Ισχυρή πίεση δέχεται η βιοτεχνική αρτοποιία από το αυξημένο κόστος της ενέργειας, με τους επαγγελματίες του κλάδου να προειδοποιούν πλέον ανοιχτά για νέα λουκέτα. Η κατάσταση, όπως περιγράφει ο πρόεδρος της Συντεχνίας Αρτοποιών Αθηνών, Προαστίων και Περιχώρων, Ιάσων Καπλάνης, είναι σήμερα χειρότερη από πέρυσι, ενώ οι επιχειρήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα υψηλότερους λογαριασμούς και μειωμένη κατανάλωση.

Όπως επισημαίνει, οι αυξήσεις στο ρεύμα, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο έχουν περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια των επιχειρήσεων. Την ίδια στιγμή, τα νοικοκυριά, που βλέπουν το διαθέσιμο εισόδημά τους να πιέζεται, περιορίζουν τις αγορές τους. Για τους αρτοποιούς, η κατάσταση γίνεται έτσι ακόμη πιο δύσκολη: το κόστος λειτουργίας ανεβαίνει, ενώ ο τζίρος υποχωρεί. Μάλιστα, όπως υπενθυμίζει ο κ. Καπλάνης και πέρυσι ο κλάδος είχε προειδοποιήσει για τις επιπτώσεις της ενεργειακής ακρίβειας, μετά τις μεγάλες αυξήσεις που είχαν σημειωθεί λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Φέτος, όμως, όπως επισημαίνει, οι συνθήκες έχουν γίνει ακόμη πιο δύσκολες. Με το ξέσπασμα του πολέμου στα στενά του Ορμούζ, η Συντεχνία παρενέβη από την πρώτη στιγμή, εκφράζοντας την ανησυχία της για μια νέα επιβάρυνση στις τιμές της ενέργειας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις δεν έχουν ακόμη προλάβει να ανακάμψουν από τις προηγούμενες κρίσεις.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο επειδή οι φούρνοι δεν μπορούν πλέον να απορροφήσουν εύκολα τις αυξήσεις. Το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος, του πετρελαίου και του φυσικού αερίου έχει ανέβει σημαντικά, την ώρα που τα νοικοκυριά περιορίζουν τις αγορές τους. Έτσι, οι αρτοποιοί βρίσκονται στη δύσκολη θέση να βλέπουν τα έξοδα να αυξάνονται και τα έσοδά τους να περιορίζονται.

«Φωτιά» στο κόστος λειτουργίας

Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της επιβάρυνσης, χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του πετρελαίου. Σύμφωνα με τον κ. Καπλάνη, πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία η μέση τιμή του ήταν περίπου 1,20 ευρώ το λίτρο. Μετά τον πόλεμο ανέβηκε στα 1,45 ευρώ και σήμερα, όπως τονίζει, κινείται στα επίπεαδα των 2 ευρώ το λίτρο. Σύμφωνα με τον ίδιο, για έναν φούρνο, η αύξηση αυτή δεν είναι ένα μικρό επιπλέον κόστος. Μια επιχείρηση μπορεί να καταναλώνει 800 έως 1.000 λίτρα πετρελαίου τον μήνα, ενώ σε μεγαλύτερα καταστήματα η κατανάλωση μπορεί να είναι ακόμη υψηλότερη. Αυτό σημαίνει ότι μια νέα άνοδος στην τιμή του πετρελαίου μετατρέπεται άμεσα σε σημαντική πρόσθετη δαπάνη για την επιχείρηση.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στο ηλεκτρικό ρεύμα. Όπως αναφέρει ο πρόεδρος της Συντεχνίας, η τιμή της κιλοβατώρας, η οποία παλαιότερα βρισκόταν στα επίπεδα των 7-9 λεπτών, έχει αυξηθεί σημαντικά. Τα τιμολόγια των επιχειρήσεων, σύμφωνα με τον ίδιο, φτάνουν πλέον να χρεώνονται με 1,15 ευρώ και πάνω την κιλοβατώρα, ενώ αυξητική πορεία ακολουθεί και το φυσικό αέριο.

