Σε οκτώ επιμέρους άρθρα ξεδιπλώνεται η δέσμη ρυθμίσεων που φέρνει το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών για την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ, επιχειρώντας να αναμορφώσει με πιο συστηματικό τρόπο το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο των δύο μεγαλύτερων εταιρειών ύδρευσης της χώρας. Πίσω από τις επιμέρους τεχνικές διατυπώσεις, το νομοσχέδιο συγκροτεί στην πράξη μια συνολική παρέμβαση που αγγίζει τη φορολογική μεταχείριση του νερού, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα έργα και οι συμβάσεις, τη δικαστική επίλυση διαφορών, αλλά και το ίδιο το διοικητικό και εργασιακό μοντέλο των δύο εταιρειών.
Η λογική του είναι σαφής, να μπουν πιο καθαροί κανόνες σε πεδία που έως σήμερα γεννούσαν ασάφειες, καθυστερήσεις ή διοικητικές τριβές, και παράλληλα να δοθεί στις εταιρείες μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων ως προς τη στελέχωση, την οργάνωση και την εκτέλεση του έργου τους.
Η αφετηρία δίνεται από το Άρθρο 63, το οποίο παρεμβαίνει σε ένα χρόνιο, αλλά κρίσιμο για την καθημερινή λειτουργία των δικτύων ζήτημα: τη φορολογική μεταχείριση των απωλειών νερού. Με τη νέα διάταξη αποσαφηνίζεται ότι οι απώλειες που προκύπτουν σε κάθε στάδιο του κύκλου από την υδροληψία έως τη διανομή δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως «παράδοση αγαθών». Με άλλα λόγια, το νερό που χάνεται λόγω διαρροών, φθορών ή τεχνικών αδυναμιών δεν φορολογείται ως να είχε διατεθεί. Η σημασία της ρύθμισης είναι διπλή: αφενός αίρει έναν λογιστικό παραλογισμό που επιβαρύνει τις εταιρείες, αφετέρου διασφαλίζει ότι οι απώλειες αυτές δεν υπονομεύουν το δικαίωμα έκπτωσης ΦΠΑ. Το στοιχείο που δίνει επιπλέον βάρος στη διάταξη είναι η αναδρομική της ισχύς, καθώς καλύπτει και εκκρεμή φορολογικά έτη.
Στο ίδιο φορολογικό πεδίο, το Άρθρο 64 έρχεται να αποσαφηνίσει το καθεστώς ΦΠΑ στα έργα που αναθέτουν οι δύο εταιρείες, διορθώνοντας μια ασάφεια που δημιουργούσε πρακτικά ζητήματα στις συμβάσεις. Αν και ο μηχανισμός της «αντιστροφής της φορολογικής υποχρέωσης» παραμένει σε ισχύ για σειρά έργων προς αναθέτουσες αρχές, εισάγεται ρητή εξαίρεση για τα έργα της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ. Είτε πρόκειται για συγχρηματοδοτούμενα είτε για καθαρά εθνικά έργα, ο κανόνας του reverse charge δεν εφαρμόζεται, επαναφέροντας μια πιο «κλασική» φορολογική αντιμετώπιση και περιορίζοντας την πολυπλοκότητα στη διαχείριση των έργων. Η ρύθμιση αφορά αποκλειστικά νέες διαδικασίες ανάθεσης, γεγονός που αποφεύγει αναδρομικές ανατροπές σε ήδη συμβασιοποιημένα έργα.
Ιδιαίτερο βάρος φέρει το Άρθρο 65, το οποίο μετακινεί το επίκεντρο από τη φορολογία στην κεφαλαιακή δομή της ΕΥΔΑΠ. Για πρώτη φορά παρέχεται η δυνατότητα κεφαλαιοποίησης του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού με έναν ενιαίο και χαμηλό φορολογικό συντελεστή 5%. Η πρόβλεψη αυτή δεν είναι απλώς τεχνική: επιτρέπει στην εταιρεία να ενισχύσει τα ίδια κεφάλαιά της χωρίς τις συνήθεις φορολογικές επιβαρύνσεις που συνοδεύουν τη διανομή αποθεματικών. Με την καταβολή του φόρου εξαντλείται κάθε υποχρέωση, ενώ δεν επιβάλλεται φόρος μερισμάτων ούτε παρακράτηση, δημιουργώντας ένα καθαρό και ελκυστικό πλαίσιο χρηματοοικονομικής διαχείρισης.
Από το χρηματοοικονομικό επίπεδο, το νομοσχέδιο περνά στο θεσμικό με το Άρθρο 66, το οποίο επιχειρεί να βάλει τέλος σε μια κατακερματισμένη πρακτική επίλυσης διαφορών. Εφεξής, κάθε διαφορά που ανακύπτει κατά την εκτέλεση συμβάσεων οδηγείται υποχρεωτικά στα διοικητικά δικαστήρια, με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων ανάλογα με το αντικείμενο της σύμβασης. Η υποχρεωτική προηγούμενη ένσταση λειτουργεί ως φίλτρο πριν από τη δικαστική προσφυγή, ενώ η δυνατότητα άσκησης αγωγής χωρίς ενδικοφανή διαδικασία σε συγκεκριμένες περιπτώσεις διατηρεί μια αναγκαία ευελιξία. Το νέο πλαίσιο επεκτείνεται και σε εκκρεμείς υποθέσεις, επιχειρώντας να δημιουργήσει ενιαία αντιμετώπιση σε ένα πεδίο που μέχρι σήμερα χαρακτηριζόταν από ασυνέχεια.
