Η άνοδος του ενεργειακού κόστους, η αυξανόμενη πίεση στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και η ανάγκη επανατοποθέτησης της παραγωγικής βάσης σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής και οικονομικής αστάθειας βρέθηκαν στον πυρήνα των μηνυμάτων που εξέπεμψε η διοίκηση του Ομίλου ΤΙΤΑΝ κατά την ενημερωτική εκδήλωση προς ιδιώτες μετόχους και θεσμικούς επενδυτές.

Με όχημα το επενδυτικό σχέδιο ύψους 3 έως 4 δισ. ευρώ έως το 2029, ο Όμιλος επιχείρησε να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο μια διεθνής ενεργοβόρος βιομηχανία προσαρμόζεται πλέον στις νέες συνθήκες: επενδύοντας σε τεχνολογία, τεχνητή νοημοσύνη, εξαγορές, εναλλακτικά υλικά και νέες αγορές, αλλά ταυτόχρονα διαχειριζόμενη ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις από το κόστος ενέργειας και το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό περιβάλλον.

Τον τόνο της εκδήλωσης έδωσε ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ομίλου, Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, επιχειρώντας να τοποθετήσει τη σημερινή φάση του ΤΙΤΑΝ μέσα στη διαδρομή των σχεδόν 125 ετών λειτουργίας της εταιρείας. Όπως ανέφερε, ο Όμιλος περνά πλέον σε αυτό που χαρακτήρισε ως «τέταρτη εποχή» του, μετά την περίοδο της τοπικής ελληνικής βιομηχανίας, τη φάση εξωστρέφειας και στη συνέχεια τη μεγάλη περίοδο διεθνοποίησης που ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1990.

«Η πυξίδα μας πλέον είναι λιγότερο η γεωγραφική διαφοροποίηση και περισσότερο το πώς χρησιμοποιούμε την τεχνολογία για να μεταμορφώσουμε την εταιρεία», σημείωσε χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, περιγράφοντας ουσιαστικά τη νέα στρατηγική κατεύθυνση του Ομίλου.

Η διοίκηση επιχείρησε να δείξει ότι αυτή η μετάβαση έχει ήδη ξεκινήσει εδώ και χρόνια. Υπενθύμισε ότι το 2020 ο ΤΙΤΑΝ λειτούργησε όπως υποστηρίζει το πρώτο εργοστάσιο τσιμέντου παγκοσμίως που λειτουργεί με τεχνητή νοημοσύνη χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση στο 99% του χρόνου λειτουργίας, ενώ η συγκεκριμένη τεχνολογία επεκτείνεται πλέον σταδιακά και στις υπόλοιπες μονάδες του Ομίλου.

«Αγκάθι» το ενεργειακό κόστος

Ωστόσο, ο ελέφαντας στο δωμάτιο εξακολουθεί να είναι όπως επισημάνθηκε το ενεργειακό κόστος. Η διοίκηση έδωσε ιδιαίτερο βάρος στις επιπτώσεις που προκαλεί στη βαριά βιομηχανία η νέα περίοδος ενεργειακής και γεωπολιτικής αστάθειας, με τη διοίκηση να συνδέει ευθέως τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, τις πιέσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και τη μεταβλητότητα στα logistics με το αυξημένο λειτουργικό κόστος που αντιμετωπίζουν πλέον οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες.

Όπως ανέφερε ο Οικονομικός Διευθυντής του Ομίλου ΤΙΤΑΝ, Γιάννης Ιωάννου, οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας εκτιμάται ότι θα «κοστίσουν» στον Όμιλο με περίπου 40 εκατ. ευρώ. Η επιβάρυνση αυτή δεν αφορά μόνο τον ηλεκτρισμό, αλλά εκτείνεται συνολικά στην εφοδιαστική αλυσίδα, επηρεάζοντας τα καύσιμα, τις μεταφορές και το κόστος logistics.

ο Οικονομικός Διευθυντής του Ομίλου ΤΙΤΑΝ, Γιάννης Ιωάννου © energygame.gr

ο Οικονομικός Διευθυντής του Ομίλου ΤΙΤΑΝ, Γιάννης Ιωάννου © energygame.gr

Ο ίδιος σημείωσε ότι οι πιέσεις εμφανίζονται εντονότερες στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία και συνολικά στα Βαλκάνια, αγορές που παραμένουν περισσότερο ευάλωτες στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών ενέργειας, με το πρόβλημα να αποτυπώνεται κυρίως στο υψηλό κόστος ηλεκτρισμού για τη βιομηχανία.

Για τον περιορισμό των επιπτώσεων, ο Όμιλος έχει ενεργοποιήσει πολιτικές hedging μέσω συμφωνίας με τη ΔΕΗ για περίπου το 50% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας σε σταθερές τιμές, ενώ προστέθηκε επιπλέον ενεργειακή κάλυψη περίπου 10% μέσω trading στρατηγικών και εργαλείων αντιστάθμισης κινδύνου.

