Ενδιαφέρον από μία από τις δύο μεγαλύτερες εταιρείες παγκοσμίως που δραστηριοποιούνται στις σεισμογραφικές έρευνες έχει ήδη εκδηλωθεί για την ελληνική αγορά, σηματοδοτώντας μία ακόμη σαφή ένδειξη ότι το εθνικό πρόγραμμα υδρογονανθράκων επαναφέρει τη χώρα στο επίκεντρο των διεθνών ενεργειακών σχεδιασμών.
Όπως ανέφερε ο Αριστοφάνης Στεφάτος, Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΔΕΥΕΠ (Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων), στο πάνελ Επενδύσεις στην Άμυνα και Ενέργεια: Καινοτομία, Οικονομική Διπλωματία και Ανάπτυξη στην 1η Ημερίδα Άμυνας & Γεωπολιτικής, έχουν ξεκινήσει επαφές προκειμένου να δρομολογηθεί η διαδικασία για την έναρξη νέων γεωφυσικών ερευνών, με την ελληνική πλευρά να επιδιώκει επιτάχυνση των βημάτων και συνολικό σχεδιασμό των επόμενων κινήσεων. «Έχουμε λάβει ενδιαφέρον από μία από τις δύο μεγαλύτερες εταιρείες στον κόσμο που κάνουν σεισμογραφικές έρευνες να ξεκινήσουμε τη διαδικασία», σημείωσε, προσθέτοντας ότι στόχος είναι να υπάρχουν ερευνητικά σεισμογραφικά πλοία στο πεδίο πριν από το τέλος του έτους και πριν ολοκληρωθούν οι επίσημες υπογραφές των συμβάσεων.
Την ίδια ώρα, η αγορά αναμένει τις επόμενες κινήσεις στο μέτωπο των συμβάσεων, καθώς όπως γνωστοποιήθηκε τη Δευτέρα αναμένεται να υπογραφούν τέσσερις συμφωνίες με τη Chevron. «Την επόμενη εβδομάδα θα έρθουν οι εκπρόσωποι της Chevron στην Ελλάδα και θα έχουμε τις υπογραφές των τεσσάρων συμφωνιών σε χρόνο-ρεκόρ», ανέφερε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, επισημαίνοντας ότι έτσι «θα προχωρήσει μία πολύ σημαντική προοπτική για τη χώρα μας, που είναι η ανάπτυξη του τομέα των υδρογονανθράκων».
Σύμφωνα με τον κ. Στεφάτο, η κινητικότητα που καταγράφεται γύρω από τις έρευνες συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια αποκατάστασης της αξιοπιστίας της χώρας στον κλάδο. «Η αγορά μας παρακολουθεί για να δει αν είμαστε σε θέση να παραδώσουμε αυτά τα οποία υποσχόμαστε», υπογράμμισε, τονίζοντας ότι το ενδιαφέρον των μεγάλων εταιρειών δεν θα παραμείνει ανοιχτό επ’ αόριστον, καθώς πρόκειται για ομίλους που κατανέμουν κεφάλαια σε παγκόσμια κλίμακα και αξιολογούν διαρκώς τις αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνται.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο γεγονός ότι η Ελλάδα επιχειρεί να επανεκκινήσει ουσιαστικά τις έρευνες σε βαθιά νερά μετά από δεκαετίες. Στο ίδιο πλαίσιο, επεσήμανε ότι οι έρευνες υδρογονανθράκων αποτελούν δραστηριότητα υψηλού κόστους και υψηλού ρίσκου, καθώς απαιτούν επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ χωρίς καμία εγγύηση επιτυχίας. Για τον λόγο αυτό, το μοντέλο που εφαρμόζεται βασίζεται σε ιδιωτικά κεφάλαια στο αρχικό στάδιο, ώστε να μην επιβαρύνεται το ελληνικό Δημόσιο. Σε περίπτωση επιτυχίας, τα έσοδα μοιράζονται, με τον ίδιο να επισημαίνει ότι «κατά μέσο όρο μπορούμε να κρατάμε στο μυαλό μας ότι το 40% επιστρέφει στο ελληνικό δημόσιο».
Παράλληλα, τόνισε ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον ενισχύεται όσο η χώρα αποδεικνύει στην πράξη ότι προχωρά τις διαδικασίες και διατηρεί τη δραστηριότητα σε εξέλιξη. Η ιστορία των ερευνών υδρογονανθράκων στην Ελλάδα, όπως σημείωσε, χαρακτηρίστηκε επί δεκαετίες από διακοπές και ασυνέχεια, γεγονός που επηρέασε την εικόνα της αγοράς. Σήμερα, όμως, το γεγονός ότι προχωρούν οι σεισμικές έρευνες και ολοκληρώνονται οι συμβάσεις λειτουργεί ως μήνυμα σοβαρότητας προς τους διεθνείς επενδυτές.
Ο ίδιος επισήμανε ότι το «παράθυρο» ενδιαφέροντος που έχει ανοίξει για την Ελλάδα είναι υπαρκτό αλλά χρονικά περιορισμένο. Οι μεγάλες εταιρείες δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα σε πολλές χώρες και στο εσωτερικό τους υπάρχει ανταγωνισμός για το πού θα κατευθυνθούν τα επενδυτικά κεφάλαια. «Αυτή τη στιγμή έχουν τραβήξει την προσοχή τους και είμαστε στις προτεραιότητές τους… αλλά αυτό το παράθυρο δεν θα κρατήσει για πάντα», ανέφερε, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ταχείας προόδου, συνέπειας και τήρησης των χρονοδιαγραμμάτων ώστε το ενδιαφέρον να μεταφραστεί σε πραγματική δραστηριότητα στο πεδίο.
Διαβάστε ακόμη
