Το ενδεχόμενο της εκ νέου ενεργοποίησης του διυλιστηρίου της ΟΚΤΑ (της θυγατρικής της Helleniq Energy στη Βόρεια Μακεδονία) και έχει σταματήσει να λειτουργεί από το 2013 έθεσε η κυβέρνηση της γειτονικής χώρας,  λίγους μήνες μετά την επαναλειτουργία του αγωγού πετρελαιοειδών Θεσσαλονίκης-Σκοπίων Vardax.

Το αίτημα προς την Helleniq Energy και οι δηλώσεις Mίτσκοσκι

Όπως δήλωσε ο  πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας, Χρίστιαν Μίτσκοσκι σε πρόσφατη τηλεοπτική του συνέντευξη, η κυβέρνησή του έχει ζητήσει από τη διοίκηση της Helleniq Energy  να εξετάσει τη δυνατότητα επανεκκίνησης της παραγωγικής δραστηριότητας του διυλιστηρίου, κάτι που σύμφωνα με τον ίδιο  θα μπορούσε να ενισχύσει την εγχώρια βιομηχανική παραγωγή, να αυξήσει την προστιθέμενη αξία στην οικονομία και να δημιουργήσει πρόσθετες δυνατότητες εξαγωγών προς το Κόσοβο και τη νότια Σερβία. Ο κ. Μίτσοσκι επισήμανε μάλιστα ότι η ΟΚΤΑ αποτελεί ήδη τον μεγαλύτερο προμηθευτή πετρελαιοειδών της χώρας, με σημαντική παρουσία και στις γειτονικές αγορές, προσθέτοντας ότι «1 ή 2 νέες εταιρείες αναμένεται να δραστηριοποιηθούν στη διανομή καυσίμων στη Β. Μακεδονία από τον προσεχή Ιανουάριο», χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.  Την ίδια στιγμή, σε ξεχωριστές δηλώσεις της, η Υπουργός Ενέργειας της Βόρειας Μακεδονίας, Σάνια Μποζίνοφσκα διευκρίνισε ότι το ενδεχόμενο επανεκκίνησης βρίσκεται σε αρχικό στάδιο εξέτασης και απαιτεί αναλυτικά τεχνικά δεδομένα, προτού ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση.

Υπενθυμίζεται ότι  διακοπή της λειτουργίας του διυλιστηρίου πριν 13 χρόνια 2013 «συμπαρέσυρε» και τον αγωγό πετρελαίου Θεσσαλονίκης-Σκοπίων, ο οποίος πρόσφατα «ξαναμπήκε στην πρίζα». Όπως είχε δηλώσει στο παρελθόν ο Διευθύνων Σύμβουλος της Helleniq Energy Ανδρέας Σιάμισιης, εξηγώντας τη φιλοσοφία του συνολικού σχεδιασμού,  «Το 2013  όπως έγινε και με αρκετά άλλα σχετικά απλά διυλιστήρια της περιοχής που είχαν κατασκευαστεί με άλλα κριτήρια την εποχή του Ψυχρού Πολέμου,  κρίθηκε επιχειρηματικά ασύμφορη η συνέχιση λειτουργίας των εγκαταστάσεων της ΟΚΤΑ ως διυλιστήριο Αντ’ αυτού, έπειτα από προσεκτική μελέτη αποφασίστηκε να αξιοποιηθούν οι εγκαταστάσεις ως περιφερειακή έδρα εφοδιασμού στα Δυτικά Βαλκάνια με αλλαγή χρήσης του αγωγού  Θεσσαλονίκης-Σκοπίων ώστε αντί για αργό να μεταφέρει τα πλέον σύγχρονα και καθαρά προϊόντα». Ο εκσυγχρονισμός και η επαναλειτουργία του αγωγού έλαβαν χώρα, με σημαντικά οφέλη για την ασφάλεια του εφοδιασμού της Βόρειας Μακεδονίας με πετρελαιοειδή, όπως δήλωσε και σε πρόσφατη συνέντευξή της στο powergame.gr η κ. Μποζίνοφσκα. Και ο  Μίτσκοσκι  άλλωστε υπογράμμισε ότι η ενεργοποίηση του αγωγού άλλαξε τα δεδομένα για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας καθώς αύξησε τις δυνατότητες μεταφοράς καυσίμων χωρίς να καταργηθεί η τροφοδοσία μέσω βυτιοφόρων και σιδηροδρόμου, προσθέτοντας ότι η  νέα υποδομή επιτρέπει στη Βόρεια Μακεδονία να ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες της αγοράς και να ενισχύει τον εφοδιασμό γειτονικών χωρών.  Το θέμα της επαναλειτουργίας του διυλιστηρίου είναι όμως ένα άλλο κεφάλαιο, στο μέτρο που θα απαιτούνταν σημαντικές επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό του, τη στιγμή που η αγορά που προορίζεται να καλύψει (αυτή της Β. Μακεδονίας) είναι πολύ μικρή σε μέγεθος.

