Τρεις βασικές θέσεις έβαλε στο τραπέζι ο Γιώργος Αλεξόπουλος, Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της HELLENiQ ENERGY, σκιαγραφώντας με σαφήνεια το τρίπτυχο πάνω στο οποίο θα κριθεί η επιτυχία, ή η αποτυχία, της ενεργειακής μετάβασης. Η παρέμβασή του στην εκδήλωση της Deloitte με θέμα «Sustainability & Resilience: Creating Value Through Climate Action & Transparency» ανέδειξε τις προϋποθέσεις που, κατά τον ίδιο, πρέπει να διασφαλιστούν, ώστε τα μεγάλα έργα να περάσουν από το στάδιο του σχεδιασμού στην πράξη.
Πρώτη και θεμελιώδης προϋπόθεση είναι η τεχνολογική ουδετερότητα. Όπως τόνισε, η πολιτεία οφείλει να θέτει τους στόχους, τη μείωση των εκπομπών, την ενεργειακή ασφάλεια, την ανταγωνιστικότητα, αλλά όχι να υπαγορεύει τα μέσα. Η επιλογή της τεχνολογίας, υπογράμμισε, πρέπει να παραμείνει στην αγορά και στην καινοτομία, διαφορετικά περιορίζεται η αποτελεσματικότητα και αυξάνεται το κόστος της μετάβασης.
Δεύτερος κρίσιμος άξονας είναι η ανάγκη ουσιαστικής στήριξης των τεχνολογιών που δεν έχουν ακόμη ωριμάσει. Ο ίδιος ανέδειξε το σημαντικό επενδυτικό κενό που καταγράφεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επισημαίνοντας ότι οι απαιτήσεις για την ενεργειακή μετάβαση υπερβαίνουν κατά πολύ τα σημερινά επίπεδα επενδύσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, υποστήριξε ότι απαιτείται ένας συνδυασμός στοχευμένων ενισχύσεων και βελτιωμένων ρυθμιστικών εργαλείων, ώστε τεχνολογίες όπως η αποθήκευση και το υδρογόνο να καταστούν βιώσιμες και χρηματοδοτούμενες.
Η τρίτη και ίσως πιο καθοριστική παράμετρος αφορά τη σταθερότητα του ρυθμιστικού πλαισίου. Ο κ. Αλεξόπουλος ήταν σαφής: οι διαρκείς αλλαγές πολιτικής λειτουργούν αποτρεπτικά για τους επενδυτές, ιδίως σε έργα που απαιτούν υψηλά κεφάλαια και μακροχρόνιο ορίζοντα απόσβεσης. «Οι πολιτικές δεν μπορεί να αλλάζουν συνέχεια», σημείωσε, εξηγώντας ότι χωρίς προβλεψιμότητα, κανένα επενδυτικό σχέδιο δεν μπορεί να “κλείσει” χρηματοδοτικά ούτε να υλοποιηθεί με ασφάλεια.
Η γραφειοκρατία εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο επίμονους ανασταλτικούς παράγοντες για την υλοποίηση ενεργειακών επενδύσεων, όπως επισήμανε η Αλεξάνδρα Σδούκου, τονίζοντας ότι, παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, το διοικητικό περιβάλλον παραμένει σύνθετο και συχνά δυσλειτουργικό. Όπως ανέφερε, τα έργα συνεχίζουν να διατρέχουν μια πολυεπίπεδη αδειοδοτική διαδικασία, με εμπλοκή πολλών υπηρεσιών, γεγονός που οδηγεί σε καθυστερήσεις και αυξημένη αβεβαιότητα για τους επενδυτές.
Ωστόσο, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο ότι η πρόκληση δεν είναι μόνο η απλοποίηση των διαδικασιών, αλλά και η προσαρμογή της διοίκησης στις νέες τεχνολογίες και τα νέα ενεργειακά έργα, όπως το υδρογόνο και η αποθήκευση, για τα οποία συχνά δεν υπάρχει επαρκής διοικητική εμπειρία. Σε αυτό το πλαίσιο, υπογράμμισε την ανάγκη ενίσχυσης της θεσμικής ικανότητας του κράτους, ώστε να μπορεί να αξιολογεί και να αδειοδοτεί αποτελεσματικά σύνθετα projects.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η επιτάχυνση των διαδικασιών πρέπει να προχωρήσει μέσα από την περαιτέρω ψηφιοποίηση και τον εξορθολογισμό της αδειοδοτικής αλυσίδας, χωρίς όμως να τίθεται σε κίνδυνο το επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας. Όπως κατέστη σαφές, το ζητούμενο είναι μια διοίκηση πιο γρήγορη, αλλά ταυτόχρονα πιο αξιόπιστη και προβλέψιμη — μια συνθήκη κρίσιμη για να μετατραπεί το επενδυτικό ενδιαφέρον σε πραγματικά έργα.
Διαβάστε ακόμη
