μέτρων το 2026, αύξηση σε 7,1 δισ. κυβικά μέτρα το 2033 και σταθεροποίηση έως το 2035. Το δυναμικό εξαγωγών εκτιμάται ότι θα κυμανθεί μεταξύ 1,3 – 3,8 δισ. κυβικών μέτρων το 2026 και 1,9 – 3,5 δισ. κυβικών μέτρων το 2035.

Η εκτίμηση του ΔΕΣΦΑ για τις εξαγωγές

Σύμφωνα με τον Διαχειριστή, ο γεωπολιτικός παράγοντας και οι πολιτικές αποφάσεις σχετικά με τον ρυθμό της ενεργειακής μετάβασης επηρεάζουν την αγορά με πολύ πιο απρόβλεπτο τρόπο σε σχέση με την περίοδο πριν από το 2022, αυξάνοντας σημαντικά την αβεβαιότητα κάθε πρόβλεψης. Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη παρουσιάζει μια σειρά πιθανών σεναρίων εξαγωγών από την Ελλάδα προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, καθώς και την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Για το 2026, το μέγιστο δυναμικό εξαγωγών θα μπορούσε να ανέλθει σε 3,7 δισ. κυβικά μέτρα (με τη δεσμευμένη δυναμικότητα να φτάνει τα 5 δισ. κυβικά μέτρα), ενώ για το 2030 εκτιμάται στα 3,5 δισ. κυβικά μέτρα. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με πληροφορίες του Energygame, το 2025 αποτελεί θετική χρονιά τόσο για τη ζήτηση όσο και για τις εξαγωγές. Παράλληλα, οι ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου που εισήχθησαν στη χώρα αυξήθηκαν κατά 65% την ίδια χρονιά, με το 86% αυτών να προέρχεται από τις ΗΠΑ.

Πώς εξελίσσεται η ζήτηση για φυσικό αέριο

Η ζήτηση φυσικού αερίου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τον ρυθμό διείσδυσης των ΑΠΕ και τις προβλεπόμενες ροές διασυνδέσεων. Στο πιο ρεαλιστικό σενάριο, η ετήσια ζήτηση για ηλεκτροπαραγωγή αναμένεται να κορυφωθεί σε περίπου 4,5 δισ. κυβικά μέτρα το 2032 και να παραμείνει σταθερή έως το 2035. Στο πλαίσιο αυτό, οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο φυσικό αέριο εκτιμάται ότι θα παραμείνουν η ραχοκοκαλιά του συστήματος. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς φυσικού αερίου αναμένεται να κυμανθεί από 21 TWh το 2026 σε 25,5 TWh το 2035, με λειτουργία περίπου 2.300 έως 3.100 ισοδύναμων ωρών πλήρους φορτίου ετησίως.

Παράλληλα, η ζήτηση φυσικού αερίου στα Δίκτυα Διανομής προβλέπεται να αυξηθεί από 1,4 δισ. κυβικά μέτρα το 2026 σε 1,7 δισ. κυβικά μέτρα το 2035 (+24%), βάσει των σχεδίων των Διαχειριστών Διανομής για επέκταση σε νέες γεωγραφικές περιοχές. Η Ήπειρος, καθώς και ορισμένες περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Δυτικής Ελλάδας, έχουν προγραμματιστεί να τροφοδοτούνται σε μόνιμη βάση μέσω φορτηγών LNG. Η ζήτηση φυσικού αερίου από καταναλωτές που είναι άμεσα συνδεδεμένοι στο δίκτυο εμφανίζει σημάδια ανάκαμψης μετά την απότομη πτώση των προηγούμενων ετών. Η πλήρης ανάκαμψη αναμένεται από το 2029, στα επίπεδα των 0,9 δισ. κυβικών μέτρων, με σταθεροποίηση από το ίδιο έτος και μετά. Σύμφωνα με τη μελέτη, η μειωμένη κατανάλωση την περίοδο 2022–2023, λόγω των υψηλών τιμών, ακολούθησε ανάκαμψη το 2024 και το 2025, εξέλιξη που αναμένεται να συνεχιστεί εξαιτίας των μέτριων τιμών φυσικού αερίου που προβλέπονται για όλη την εξεταζόμενη περίοδο.

Τέλος, όσον αφορά τη διείσδυση των ΑΠΕ, αυτή προχωρά με σταθερό ρυθμό, οδηγώντας σε αύξηση του μεριδίου τους στο φορτίο του συστήματος από 62% το 2026 σε 71% το 2035. Επιπλέον, προβλέπεται ότι η Ελλάδα θα παραμείνει καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας σε όλη την περίοδο αναφοράς, με τις καθαρές εξαγωγές να αυξάνονται σημαντικά μετά το 2032.

Διαβάστε ακόμη