Η ιστορία του διυλιστηρίου της ΟΚΤΑ στα Σκόπια

Το συγκρότημα βρίσκεται στο Μιλαντίνοβτσι, ανατολικά των Σκοπίων, και αποτελούσε το μοναδικό διυλιστήριο αργού πετρελαίου της Βόρειας Μακεδονίας. Η ΟΚΤΑ πέρασε στα χέρια της Helleniq Energy το 1999, σε μια συμφωνία που ήταν ενταγμένη στη στρατηγική επέκτασης των τότε Ελληνικών Πετρελαίων στις αγορές των Βαλκανίων, με στόχο την ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης αλυσίδας διύλισης, αποθήκευσης και εμπορίας καυσίμων. Το διυλιστήριο έχει ονομαστική ικανότητα διύλισης 2,5 εκατ. τόνων. Το 2012 που ήταν το τελευταίο έτος λειτουργίας του επεξεργάστηκε 264.000 τόνους αργού και παρήγαγε 227.00 τόνους πετρελαιοειδών.  Με άλλα λόγια, λειτουργούσε σημαντικά κάτω από τη μέγιστη παραγωγική του ικανότητα εξαιτίας του περιορισμένου μεγέθους της εγχώριας αγοράς.

Η εγκατάσταση ήταν τύπου hydroskimming, δηλαδή σχετικά απλής τεχνολογίας, με βασικές μονάδες επεξεργασίας αργού πετρελαίου και περιορισμένη δυνατότητα βαθύτερης μετατροπής των βαρέων κλασμάτων σε προϊόντα υψηλότερης αξίας. Παρήγαγε κυρίως βενζίνες, πετρέλαιο κίνησης, πετρέλαιο θέρμανσης, μαζούτ και μικρότερες ποσότητες υγραερίου. Παρά τις επενδύσεις εκσυγχρονισμού που ανήλθαν σε 60 εκατ. δολάρια την περίοδο 2000–2007, η συνέχιση της διυλιστικής δραστηριότητας αποδείχθηκε οικονομικά ασύμφορη. Έτσι, η παραγωγή σταμάτησε τον Ιανουάριο του 2013, με την Helleniq Energy να επιλέγει τη μετατροπή της ΟΚΤΑ σε εταιρεία εμπορίας, αποθήκευσης και διανομής πετρελαιοειδών, απόφαση που συνδέθηκε με τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα των σχετικά απλών διυλιστηρίων της περιοχής που είχαν κατασκευαστεί με διαφορετικά οικονομικά και ενεργειακά δεδομένα.

Όσον αφορά στη χρήση της εγκατάστασης μετά τη διακοπή της δραστηριότητας διύλισης, διατηρήθηκαν και αξιοποιήθηκαν οι δεξαμενές, οι υποδομές παραλαβής και φόρτωσης καυσίμων, οι  σιδηροδρομικές και οδικές εγκαταστάσεις, καθώς και το εργαστήριο ποιοτικού ελέγχου. Σήμερα η ΟΚΤΑ διαθέτει αποθηκευτική χωρητικότητα περίπου 350 εκατ. λίτρων, ενώ εξυπηρετεί την αγορά της Βόρειας Μακεδονίας και γειτονικές χώρες.

Τα σχέδια του Μίτσκοσκι και οι προϋποθέσεις για την επανεκκίνηση

Η κυβέρνηση  της Βόρειας Μακεδονίας εκτιμά ότι η επανεκκίνηση της διυλιστικής δραστηριότητας στη μονάδα της ΟΚΤΑ θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετη αξία, καθώς αντί να εισάγονται αποκλειστικά έτοιμα καύσιμα, ένα μέρος τους θα παράγεται στη χώρα από εισαγόμενο αργό πετρέλαιο. Ωστόσο, το εγχείρημα παρουσιάζει μεγάλες τεχνικές και οικονομικές προκλήσεις. Οι εγκαταστάσεις διύλισης έχουν παραμείνει ανενεργές για περισσότερα από 13 χρόνια, επομένως απαιτείται να αξιολογηθεί η κατάστασή τους και να προσδιοριστούν οι αναγκαίες επενδύσεις εκσυγχρονισμού. Στην εξίσωση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι πρόκειται για μονάδα παλαιάς τεχνολογίας που δεν ανταποκρίνεται στα σύγχρονα περιβαλλοντικά πρότυπα και στις απαιτήσεις ποιότητας καυσίμων. Θα πρέπει επίσης να  εξεταστεί εάν ο αγωγός που έχει πλέον προσαρμοστεί ώστε να εξυπηρετεί τη μεταφορά τελικών προϊόντων, μπορεί να χρησιμοποιηθεί εκ νέου για την τροφοδοσία του διυλιστηρίου με αργό πετρέλαιο και υπό ποιες τεχνικές και εμπορικές προϋποθέσεις.

Για τη HELLENiQ ENERGY,  το βασικό ερώτημα δεν είναι  μόνο αν το διυλιστήριο μπορεί τεχνικά να λειτουργήσει ξανά, αλλά και αν μια τέτοια επένδυση θα είναι οικονομικά βιώσιμη σε σύγκριση με το υφιστάμενο μοντέλο τροφοδοσίας της περιοχής από τις ελληνικές διυλιστικές εγκαταστάσεις. Το νέο ενδιαφέρον των Σκοπίων αναδεικνύει πάντως τη σημασία των ενεργειακών υποδομών που συνδέουν τις δύο χώρες, σε μια περίοδο κατά την οποία η ασφάλεια εφοδιασμού και η διαθεσιμότητα diesel βρίσκονται στο επίκεντρο των κυβερνητικών σχεδιασμών.