Σε δύο παράλληλα μέτωπα χαράσσει τη στρατηγική της η ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών, με την Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου και την επιτάχυνση των διασυνδέσεων να αναδεικνύονται στους δύο καταλυτικούς παράγοντες για την επόμενη δεκαετία. Σύμφωνα με όσα επεσήμανε η διοίκηση κατά την ενημέρωση των αναλυτών για τα οικονομικά αποτελέσματα και τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις του 2025, το 2026 αναδεικνύεται σε κομβικό έτος, τόσο για τη χρηματοδότηση όσο και για την υλοποίηση κρίσιμων ενεργειακών έργων.
Η διοίκηση έθεσε ως απόλυτη προτεραιότητα την ολοκλήρωση της ΑΜΚ ύψους 1 δισ. ευρώ εντός του 2026, συνδέοντάς την ευθέως με την ανάγκη χρηματοδότησης του επενδυτικού προγράμματος. Η κίνηση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια κεφαλαιακή ενίσχυση, αλλά τον βασικό μηχανισμό που θα επιτρέψει στον ΑΔΜΗΕ (IPTO) να «τρέξει» έργα συνολικού ύψους άνω των 7,3 δισ. ευρώ έως το 2034. Στο ίδιο πλαίσιο, ξεκαθαρίστηκε ότι όλοι οι μέτοχοι θα συμμετάσχουν αναλογικά (pro rata), χωρίς αλλαγές στα ποσοστά, ενώ αποφεύχθηκε οποιαδήποτε δέσμευση για πιθανές τροποποιήσεις στη συμφωνία μετόχων ή στη μερισματική πολιτική, αφήνοντας ανοιχτά κρίσιμα ερωτήματα για την επόμενη ημέρα.
Η αυξανόμενη πίεση από το τραπεζικό σύστημα, σε συνδυασμό με τα πρώτα σαφή σημάδια επιβράδυνσης στο επενδυτικό πρόγραμμα λόγω έλλειψης νέων κεφαλαίων, αποτέλεσαν καθοριστικούς παράγοντες για την απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει στην ενεργοποίηση της μεγάλης Αύξησης Μετοχικού Κεφαλαίου.
Όπως έγραψε το energygame.gr, το βιβλίο προσφορών για την Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ αναμένεται να ανοίξει τον Ιούνιο, σηματοδοτώντας την έναρξη της πρώτης φάσης της διαδικασίας, με στόχο την άντληση περίπου 250 εκατ. ευρώ από την αγορά. Θα ακολουθήσει η δεύτερη φάση, ώστε το συνολικό ποσό που θα εισρεύσει στα ταμεία του Διαχειριστή να φτάσει το 1 δισ. ευρώ. Η ολοκλήρωση της ΑΜΚ θεωρείται κρίσιμη προϋπόθεση, προκειμένου ο ΑΔΜΗΕ να προσέλθει εκ νέου στο τραπεζικό σύστημα και να διαπραγματευτεί τη χρηματοδότηση του εκτεταμένου επενδυτικού του προγράμματος.
Η διαδικασία υλοποιείται μέσω μιας σύνθετης, διφασικής δομής, λόγω της μετοχικής διάρθρωσης του ομίλου. Στην πρώτη αύξηση, που αφορά την ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών, θα πρέπει να συμμετάσχουν τόσο το Δημόσιο, μέσω της ΔΕΣ ΑΔΜΗΕ, που ελέγχει το 51%, όσο και οι ιδιώτες μέτοχοι του free float (48,9%), με στόχο την κάλυψη περίπου 510 εκατ. ευρώ από το συνολικό πακέτο.
Σε δεύτερη φάση, η ίδια η ΑΔΜΗΕ ΑΕ θα προχωρήσει σε Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου, συγκαλώντας Γενική Συνέλευση και καλώντας τους τρεις μετόχους της να συμμετάσχουν στην ενίσχυση της κεφαλαιακής της βάσης.
Συγκεκριμένα, η ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών θα καλύψει περίπου 510 εκατ. ευρώ, η ΔΕΣ ΑΔΜΗΕ περί τα 250 εκατ. ευρώ, ενώ η State Grid θα συνεισφέρει τα υπόλοιπα 240 εκατ. ευρώ, ολοκληρώνοντας έτσι το σχήμα χρηματοδότησης του 1 δισ. ευρώ.
Η χρηματοδότηση, ωστόσο, αποτελεί μόνο τη μία πλευρά του «διπλού στοιχήματος». Η άλλη είναι η υλοποίηση ενός εξαιρετικά απαιτητικού πλέγματος έργων, με σαφή ιεράρχηση και συγκεκριμένα ορόσημα. Στον πυρήνα του σχεδιασμού βρίσκεται το Core Growth Plan 2026–2034, με τις διασυνδέσεις να λειτουργούν ως ο βασικός μοχλός τόσο για την ενεργειακή μετάβαση όσο και για την αύξηση των ρυθμιζόμενων εσόδων.
Το 2026 αποτελεί καθοριστική χρονιά για τα εγχώρια έργα. Η τέταρτη φάση της διασύνδεσης των Κυκλάδων αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το τρίτο τρίμηνο του έτους, ολοκληρώνοντας την ένταξη κρίσιμων νησιών όπως η Σαντορίνη, η Φολέγανδρος, η Μήλος και η Σέριφος στο ηπειρωτικό σύστημα. Παράλληλα, ο διάδρομος της Ανατολικής Πελοποννήσου –που συνδέει Μεγαλόπολη, Κόρινθο και Κουμουνδούρο– καθώς και το νέο ΚΥΤ Κουμουνδούρου, αναμένεται να ολοκληρωθούν εντός του δεύτερου εξαμήνου του 2026, ενισχύοντας τη μεταφορική ικανότητα σε ένα από τα πιο κρίσιμα ενεργειακά «περάσματα» της χώρας.
