Την ώρα που τα όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στις διακυμάνσεις των τιμών του πετρελαίου και τη διασφάλιση των αποθεμάτων της Ευρώπης, τα κρίσιμα μέταλλα και ειδικά το γάλλιο αναδεικνύονται σε παράγοντες που μπορούν να καθορίσουν την ίδια την έκβαση του πολέμου αλλά και την μελλοντική στρατιωτική ισχύ της Δύσης.

Την σημαντική αυτή πτυχή υπογράμμισε σε πρόσφατη ανάρτησή του στο X, ο Shashank Joshi, Defence Editor στον The Economist και Visiting Fellow στο War Studies του King’s College London, με αφορμή άρθρο του Foreign Policy. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: στον 21ο αιώνα, η στρατηγική ισχύς δεν μετριέται μόνο σε αριθμούς πυρομαχικών ή αεροσκαφών, αλλά και σε κιλά κρίσιμων μετάλλων και ειδικά γάλλιου και την ικανότητα να τα εξασφαλίζει κανείς γρήγορα και αξιόπιστα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Metlen αναδεικνύεται στον μοναδικό ευρωπαϊκό παίκτη που μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια και την ανεξαρτησία της Ευρώπης σε κρίσιμες αλυσίδες ορυκτών. Και αυτό γιατί το γάλλιο που παράγει αποδείχτηκε ήδη από τις πρώτες ώρες των συγκρούσεων σε στρατηγικό πόρο που καθορίζει την ικανότητα της Δύσης να αντέξει και να επαναφέρει ταχύτατα την ισχύ της στην πρώτη γραμμή του πολέμου και της αποτροπής επιθέσεων.

Τι έδειξαν οι πρώτες 36 ώρες του πολέμου

Η ανάλυση του Foreign Policy, βασισμένη σε δεδομένα του Payne Institute και σε τεχνική εμπειρογνωμοσύνη από το Colorado School of Mines, αποκαλύπτει την ευαλωτότητα της Δύσης ακόμη και στις πρώτες ώρες μιας σύγκρουσης υψηλής έντασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι τις πρώτες 36 ώρες της εκστρατείας ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν, καταναλώθηκαν περισσότερα από 3.000 πυρομαχικά ακριβείας, ενώ το Ιράν εκτόξευσε πάνω από 1.000 πυρομαχικά στην περιοχή, προκαλώντας πολυάριθμες αναχαιτίσεις από ΗΠΑ, Ισραήλ και συμμάχους. Από την συγκέντρωση των δεδομένων αυτών προκύπτει η κρίσιμη εξάρτηση των δυτικών δυνάμεων από τις αλυσίδες προμήθειας ορυκτών. Τα σύγχρονα πυρομαχικά, τα κιτ καθοδήγησης και τα προηγμένα συστήματα αναχαίτισης εξαρτώνται από υλικά που κυριαρχούνται από την Κίνα, με το γάλλιο να ξεχωρίζει λόγω της στρατηγικής σημασίας του.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, η αντικατάσταση δύο προηγμένων αμερικανικών ραντάρ – AN/FPS-132 στο Κατάρ και AN/TPS-59 στο Μπαχρέιν – απαιτεί συνολικά 77,3 κιλά γαλλίου, με την Κίνα να ελέγχει σχεδόν όλη την παγκόσμια παραγωγή (98%). Το γάλλιο χρησιμοποιείται σε εξαιρετικά ευαίσθητα ημιαγωγικά εξαρτήματα και συστήματα καθοδήγησης, που δεν μπορούν να παραχθούν μαζικά εκτός εξειδικευμένων εγκαταστάσεων.

Οι αδυναμίες στις αλυσίδες εφοδιασμού

Τα παραπάνω εγείρουν ένα κρίσιμο ερώτημα που συχνά αγνοείται ακόμα και από τους ειδικούς στην άμυνα: πόσο γρήγορα μπορεί η Δύση να αναπληρώσει τα αποθέματα του οπλοστασίου της; Όπως αναφέρει το άρθρο, ακόμη και με έκτακτη χρηματοδότηση, δεν μπορεί να αντιστραφεί αμέσως η «φθαρμένη» βιομηχανική ικανότητα που έχει διαμορφωθεί μέσα σε δεκαετίες. Στο πλαίσιο αυτό το στοίχημα δεν είναι οι δαπάνες αλλά ο χρόνος, οι φυσικές και χημικές ιδιότητες των υλικών και η πολυπλοκότητα της παραγωγής. Η εισροή πυραύλων ή εξαρτημάτων δεν εξαρτάται απλώς από αποφάσεις ή κονδύλια· πρόκειται για μια ολιστική αλυσίδα εφοδιασμού, που ξεκινά από τα ορυκτά, περνά από την επεξεργασία και τη δευτερογενή παραγωγή και καταλήγει σε πιστοποιημένες γραμμές συναρμολόγησης – μια διαδικασία που δεν μπορεί να επιταχυνθεί κατά παραγγελία μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες.

Η ανάλυση υπογραμμίζει τα κρίσιμα σημεία συμφόρησης στις «σκοτεινές γωνίες» των αλυσίδων εφοδιασμού: δευτερογενείς προμηθευτές με μοναδικούς κλιβάνους, περιορισμένα αποθέματα πυκνωτών, κινητήρες πυραύλων που δεν μπορούν να επεκταθούν γρήγορα, και κρίσιμα μέταλλα όπως το γάλλιο.

