Εξασθενημένη μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, η Gazprom, ο ρωσικός γίγαντας του φυσικού αερίου, βλέπει την ιστορική της κυριαρχία στην ευρωπαϊκή αγορά να καταρρέει, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει καταφέρει να αναπληρώσει τις απώλειες από νέες διεξόδους. Οι πωλήσεις προς την Ευρώπη έχουν υποστεί δραματική πτώση, ενώ η Κίνα, αν και πλέον αποτελεί τον μεγαλύτερο πελάτη της εταιρείας, δεν μπορεί να καλύψει το κενό που άφησε η απώλεια της ευρωπαϊκής αγοράς.
Σύμφωνα με τη Le Monde, μόνο το 2025, οι εξαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω αγωγών μειώθηκαν κατά 44%, με τις ροές να περιορίζονται στα 18 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως. Πρόκειται για ποσότητα σχεδόν αμελητέα σε σύγκριση με τα προ του 2022 επίπεδα, όταν περίπου 180 δισ. κυβικά μέτρα διοχετεύονταν κάθε χρόνο προς τους Ευρωπαίους καταναλωτές.
Όπως επισημαίνει ο Sergey Vakulenko, κύριος ερευνητής στο Κέντρο Ρωσίας–Ευρασίας του Ιδρύματος Carnegie στο Βερολίνο, «η πτώση των εξαγωγών προς την Ευρώπη το 2025 οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η Ουκρανία έκλεισε τον αγωγό που διερχόταν από το έδαφός της». Την 1η Ιανουαρίου 2025, το Κίεβο έθεσε οριστικό τέλος στη διαμετακόμιση ρωσικού αερίου προς την Κεντρική Ευρώπη, μετά τη μη ανανέωση της ρωσο-ουκρανικής συμφωνίας διαμετακόμισης που είχε λήξει λίγες ημέρες νωρίτερα. Ο αγωγός Bratstvo («Αδελφότητα») παραμένει έκτοτε κενός, χωρίς να διέρχεται ούτε κυβικό μέτρο αερίου.
Σήμερα, η μοναδική εναπομείνασα διαδρομή για το ρωσικό φυσικό αέριο προς την Ευρώπη είναι ο TurkStream, μέσω Τουρκίας, που εξυπηρετεί κυρίως την Ουγγαρία και τη Σλοβακία. Μέσω του TurkStream μεταφέρθηκαν το 2025 περίπου 18 δισ. κυβικά μέτρα.
Η Κίνα ως διέξοδος – αλλά υπό όρους
Για να αντισταθμίσει την απώλεια της ευρωπαϊκής αγοράς, η Gazprom στρέφεται στην Κίνα, η οποία έχει πλέον εξελιχθεί στη σημαντικότερη αγορά εξαγωγών της. Ωστόσο, οι όγκοι που απορροφά το Πεκίνο απέχουν πολύ από το να καλύψουν το ευρωπαϊκό κενό. Το 2025, η Κίνα εισήγαγε 38,8 δισ. κυβικά μέτρα ρωσικού αερίου μέσω του αγωγού Power of Siberia.
Θεωρητικά, έως και 50 δισ. επιπλέον κυβικά μέτρα θα μπορούσαν να προστεθούν μέσω της κατασκευής του αγωγού Power of Siberia 2. Ωστόσο, το έργο παραμένει σε επίπεδο σχεδιασμού. Αν και συζητήθηκε κατά την επίσκεψη του Βλαντιμίρ Πούτιν στην Κίνα τον Σεπτέμβριο του 2025, δεν έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος.
Η απώλεια της ευρωπαϊκής αγοράς και η αβεβαιότητα που συνδέεται με τον πόλεμο έχουν αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική θέση της Μόσχας. Η Κίνα πιέζει για τιμές αντίστοιχες με εκείνες της εγχώριας ρωσικής αγοράς, περίπου 51 δολάρια (43,5 ευρώ) ανά 1.000 κυβικά μέτρα, επίπεδα που η Gazprom δυσκολεύεται να αποδεχθεί.