«Για τους φούρνους, που είναι κατεξοχήν ενεργοβόρες επιχειρήσεις, η ενέργεια αποτελεί πλέον ένα από τα μεγαλύτερα λειτουργικά τους βάρη» αναφέρει συμπληρώνοντάς πως το ενεργειακό κόστος αντιστοιχεί σήμερα σε τουλάχιστον 30% των λειτουργικών εξόδων μιας αρτοποιητικής επιχείρησης. Και η σημερινή εικόνα έρχεται μετά από μια σειρά διαδοχικών κρίσεων. Οι επιχειρήσεις έχουν ήδη απορροφήσει μεγάλο μέρος των προηγούμενων αυξήσεων και έχουν περιορίσει τα αποθέματα που διέθεταν. «Είμαστε σε μία περίοδο που ερχόμαστε από αλλεπάλληλες κρίσεις, οι οποίες έχουν ροκανίσει όλα τα αποθέματα που υπήρχαν», αναφέρει ο κ. Καπλάνης, περιγράφοντας μια κατάσταση που, όπως υποστηρίζει, δοκιμάζει πλέον τις αντοχές των επαγγελματιών. Το σκηνικό αυτό περαιτέρω δυναμιτίζει και η μείωση της κατανάλωσης. Όπως σημειώνει ο κ. Καπλάνης «την ώρα που αναστενάζουν τα νοικοκυριά, πέφτουν και οι καταναλώσεις σε εμάς. Η ενέργεια ανεβαίνει και τα λειτουργικά έξοδα ανεβαίνουν».

Ανησυχία για νέο κύμα λουκέτων

Η πίεση αυτή έχει ήδη οδηγήσει αρκετές επιχειρήσεις σε λουκέτα με τη Συντεχνία να κάνει λόγο για σημαντικό αριθμό λουκέτων και εκτιμά ότι περίπου το 10% του κλάδου πανελλαδικά έχει ήδη κλείσει. Η αναφορά αφορά, σύμφωνα με τον κ. Καπλάνη, περίπου 1.300 έως 1.500 αρτοποιεία που έχουν σταματήσει να λειτουργούν από την περίοδο του πολέμου στην Ουκρανία  και μετά ενώ ο ίδιος δεν αποκλείει η πραγματική εικόνα να είναι ακόμη πιο δύσκολη, καθώς δεν υπάρχει, όπως σημειώνει, πλήρης και σαφής καταγραφή της κατάστασης.

Η προειδοποίηση για το επόμενο διάστημα είναι ακόμη πιο έντονη. Ο κ. Καπλάνης εκτιμά ότι, αν η σημερινή κατάσταση συνεχιστεί, το φαινόμενο των λουκέτων θα ενταθεί. Η τάση που βλέπει η Συντεχνία για το αμέσως επόμενο διάστημα προκαλεί μεγάλη ανησυχία, καθώς οι επιχειρήσεις μπαίνουν σε μια νέα περίοδο υψηλού ενεργειακού κόστους χωρίς να έχουν τα αποθέματα που είχαν στο παρελθόν. Σύμφωνα με τη Συντεχνία, τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα αντιμετωπίζουν εντονότερες πιέσεις, με την Αττική να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή και τη Θεσσαλονίκη να ακολουθεί.

Τα μέτρα που ζητούν οι αρτοποιοί

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η Συντεχνία ζητά άμεση παρέμβαση της κυβέρνησης με στόχο τη μείωση της τιμής της ενέργειας και η δημιουργία ενός σταθερού πλαισίου που θα επιτρέψει στις μικρές αρτοποιητικές επιχειρήσεις να συνεχίσουν να λειτουργούν. Μεταξύ άλλων, ζητά πλαφόν στις τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και του ηλεκτρικού ρεύματος, με την παρέμβαση να ξεκινά από τις τιμές χονδρικής και τα διυλιστήρια. Ζητά επίσης κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο πετρέλαιο, καθώς και μέτρα για τη μείωση του συνολικού φορολογικού και λειτουργικού βάρους των πολύ μικρών επιχειρήσεων.

Στο ίδιο πλαίσιο, σε νέα ανακοίνωσή της η Συντεχνία Αρτοποιών Αθηνών, Προαστίων και Περιχώρων περιγράφει την κατάσταση στα μικρά και οικογενειακά αρτοποιεία ως οριακή υποστηρίζοντας ότι τα περιθώρια των επιχειρήσεων περιορίζονται διαρκώς και ότι τα αυξανόμενα λουκέτα αποτυπώνουν τα αδιέξοδα που έχουν δημιουργηθεί. Στην ανακοίνωσή της θέτει, μάλιστα, το ζήτημα και από την πλευρά της ανισότητας του ενεργειακού κόστους μεταξύ μικρών και μεγάλων καταναλωτών, υποστηρίζοντας ότι οι μεγάλοι ενεργοβόροι καταναλωτές διαθέτουν διαφορετικά εργαλεία για τη διαχείριση του κόστους τους. Ειδικότερα, αναφέρεται στις λεγόμενες Εταιρικές Συμβάσεις Προμήθειας, υποστηρίζοντας ότι μπορούν να οδηγήσουν σε εκτιμώμενη μείωση του κόστους κατά 15%-30%. Η θέση της Συντεχνίας είναι ότι οι δυνατότητες αυτές δεν είναι αντίστοιχες για τα μικρά αρτοποιεία, τα οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν τις αυξήσεις χωρίς ανάλογα περιθώρια.

