Σύσκεψη για μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων πραγματοποιείται σήμερα στις 19.30 στο Μέγαρο Μαξίμου, με τη συμμετοχή του υπουργού Ανάπτυξης Τ. Θεοδωρικάκου, του υπ. Ενέργειας Στ. Παπασταύρου και του υφυπ. Οικονομίας και Οικονομικών Θάνου Πετραλιά (μέσω τηλεδιάσκεψης καθώς βρίσκεται στο Eurogroup που διεξάγεται στις Βρυξέλλες). Η κυβέρνηση ξαναζεί τις μέρες του Φεβρουαρίου του 2022, όταν ξέσπασε ο πόλεμος στην Ουκρανία, με τις τιμές των καυσίμων να εκτοξεύονται ραγδαία.

Ο Κυρ. Μητσοτάκης θέλει να είναι έτοιμα όλα τα μέτρα εφόσον συνεχιστούν οι υψηλές τιμές στα καύσιμα που κινούνται στα επίπεδα των 100 δολ./βαρέλι προκειμένου νοικοκυριά και επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν από τη μία το κύμα ακρίβειας και από την άλλη το υψηλό κόστος παραγωγής.

Στο τραπέζι βρίσκονται και η επιβολή πλαφόν στα ανώτατα όρια περιθωρίου κέρδους στα καύσιμα χωρίς προς ώρας να έχουν ληφθεί οριστικές αποφάσεις. Παράλληλα εξετάζεται η χορήγηση fuel pass στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες καθώς και powerpass εάν και εφόσον αυξηθούν οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος που ακόμα κινούνται σε λογικά επίπεδα.

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο υπ. Οικονομικών έχει κοστολογήσει όλα τα μέτρα, τα οποία θα παρουσιαστούν στον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη και ανάλογα με τις εξελίξεις, θα ενεργοποιηθούν.

Τα μέτρα που βρίσκονται στο τραπέζι με βάση τα σενάρια για την κρίση

Όπως έγραφε το energygame.gr νωρίτερα, οι κυβερνήσεις σε Ελλάδα και Ευρώπη αναζητούν «μέτρα ασφαλείας» για να περιορίσουν τις επιπτώσεις μιας σύρραξης, η διάρκεια της οποίας παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη και τα σενάρια για αποκλιμάκωση απομακρύνονται. Το θέμα αναμένεται να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον στη συνεδρίαση του Eurogroup σήμερα, Δευτέρα 9 Μαρτίου, όπου οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης θα κληθούν να αποτιμήσουν τις εξελίξεις στις ενεργειακές αγορές και τις συνέπειες για την οικονομία της Ευρώπης.

Οι συζητήσεις θα συνεχιστούν την Τρίτη στο Συμβούλιο Ecofin, όπου θα εξεταστούν ευρύτερα οι δημοσιονομικές προκλήσεις που δημιουργεί το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον. Η έντονη μεταβλητότητα στις αγορές ενέργειας έχουν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν το κλίμα των συζητήσεων. Πολλές κυβερνήσεις φοβούνται ότι μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να ανατρέψει βασικές προβλέψεις των κρατικών προϋπολογισμών, ιδίως αν οι ενεργειακές τιμές διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο διάστημα.

Στο παρασκήνιο των συζητήσεων βρίσκεται ήδη ένα προσχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο οποίο αναφέρεται το Reuters, που εξετάζει πιθανά βραχυπρόθεσμα μέτρα για την αντιμετώπιση του υψηλού ενεργειακού κόστους. Μεταξύ των επιλογών που συζητούνται περιλαμβάνονται παρεμβάσεις σε ενεργειακούς φόρους, χρεώσεις δικτύου και στο κόστος άνθρακα, με στόχο να δοθεί άμεση ανακούφιση στις ενεργοβόρες βιομηχανίες της Ευρώπης που πιέζονται από τον διεθνή ανταγωνισμό.

Οι Βρυξέλλες αναζητούν ουσιαστικά «γρήγορες λύσεις», καθώς αναγνωρίζουν ότι οι βαθύτερες μεταρρυθμίσεις στην αγορά ενέργειας χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν. Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζονται και μεταβατικές παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως «γέφυρα» για τα επόμενα δύο έως πέντε χρόνια, μέχρι η ενεργειακή μετάβαση και η αύξηση της παραγωγής από καθαρές πηγές να αρχίσουν να μειώνουν πιο ουσιαστικά το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.

Διαταραχές στις ενεργειακές ροές

Πράγματι, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει ήδη αρχίσει να προκαλεί σοβαρές αναταράξεις στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά, το οποίο δημιουργεί ένα ντόμινο πιέσεων, με τις επιπτώσεις να εκτιμάται ότι θα διαρκέσουν εβδομάδες ή ακόμη και μήνες ακόμη και αν υπάρξει γρήγορη αποκλιμάκωση. Όπως επισημαίνουν αναλυτές της JP Morgan, η αγορά περνά πλέον από τη φάση της αποτίμησης καθαρού γεωπολιτικού κινδύνου σε πραγματικές λειτουργικές διαταραχές, καθώς το κλείσιμο διυλιστηρίων, οι περιορισμοί στις εξαγωγές και τα προβλήματα στη ναυσιπλοΐα αρχίζουν να επηρεάζουν την επεξεργασία αργού πετρελαίου και τις ροές εφοδιασμού.