Όπως διευκρινίζει ο Vakulenko, «η Κίνα έχει αποδεχθεί να παρέχει τις απαραίτητες τεχνικές δυνατότητες για την αγορά 50 δισ. κυβικών μέτρων ετησίως σε συγκεκριμένο σημείο των σινο-μογγολικών συνόρων, επιτρέποντας στην Gazprom να συνεχίσει τη μηχανική και τον προκαταρκτικό σχεδιασμό του αγωγού». Ωστόσο, όπως σημειώνει, «δεν υπάρχει καμία δέσμευση ως προς τους όγκους, γεγονός που αποτελεί ένα από τα βασικά αγκάθια στις διαπραγματεύσεις». Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Power of Siberia 2 θα μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία το 2030 ή και νωρίτερα, χωρίς όμως να αντικαταστήσει τους όγκους που κατευθύνονταν παλαιότερα προς την Ευρώπη.
Χαμένες ευκαιρίες και στρατηγική υποχώρηση
Οι προσπάθειες του Κρεμλίνου να βρει εναλλακτικές διεξόδους για τον «μπλε χρυσό» του δεν έχουν αποδώσει. Το σχέδιο μετατροπής της Τουρκίας σε κόμβο διανομής ρωσικού φυσικού αερίου εγκαταλείφθηκε σιωπηρά το καλοκαίρι του 2025. Η ιδέα είχε παρουσιαστεί από τον Πούτιν τον Οκτώβριο του 2022, λίγες εβδομάδες μετά τις εκρήξεις στους αγωγούς Nord Stream, που συνέδεαν τη Ρωσία με τη Γερμανία μέσω της Βαλτικής.
Το έργο προέβλεπε την κατασκευή νέων αγωγών κάτω από τη Μαύρη Θάλασσα, όμως δεν προχώρησε, καθώς η Άγκυρα επιθυμούσε να εμπορεύεται η ίδια το αέριο, περιορίζοντας τον ρόλο της Gazprom σε απλό προμηθευτή. Παράλληλα, τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια με την Τουρκία για 22 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως, που έληξαν το 2025, ανανεώθηκαν μόνο για ένα έτος, όπως υπενθυμίζει η Le Monde.
Από γεωπολιτικό όπλο σε οικονομικό βαρίδι
Πριν από τον πόλεμο, η Ευρώπη αποτελούσε μια σταθερή και αξιόπιστη αγορά για τη Gazprom ήδη από τη δεκαετία του 1960, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 80% των εξαγωγών της. Σήμερα, στερημένη από αυτό το «μάννα», η εταιρεία κατέγραψε καθαρή ζημία 12,2 δισ. δολαρίων στο πρώτο εξάμηνο του 2025. Τα ταμειακά της διαθέσιμα μειώθηκαν από 27 δισ. δολάρια στις αρχές του 2022 σε μόλις 8 δισ. δολάρια, ενώ η χρηματιστηριακή της αξία υποχώρησε από πάνω από 130 δισ. ευρώ το 2021 σε 31,63 δισ. ευρώ τον Ιανουάριο του 2026.
Πρόκειται για εξέλιξη χωρίς ιστορικό προηγούμενο, ακόμη και σε σύγκριση με την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, όταν το 45% του φυσικού αερίου που καταναλωνόταν στην Ευρώπη προερχόταν από τη Σοβιετική Ένωση και οι ροές δεν διακόπτονταν ποτέ. Σήμερα, το Κρεμλίνο έχει χάσει όχι μόνο ένα κρίσιμο έσοδο δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, αλλά και έναν στρατηγικό μοχλό πίεσης έναντι της Ευρώπης.
Η εικόνα αναμένεται να επιβαρυνθεί περαιτέρω από τον Ιανουάριο του 2027, όταν θα τεθούν σε πλήρη ισχύ οι κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ρωσικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) – ένα καύσιμο που εξακολουθεί να καταναλώνεται στην Ευρώπη, αποφέροντας σήμερα περίπου 6 δισ. ευρώ ετησίως στη ρωσική πολεμική μηχανή.
Διαβάστε ακόμη