Ακόμη και απλά φαινομενικά στοιχεία, όπως τα κιτ καθοδήγησης για μαζικά παραγόμενα πυρομαχικά, απαιτούν εξαρτήματα από σπάνιες γαίες, με την Κίνα να έχει μονοπώλιο στην παγκόσμια αγορά. Η Δύση μπορεί να αυξήσει άμεσα παραγγελίες πρώτων υλών ή χρηματοδότηση, αλλά δεν μπορεί να δημιουργήσει εκπαιδευμένο προσωπικό, πιστοποιημένες γραμμές παραγωγής ή εξειδικευμένα εργαλεία σε σύντομο χρόνο.

Το Γάλλιο ως στρατηγικός πόρος

Περνώντας σε συγκεκριμένα παραδείγματα, η ανάλυση αναφέρει πως η αντικατάσταση του ραντάρ AN/FPS-132 από τη Raytheon θα απαιτήσει πέντε έως οκτώ χρόνια και ένα κόστος της τάξης του 1,1 δισεκατομμυρίου δολαρίων. Παράλληλα, η Lockheed Martin θα χρειαστεί τουλάχιστον 12 έως 24 μήνες και εκτιμώμενο κόστος 50–75 εκατομμύρια δολάρια για να αντικαταστήσει το AN/TPS-59, σύμφωνα με το αρχικό συμβόλαιο Foreign Military Sales για το Μπαχρέιν, προσαρμοσμένο στον πληθωρισμό.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο ο χρόνος ή το κόστος. Η κατασκευή και των δύο συστημάτων απαιτεί 77,3 κιλά γαλλίου, ένα κρίσιμο μέταλλο για το οποίο η Κίνα ελέγχει το 98% της παγκόσμιας παραγωγής. Και όλα αυτά χωρίς να συνυπολογίσουμε τα 30.610 κιλά χαλκού, που επίσης αυξάνουν τη ζήτηση λόγω της τεχνολογικής βιομηχανίας.

Το ευρύτερο συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: η τρέχουσα δυτική θεωρία στρατιωτικής ετοιμότητας είναι μη επαρκής. Όπως έχει δείξει ο μακροχρόνιος πόλεμος στην Ουκρανία, το κόστος του πολέμου δεν μπορεί να μετριέται μόνο σε αριθμούς εκτοξευτών ή όπλων στην αρχή της σύγκρουσης. Το κρίσιμο μέτρο είναι πόσα όπλα ακριβείας και αναχαιτιστές μπορούν να εκτοξευθούν τη δεύτερη, τη 20ή και τη 200ή μέρα, και πόσο γρήγορα η βιομηχανία μπορεί να τα αντικαταστήσει.

Με άλλα λόγια, το ζήτημα του πεδίου μάχης μετατρέπεται σε βιομηχανικό πρόβλημα, και το βιομηχανικό σε πρόκληση κρίσιμων ορυκτών και εξειδικευμένης επεξεργασίας – καθιστώντας το γάλλιο όχι απλώς ένα μέταλλο, αλλά στρατηγικό πόρο για την ετοιμότητα της Δύσης
Στο πλαίσιο αυτής γάλλιο δεν είναι απλώς ένα μέταλλο για την τεχνολογία· είναι πλέον στρατηγικό υλικό για την ετοιμότητα της Δύσης. Οι καταναλωτικές ανάγκες της αμυντικής βιομηχανίας – όπως αναδεικνύεται από τις πρώτες ώρες της σύγκρουσης – καταδεικνύουν ότι χωρίς επαρκείς ποσότητες γαλλίου, η Δύση δεν μπορεί να αντικαταστήσει κρίσιμα όπλα ή να διατηρήσει την αποτροπή σε μακροπρόθεσμη βάση.

Στρατηγική τοποθέτηση της Metlen

H Metlen, ως η μόνη ευρωπαϊκή εταιρεία με τη δυνατότητα να παρέχει γάλλιο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αποκτά κομβική θέση. Η ικανότητά της να καλύπτει τις ανάγκες στρατηγικού μετάλλου σημαίνει ότι η Ευρώπη μπορεί να μειώσει την εξάρτησή της από τις μονοπωλιακές αγορές της Ασίας και να εξασφαλίσει γεωπολιτική και βιομηχανική αυτονομία.

Υπενθυμίζεται ότι πρόσφατα η Metlen παρουσίασε το πρώτο τυποποιημένο πακέτο 500 γραμμαρίων με γάλλιο. Σε ανάρτησή του ο εκτελεστικός πρόεδρος της Metlen, κ. Ευάγγελος Μυτιληναίος ανέφερε πως «η αποστολή αυτών των πακέτων σε ενδιαφερόμενους αγοραστές στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ιαπωνία για δοκιμές και πειραματικές εφαρμογές πρόκειται να ξεκινήσει σύντομα! Το εμβληματικό έργο Γαλλίου, που τοποθετεί την Ελλάδα και την Ευρώπη στον χάρτη του παγκόσμιου φάσματος Κρίσιμων Πρώτων Υλών, προχωρά με πλήρη ταχύτητα και νωρίτερα από το χρονοδιάγραμμα!»

Διαβάστε ακόμα