Η άνοδος των τιμών των ενεργειακών αγαθών και οι επιδράσεις της στο κόστος παραγωγής αναμένεται να κρατήσουν τον πληθωρισμό στην Ελλάδα κοντά στο 4% το 2026, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ. Η ενεργειακή πίεση, που εντείνεται από τις αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, περιορίζει παράλληλα την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και βάζει φρένο στον ρυθμό αύξησης της κατανάλωσης.

Στην τριμηνιαία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία, που παρουσιάστηκε στις 15 Οκτωβρίου, το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα αποκλιμακωθεί το 2027, υποχωρώντας στην περιοχή του 3%. Η πτώση, ωστόσο, αναμένεται να γίνει σταδιακά, με τις τιμές να αρχίζουν να αποκλιμακώνονται από το δεύτερο τρίμηνο του επόμενου έτους. Το Ινστιτούτο υπογραμμίζει ότι η πρόβλεψη συνοδεύεται από έντονη αβεβαιότητα: ενδεχόμενη κλιμάκωση των πολεμικών συγκρούσεων θα μπορούσε να εντείνει εκ νέου τις πιέσεις.

Ήδη, στο πρώτο εννεάμηνο του 2026, ο εγχώριος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε κατά 4%, ενώ ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή κατά 3,8%. Για το 2025 οι αντίστοιχες αυξήσεις είχαν διαμορφωθεί στο 2,5% και στο 2,9%. Πέρα από τα ενεργειακά αγαθά, ανατιμήσεις καταγράφηκαν και σε υπηρεσίες όπως η στέγαση, η εστίαση, ο τουρισμός και οι μεταφορές.

Η ενέργεια πιέζει και την κατανάλωση

Η επίδραση του ενεργειακού κόστους δεν περιορίζεται στους λογαριασμούς και στις τιμές των καυσίμων. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, περιορίζει την αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, μαζί με τον επίμονο πληθωρισμό, και συνεπώς τη δυνατότητα των νοικοκυριών να στηρίξουν την κατανάλωση. Το Ινστιτούτο προβλέπει ότι η ιδιωτική κατανάλωση θα αυξηθεί κατά 1,4% το 2026 και κατά 1,5% το 2027, έναντι 1,9% το 2025.

Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας διατηρείται, αλλά με πιο συγκρατημένο βηματισμό. Το ΙΟΒΕ κρατά αμετάβλητη στο 1,8% την πρόβλεψή του για το 2026, ενώ αναθεωρεί οριακά προς τα κάτω την εκτίμηση για το 2027, στο 1,9% από 2%. Το δεύτερο τρίμηνο του 2026 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση, έναντι 2% το πρώτο τρίμηνο.

Στις βασικές προκλήσεις του διεθνούς περιβάλλοντος, ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, περιέλαβε το αυξανόμενο και ευμετάβλητο κόστος ενέργειας, το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης και τη δημοσιονομική στενότητα στις μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες. Στην Ευρωζώνη, η ΕΚΤ προβλέπει πληθωρισμό 3% για το 2026 και 2,5% για το 2027, ενώ αύξησε τα βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο. Οι αγορές θεωρούν πιθανή ακόμη μία μικρή αύξηση προς το τέλος του έτους.

Στήριξη με στοχευμένες μεταβιβάσεις

Για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι οι άμεσες και στοχευμένες μεταβιβάσεις προς τα νοικοκυριά είναι συχνά αποτελεσματικότερες από τις επιδοτήσεις στην τελική τιμή. Κατά την εκτίμησή του, οι οριζόντιες παρεμβάσεις στις τιμές μπορεί να αποδυναμώνουν τον μηχανισμό τους, ενώ απαιτείται συντονισμός της πολιτικής σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η ενεργειακή αβεβαιότητα προστίθεται σε μια σειρά από μεσοπρόθεσμες προκλήσεις για την ελληνική οικονομία: τον πληθωρισμό που παραμένει υψηλότερος από εκείνον της Ευρωζώνης, το εξωτερικό έλλειμμα και τη χαμηλή παραγωγικότητα. Για το 2026, το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι οι εισαγωγές θα αυξηθούν ταχύτερα από τις εξαγωγές, εν μέρει λόγω των επενδύσεων με υψηλή εισαγωγική ένταση, διατηρώντας αρνητική τη συμβολή του εξωτερικού τομέα στην ανάπτυξη.

Διαβάστε ακόμη