Ωστόσο, πίσω από τη συζήτηση για το ενεργειακό κόστος, διαφάνηκε και ένας βαθύτερος προβληματισμός της διοίκησης για τη συνολική κατεύθυνση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής. Χωρίς να αμφισβητεί την ανάγκη της πράσινης μετάβασης ή τα μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, ο κ. Παπαλεξόπουλος ουσιαστικά περιέγραψε ένα περιβάλλον στο οποίο η ευρωπαϊκή βιομηχανία επιβαρύνεται ολοένα περισσότερο από το κόστος ενέργειας, τις ρυθμιστικές υποχρεώσεις και το συνολικό πλαίσιο λειτουργίας.

Στελέχη της διοίκησης σημείωσαν ότι το σημερινό μοντέλο εφαρμογής της ευρωπαϊκής πολιτικής για το κλίμα δημιουργεί πιέσεις στις ενεργοβόρες βιομηχανίες και επηρεάζει πλέον μακροπρόθεσμες στρατηγικές αποφάσεις. Ο προβληματισμός αυτός συνδέθηκε ευθέως με το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής μεταποίησης αλλά και με την ανάγκη διαφοροποίησης της παραγωγικής βάσης και των εξαγωγικών δυνατοτήτων του Ομίλου.

ΤΙΤΑΝ: Η Τουρκία ως στρατηγική κίνηση με ορίζοντα δεκαετιών

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος συνέδεσε ευθέως τη σημασία της παρουσίας στην Τουρκία με τη σταδιακή απώλεια ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «η Ευρώπη χάνει ανταγωνιστικότητα και γι’ αυτό έχει σημασία η παρουσία στην Τουρκία».

Η διοίκηση υποστήριξε ότι η Τουρκία προσφέρει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, ισχυρή εγχώρια ζήτηση, σημαντική εξαγωγική δυναμική και μεγαλύτερη ευελιξία στην εφοδιαστική αλυσίδα, σε μια περίοδο όπου η ευρωπαϊκή βιομηχανία καλείται να λειτουργήσει με αυξημένο κόστος και μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Παράλληλα, η αγορά της Τουρκίας εμφανίζει χαμηλότερο παραγωγικό κόστος και μεγαλύτερες δυνατότητες ανάπτυξης σε σχέση με αρκετές ώριμες ευρωπαϊκές αγορές.

Η τοποθέτηση είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς συνέδεσε την εξαγορά όχι μόνο με τις προοπτικές της τουρκικής αγοράς αλλά και με το ευρύτερο ζήτημα της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης. Όπως επισημάνθηκε, η Ελλάδα αποτελούσε διαχρονικά σημαντική παραγωγική και εξαγωγική βάση για τον Όμιλο, ωστόσο το αυξημένο ενεργειακό κόστος και οι συνολικές επιβαρύνσεις που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή βιομηχανία δημιουργούν πλέον νέα δεδομένα.

Ως εκ τούτου, η διοίκηση ξεκαθάρισε πάντως ότι ο Όμιλος δεν λειτουργεί με βραχυπρόθεσμη λογική απέναντι στις γεωπολιτικές ή οικονομικές εξελίξεις, αλλά επενδύει με ορίζοντα δεκαετιών. εξηγώντας ότι οι βιομηχανικές μονάδες και τα assets τσιμέντου έχουν μακροχρόνιο κύκλο ζωής και διατηρούν τη στρατηγική τους αξία ανεξαρτήτως συγκυριακών διακυμάνσεων.

Η επέκταση του Ομίλου στην Τουρκία μέσω της εξαγοράς της Traçim Cement, απαντά σε αυτή την ανάγκη. Παράλληλα, ο Όμιλος επανέλαβε ότι συνεχίζει να επενδύει δυναμικά στην πράσινη μετάβαση και στην απανθρακοποίηση, υποστηρίζοντας ότι μηχανισμοί όπως το CBAM είναι απαραίτητοι για την προστασία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας απέναντι σε ανταγωνιστές με χαμηλότερο περιβαλλοντικό κόστος. Ωστόσο, όπως άφησε να εννοηθεί η διοίκηση, η μετάβαση αυτή θα πρέπει να γίνει με τρόπο που να διατηρεί τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής στην Ευρώπη.

Επενδυτική ισχύς 3-4 δισ. ευρώ και στόχοι έως το 2029

Το οικονομικό σκέλος της παρουσίασης ανέλαβε ο Οικονομικός Διευθυντής του Ομίλου, Γιάννης Ιωάννου, παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα της τελευταίας τριετίας αλλά και τους νέους στόχους έως το 2029. Όπως ανέφερε, ο ΤΙΤΑΝ πέτυχε τους στόχους που είχε θέσει για την περίοδο 2023-2026 έναν χρόνο νωρίτερα. Οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 7%, το EBITDA κατέγραψε μέση ετήσια αύξηση 24%, η απόδοση απασχολούμενου κεφαλαίου έφτασε το 18,2%, ενώ τα κέρδη ανά μετοχή διαμορφώθηκαν στα 4,2 ευρώ.