Την ίδια στιγμή, το μεγάλο project των διασυνδέσεων σε Δωδεκάνησα και Βορειοανατολικό Αιγαίο περνά στη φάση της υλοποίησης. Οι διαγωνισμοί για το κομβικό τμήμα Κόρινθος–Κως βρίσκονται σε εξέλιξη, με στόχο την ολοκλήρωσή τους έως το τρίτο τρίμηνο του 2026. Πρόκειται για έργα που θα αναπτυχθούν σε φάσεις, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2030 και συνολικό κόστος που υπερβαίνει τα 4 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η νησιωτική διασύνδεση αποτελεί τη μεγαλύτερη επενδυτική πρόκληση του Διαχειριστή.
Ήδη, η διασύνδεση Κρήτης–Αττικής (Ariadne Interconnection), που τέθηκε σε πλήρη λειτουργία το 2025, αρχίζει να αποδίδει έσοδα, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική επιλογή του ΑΔΜΗΕ να επενδύσει στις διασυνδέσεις ως βασικό «driver» ρυθμιζόμενων αποδόσεων. Η συμβολή της αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω από το 2026 και μετά, καθώς το έργο θα λειτουργεί σε πλήρη ετήσια βάση.
Σε αντίθεση με τα εγχώρια έργα, που έχουν σαφή χρονοδιαγράμματα έως το 2026, τα διεθνή projects κινούνται σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου και με αυξημένες αβεβαιότητες. Η δεύτερη διασύνδεση Ελλάδας–Ιταλίας (GRITA 2) τοποθετείται στο 2033, ενώ αντίστοιχα projects με Αλβανία και Τουρκία έχουν ορίζοντα το 2031. Η διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ (Great Sea Interconnector) παραμένει σε φάση υλοποίησης με σημαντική πρόοδο –με εκατοντάδες εκατομμύρια ήδη εκταμιευμένα για καλώδια– αλλά και με εκκρεμότητες σε ρυθμιστικό επίπεδο που επηρεάζουν τον ρυθμό εξέλιξης.
Παράλληλα, έργα όπως η διασύνδεση Ελλάδας–Αιγύπτου (GREGY) και η διασύνδεση με τη Σαουδική Αραβία βρίσκονται σε φάση ωρίμανσης, με κρίσιμο ορόσημο το 2026 για τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων και την ολοκλήρωση βασικών μελετών. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το Green Aegean Interconnector προς τη Γερμανία, ως μακροπρόθεσμο έργο εξαγωγής ενέργειας, χωρίς ακόμη σαφές χρονοδιάγραμμα υλοποίησης.
Παρά τη σαφή στόχευση, η διοίκηση εμφανίστηκε ιδιαίτερα προσεκτική ως προς τις προβλέψεις, επισημαίνοντας ότι το ύψος των εσόδων από τις διασυνδέσεις εξαρτάται άμεσα από το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο. Όπως τονίστηκε, χωρίς την οριστική απόφαση της ΡΑΑΕΥ για τα επιτρεπόμενα έσοδα και τις παραμέτρους όπως το WACC, δεν είναι δυνατή η παροχή αξιόπιστων εκτιμήσεων. Το προσχέδιο της απόφασης έχει ήδη κοινοποιηθεί και εξετάζεται, με την τελική έκδοση να αναμένεται άμεσα, γεγονός που θα «ξεκλειδώσει» την ορατότητα των αποδόσεων.
Την ίδια στιγμή, υπάρχουν ακόμα εκκρεμότητες που «καίνε». Για το έργο Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ απαιτούνται αποφάσεις από τις ρυθμιστικές αρχές για την ανάκτηση εσόδων και την έγκριση λειτουργικών δαπανών, ενώ για τα έργα σε Δωδεκάνησα και Βόρειο Αιγαίο ο Διαχειριστής είχε προτείνει την αναγνώρισή τους ως έργα μείζονος σημασίας (PMI), αίτημα που όπως όλα δείχνουν δεν έγινε γνωστό.
Συνολικά, το μήνυμα που εκπέμπει η διοίκηση είναι ότι η επόμενη φάση ανάπτυξης του ΑΔΜΗΕ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εξωτερικούς παράγοντες: τις ρυθμιστικές αποφάσεις, τη διαθεσιμότητα χρηματοδότησης και την πρόοδο των διακρατικών συνεργασιών. Με το 2026 να λειτουργεί ως έτος-ορόσημο για τα εγχώρια έργα και τη χρηματοδότηση, και την περίοδο 2030–2033 να συγκεντρώνει τα μεγάλα διεθνή projects, ο Διαχειριστής καλείται να ισορροπήσει μεταξύ υλοποίησης και αβεβαιότητας.
Σε αυτό το περιβάλλον, το «δίδυμο» ΑΜΚ και διασυνδέσεις δεν αποτελεί απλώς στρατηγική επιλογή, αλλά προϋπόθεση για να μετατραπεί η Ελλάδα σε ενεργειακό κόμβο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Διαβάστε ακόμη