Στη συνέχεια το βάρος μεταφέρεται στη διοίκηση των εταιρειών, εισάγοντας ένα σαφώς πιο ανοιχτό και ανταγωνιστικό σύστημα επιλογής για τις θέσεις των Γενικών Διευθυντών. Η δημόσια προκήρυξη, η συμμετοχή τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών υποψηφίων και η αξιολόγηση μέσω επιτροπής συνθέτουν ένα πλαίσιο που επιχειρεί να συνδυάσει διαφάνεια με ευελιξία. Ταυτόχρονα, η αποδέσμευση των αποδοχών από τα αυστηρά όρια του δημοσίου δίνει τη δυνατότητα προσέλκυσης στελεχών με εμπειρία από την αγορά. Η πρόβλεψη επιστροφής των εσωτερικών στελεχών στη θέση τους μετά τη λήξη της θητείας τους διατηρεί μια ισορροπία μεταξύ κινητικότητας και εργασιακής ασφάλειας.
Στα Άρθρα 68 και 69, το νομοσχέδιο στρέφεται στο ζήτημα της κινητικότητας προσωπικού, επιχειρώντας να γεφυρώσει τα διοικητικά «σύνορα» μεταξύ των διαφορετικών φορέων του τομέα ύδατος. Το προσωπικό των λεγόμενων «Παγίων» των εταιρειών αποκτά τη δυνατότητα, κατόπιν αίτησης και με κοινές υπουργικές αποφάσεις, να μετακινείται προς τις αντίστοιχες ανώνυμες εταιρείες. Παράλληλα, προβλέπεται και η δυνατότητα μετατάξεων προς τις δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, δημιουργώντας έναν πιο ενιαίο χώρο διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού. Η κινητικότητα αυτή δεν είναι απλώς διοικητική διευκόλυνση, αλλά εργαλείο για την κάλυψη αναγκών σε ένα σύστημα που αντιμετωπίζει ανισοκατανομή πόρων και προσωπικού.
Το πιο εκτεταμένο και πολυσύνθετο μέρος του νέου πλαισίου αποτυπώνεται στο Άρθρο 70, το οποίο αναδιαμορφώνει εκ βάθρων το σύστημα προσλήψεων. Οι δύο εταιρείες αποκτούν τη δυνατότητα να λειτουργούν με δική τους πολιτική προσλήψεων, υπό την έγκριση της ΡΑΑΕΥ και με έλεγχο νομιμότητας από το ΑΣΕΠ, αλλά χωρίς την πλήρη υπαγωγή στο στενό πλαίσιο του δημοσίου. Η διαδικασία παραμένει διαγωνιστική και στηρίζεται σε δημόσια προκήρυξη, με σαφώς καθορισμένα κριτήρια, δυνατότητα συνέντευξης και μοριοδότησης. Οι ενστάσεις περιορίζονται σε ζητήματα νομιμότητας, ενώ προβλέπεται και η συμμετοχή εκπροσώπου του ΑΣΕΠ στην επιτροπή ενστάσεων, ενισχύοντας τον έλεγχο χωρίς να επιβραδύνεται η διαδικασία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόβλεψη ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται δεν μπορεί να μεταταχθεί ή να αποσπαστεί για πέντε χρόνια, στοιχείο που δείχνει πρόθεση σταθεροποίησης των οργανισμών. Ταυτόχρονα, το πλαίσιο διαφοροποιείται ανάλογα με τις ανάγκες: προβλέπονται συμβάσεις αορίστου χρόνου για πάγιες ανάγκες, συμβάσεις ορισμένου χρόνου για εξειδικευμένα έργα με δυνατότητα ανανέωσης, αλλά και αυστηρά οριοθετημένες συμβάσεις για εποχικές ανάγκες, οι οποίες λήγουν αυτοδικαίως χωρίς αποζημίωση. Η δυνατότητα χρήσης εξωτερικών συμβούλων και σύναψης συμβάσεων έμμισθης εντολής συμπληρώνει ένα μοντέλο που επιχειρεί να φέρει τις εταιρείες πιο κοντά σε πρότυπα ιδιωτικού τομέα, διατηρώντας ταυτόχρονα βασικές δικλείδες ελέγχου.
Συνολικά, το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο συνθέτει ένα απαιτητικό πλαίσιο μετάβασης. Η κατεύθυνση είναι σαφής: λιγότερη γραφειοκρατία, μεγαλύτερη ευελιξία και πιο καθαροί κανόνες λειτουργίας. Το αν αυτή η μετάβαση θα αποδώσει, θα κριθεί όχι μόνο από το περιεχόμενο των διατάξεων, αλλά κυρίως από την εφαρμογή τους σε ένα περιβάλλον όπου οι ανάγκες επενδύσεων, συντήρησης δικτύων και διαχείρισης υδάτων παραμένουν πιεστικές.
Διαβάστε ακόμη