«Είχαμε βάλει σαν στόχο την αύξηση του EBITDA να ξεπεράσει το 10% και εμείς φέραμε 24% ετησίως», ανέφερε χαρακτηριστικά ο CFO του Ομίλου. Το 2025 αποτέλεσε ακόμη μία χρονιά-ρεκόρ για τον Όμιλο, με πωλήσεις 2,7 δισ. ευρώ, EBITDA 606 εκατ. ευρώ και καθαρά κέρδη 236 εκατ. ευρώ. Ισχυρό ήταν και το ξεκίνημα του 2026, παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, καθώς οι πωλήσεις του πρώτου τριμήνου έφτασαν τα 636 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 4,7%, το EBITDA τα 138 εκατ. ευρώ με αύξηση 16%, ενώ τα καθαρά κέρδη ανήλθαν στα 62 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 29%.

Η διοίκηση παρουσίασε επίσης το νέο επενδυτικό σχέδιο για την περίοδο 2026-2029, με διαθέσιμη επενδυτική ισχύ 3 έως 4 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, πάνω από το 70% αυτών των κεφαλαίων θα κατευθυνθεί σε εξαγορές, συγχωνεύσεις και επενδύσεις ανάπτυξης τόσο στις βασικές δραστηριότητες του Ομίλου τσιμέντο, αδρανή υλικά και σκυρόδεμα όσο και σε νέα προϊόντα, ψηφιακές τεχνολογίες και εναλλακτικά τσιμεντοειδή υλικά όπως ποζολάνη, ιπτάμενη τέφρα και σκωρία.

Παράλληλα, ο Όμιλος στοχεύει έως το 2029 σε κέρδη ανά μετοχή 5-6 ευρώ, σε απόδοση κεφαλαίου 16%-17%, σε μείωση κόστους κατά 100 εκατ. ευρώ, ενώ επιδιώκει το 10% των πωλήσεών του να προέρχεται από εναλλακτικά τσιμεντοειδή υλικά χαμηλότερου ανθρακικού αποτυπώματος.

Η ζήτηση, τα έργα και οι εξαγορές που “χτίζουν” την επόμενη ημέρα

Πέρα από το κόστος ενέργειας και τη συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, η διοίκηση στάθηκε και στη ζήτηση, η οποία στην ελληνική αγορά εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τα προ κρίσης επίπεδα. Όπως αναφέρθηκε στο περιθώριο της εκδήλωσης, η κατανάλωση τσιμέντου στην Ελλάδα είχε φτάσει το 2007 περίπου στα 12,5 εκατ. κυβικά, στη συνέχεια κατέρρευσε στα 2,5 εκατ. κυβικά και άρχισε να ανακάμπτει σταδιακά από το 2017-2018, για να κινηθεί σήμερα κοντά στα 4,5 εκατ. κυβικά. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η εγχώρια αγορά έχει μεν ανακτήσει μέρος του χαμένου εδάφους, αλλά παραμένει ακόμη σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα από την περίοδο πριν από την οικονομική κρίση.

Στο σκέλος της ζήτησης, τα δημόσια έργα εξακολουθούν να λειτουργούν ως βασικός τροφοδότης της αγοράς, στηρίζοντας την κατανάλωση σε μια περίοδο κατά την οποία η ιδιωτική οικοδομή, ειδικά εκτός Αθηνών, κινείται με πιο αργούς ρυθμούς. Η διοίκηση αναγνώρισε ότι το τοπίο για την ιδιωτική κατασκευαστική δραστηριότητα παραμένει λιγότερο καθαρό, καθώς ο πληθωρισμός και το κόστος χρηματοδότησης μπορούν να επηρεάσουν τη ζήτηση με χρονική υστέρηση μέσα στη διάρκεια του έτους. Με άλλα λόγια, η αγορά εμφανίζει αντοχές, αλλά όχι ακόμη δυναμική επιστροφής στα επίπεδα της προηγούμενης μεγάλης οικοδομικής περιόδου.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο ΤΙΤΑΝ συνδέει την ανάπτυξή του όχι μόνο με την οργανική ζήτηση στις επιμέρους αγορές, αλλά και με στοχευμένες εξαγορές που ενισχύουν παραγωγική δυναμικότητα, πρόσβαση σε μεγάλα αστικά κέντρα και δυνατότητες εξαγωγών. Ο Marcel Cobuz υπογράμμισε ότι το πρώτο τρίμηνο και οι πρώτες ημέρες του δεύτερου τριμήνου σηματοδότησαν την ολοκλήρωση τριών σημαντικών συναλλαγών σε Γαλλία, Τουρκία και ΗΠΑ, οι οποίες εντάσσονται στο ευρύτερο πλάνο επιτάχυνσης της ανάπτυξης του Ομίλου. Στο στρατηγικό σχέδιο έως το 2029, άλλωστε, πάνω από το 70% της διαθέσιμης επενδυτικής ισχύος των 3-4 δισ. ευρώ κατευθύνεται σε εξαγορές, συγχωνεύσεις και αναπτυξιακές δαπάνες.

O Μαρσέλ Κομπούζ © energygame.gr

O Μαρσέλ Κομπούζ © energygame.gr

Διαβάστε ακόμη