Παράλληλα, η ανακοίνωση ανοίγει και το μέτωπο της φορολογικής επιβάρυνσης. Η Συντεχνία κάνει λόγο για επιβάρυνση άνω του 30% στο φυσικό αέριο και άνω του 50% στο πετρέλαιο, ενώ θέτει στο στόχαστρο τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, την τεκμαρτή φορολόγηση χωρίς αφορολόγητο όριο και την ψηφιακή γραφειοκρατία, υποστηρίζοντας ότι όλα αυτά προσθέτουν επιπλέον κόστος στις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις.

Στην ανακοίνωσή της καλεί, τέλος, τους επαγγελματίες του κλάδου σε συλλογική κινητοποίηση στις 30 Σεπτεμβρίου, υπογραμμίζοντας ότι οι λύσεις, κατά την άποψή της, δεν μπορούν να προκύψουν από την αναμονή, αλλά από την οργάνωση και τη συλλογική διεκδίκηση. Την ίδια στιγμή, αντίστοιχες προειδοποιήσεις έρχονται και από την Ελληνική Ένωση Επιχειρήσεων Αρτοποιίας και Ζαχαροπλαστικής, η οποία περιγράφει πολλές επιχειρήσεις παραδοσιακής αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής ως οριακά βιώσιμες. Η Ένωση προειδοποιεί ότι, εάν οι σημερινές πιέσεις συνεχιστούν, ο φούρνος και το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς κινδυνεύουν να χάσουν σταδιακά τη θέση που έχουν στην καθημερινότητα των καταναλωτών.

“Καμπανάκι” και από ΜμΕ και εστίαση

Tην ίδια ώρα οι μικρές επιχειρήσεις συνολικά και οι επιχειρήσεις εστίασης που καλούνται να διαχειριστούν ένα ολοένα υψηλότερο κόστος λειτουργίας, χωρίς αντίστοιχη δυνατότητα μετακύλισης των επιβαρύνσεων στις τιμές, “ξεκησώνονται” για την έλλειψη προβλέψεων στα μέτρα που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ. Ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, Γιώργος Καββαθάς, έθεσε ειδικά το ζήτημα της ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι από τις κυβερνητικές εξαγγελίες απουσιάζει μια παρέμβαση που θα μπορούσε να έχει άμεσο αντίκτυπο στην αγορά. Όπως ανέφερε, μιλώντας στο ραδιόφωνο Παραπολιτικά 90.1 FM το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για τις επιχειρήσεις. Η θέση αυτή συνδέεται με μια ευρύτερη διαπίστωση: ακόμη και όπου υπάρχουν μέτρα με θετικό πρόσημο, αυτά δεν επαρκούν, σύμφωνα με τη ΓΣΕΒΕΕ, για να αντισταθμίσουν το σύνολο των πιέσεων που δέχεται σήμερα μια μικρή επιχείρηση. Το ζητούμενο για τους εκπροσώπους της αγοράς δεν είναι μόνο η αντιμετώπιση μιας επιμέρους επιβάρυνσης, αλλά ένα πλαίσιο που θα μειώνει το συνολικό λειτουργικό κόστος.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η ΠΟΕΣΕ, η οποία χαρακτηρίζει ανεπαρκή τη στήριξη που προβλέπεται για την εστίαση από τις εξαγγελίες στη ΔΕΘ. Η Ομοσπονδία υποστηρίζει ότι ο κλάδος είχε ήδη καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις και στοχευμένα αιτήματα προς την κυβέρνηση, θεωρώντας ότι οι νέες παρεμβάσεις δεν απαντούν στις πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις του. Για την εστίαση, το διακύβευμα είναι ιδιαίτερα υψηλό, καθώς πρόκειται για έναν κλάδο όπου η δυνατότητα περιορισμού της κατανάλωσης ενέργειας είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένη. Όταν, παράλληλα, αυξάνονται τα κόστη προμηθειών, μεταφοράς και λειτουργίας και μειώνεται ο τζίρος, η επιβάρυνση συσσωρεύεται στην ίδια επιχείρηση. Αυτό είναι και το βασικό επιχείρημα των φορέων της αγοράς που ζητούν παρεμβάσεις με άμεσο αποτέλεσμα στο λειτουργικό κόστος και όχι μόνο οριζόντια μέτρα οικονομικής στήριξης.

Διαβάστε ακόμα