Η συρραξη έχει ήδη οδηγήσει στην αναστολή περίπου του 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ οι διεθνείς τιμές πετρελαίου έχουν αυξηθεί περισσότερο από 25% από την έναρξη του πολέμου. Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και LNG. Η σχεδόν πλήρης διακοπή της ναυσιπλοΐας έχει ήδη αναγκάσει μεγάλους παραγωγούς του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ιράκ και το Κουβέιτ, να αναστείλουν αποστολές έως και 140 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε 1,4 ημέρες της παγκόσμιας ζήτησης.

Καθώς τα φορτία δεν μπορούν να διοχετευθούν στις διεθνείς αγορές, οι αποθηκευτικοί χώροι στον Περσικό Κόλπο γεμίζουν γρήγορα, αναγκάζοντας παραγωγούς να περιορίζουν την άντληση πετρελαίου. Ταυτόχρονα, οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές επιτείνουν την αβεβαιότητα. Το Κατάρ, που καλύπτει περίπου το 20% της παγκόσμιας αγοράς LNG, ανακοίνωσε force majeure σε μεγάλες ποσότητες εξαγωγών μετά από επιθέσεις με drones, ενώ η μεγάλη εγκατάσταση διύλισης και εξαγωγών Ras Tanura της Saudi Aramco έχει επίσης τεθεί εκτός λειτουργίας.

Ακόμη και σε περίπτωση άμεσης αποκλιμάκωσης, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η επιστροφή στην κανονικότητα δεν θα είναι γρήγορη. Η επανεκκίνηση πετρελαϊκών πεδίων και ενεργειακών εγκαταστάσεων που έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας μπορεί να απαιτήσει εβδομάδες ή και μήνες, ανάλογα με την έκταση των ζημιών και τη διαδικασία επανεκκίνησης των πεδίων.

Η αναταραχή στις ενεργειακές ροές έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει την παγκόσμια οικονομία. Στην Ασία, που προμηθεύεται περίπου το 60% του αργού πετρελαίου της από τη Μέση Ανατολή, διυλιστήρια έχουν περιορίσει τη λειτουργία τους λόγω προβλημάτων εφοδιασμού, ενώ ορισμένες χώρες έχουν αναστείλει εξαγωγές καυσίμων για να προστατεύσουν την εγχώρια αγορά. Παράλληλα, η κρίση ενδέχεται να ωθήσει πολλές χώρες να ενισχύσουν τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, αυξάνοντας περαιτέρω τη ζήτηση και διατηρώντας τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.

Για την Ευρώπη, η κατάσταση δημιουργεί διπλή πίεση. Μετά τη δραστική μείωση των ρωσικών ροών φυσικού αερίου το 2022, η Ευρώπη βασίζεται πλέον σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές LNG. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα χρειαστεί περίπου 180 επιπλέον φορτία LNG σε σχέση με πέρυσι για να γεμίσει τις αποθήκες φυσικού αερίου πριν από τον επόμενο χειμώνα.

Ο εφιάλτης των υψηλών τιμών

To θετικό σενάριο είναι πως η Ελλάδα, όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, μπορούν για την ώρα να είναι ήρεμες, για την ασφάλεια του εφοδιασμού, αφού είναι εξασφαλισμένο ένα σημαντικό ενεργειακό απόθεμα. Η ανησυχία εστιάζει στο φυσικό αέριο και στην επόμενη φάση της αγοράς: την αναπλήρωση των ευρωπαϊκών αποθηκών ενόψει του χειμώνα. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Reuters, τα επίπεδα πλήρωσης των ευρωπαϊκών αποθηκών βρίσκονται σήμερα κάτω από το 31%, έναντι περίπου 40% την ίδια περίοδο πέρυσι. Η Ευρώπη αναμένεται να ολοκληρώσει τη χειμερινή περίοδο με αποθέματα μόλις 22%–27%, σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας που διαμορφώνεται γύρω στο 41%. Για να επανέλθουν σε ασφαλή επίπεδα πριν από τον επόμενο χειμώνα, οι ευρωπαϊκές χώρες θα χρειαστεί να εισαγάγουν περίπου 700 φορτία LNG, που αντιστοιχούν σε περίπου 67 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου.

Ωστόσο, το βασικό «καμπανάκι» χτυπά ήδη για την πορεία των τιμών. Η Ελλάδα έχει ήδη δει τις πρώτες αυξήσεις στα καύσιμα, καθώς μέσα σε μία εβδομάδα η απλή αμόλυβδη αυξήθηκε κατά περίπου 9 λεπτά το λίτρο, το πετρέλαιο κίνησης κατά 22,5 λεπτά και το πετρέλαιο θέρμανσης σχεδόν κατά 20 λεπτά. Ωστόσο, η συγκυρία εμφανίζεται προς το παρόν σχετικά ευνοϊκή για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Παρά το γεγονός ότι μια παρατεταμένη άνοδος των διεθνών τιμών φυσικού αερίου θα μπορούσε να επηρεάσει σταδιακά τα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας των επόμενων μηνών, καθώς εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό καύσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή, η Ελλάδα εισέρχεται αυτή την περίοδο σε φάση χαμηλότερης ζήτησης. Την ίδια ώρα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας λειτουργούν με υψηλή απόδοση, ενώ τα υδροηλεκτρικά παραμένουν σε αυξημένα επίπεδα παραγωγής χάρη στα ενισχυμένα αποθέματα νερού. Σήμερα μάλιστα, η ισχυρή συμμετοχή των ΑΠΕ και των υδροηλεκτρικών στο ενεργειακό μείγμα περιορίζει τη συμμετοχή του φυσικού αερίου περίπου στο 18%, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να κατατάσσεται στην τρίτη φθηνότερη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη χονδρεμπορική τιμή να διαμορφώνεται γύρω στα 83 ευρώ/MWh.

Διαβάστε ακόμη