Η κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, η μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές μετάλλων και οι εμπορικές πολιτικές των Ηνωμένων Πολιτειών συνθέτουν ένα σύνθετο περιβάλλον για τη διεθνή βιομηχανία αλουμινίου και χαλκού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διοίκηση της ElvalHalcor εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξη για τις προοπτικές του 2026, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι η ενεργειακή αστάθεια, οι διαταραχές στις πρώτες ύλες και η αβεβαιότητα στο παγκόσμιο εμπόριο θα συνεχίσουν να αποτελούν βασικούς παράγοντες πίεσης.

Την εικόνα αυτή παρουσίασε αναλυτικά ο Δημήτριος Θεοδωρακάτος, Αναπληρωτής Οικονομικός Διευθυντής του Ομίλου, κατά την ενημέρωση των αναλυτών που ακολούθησε την ανακοίνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων για τη χρήση του 2025, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις γεωπολιτικές εξελίξεις, στις εμπορικές πολιτικές των ΗΠΑ, στις συνθήκες της ευρωπαϊκής αγοράς πρώτων υλών και στις προοπτικές της ζήτησης για αλουμίνιο και χαλκό.

Η Μέση Ανατολή προσθέτει νέα αβεβαιότητα στις αγορές

Η πρώτη και πλέον άμεση πηγή ανησυχίας για τη διεθνή βιομηχανία είναι η ένταση στη Μέση Ανατολή, η οποία, όπως εξήγησε, δημιουργεί έναν νέο κύκλο γεωπολιτικού κινδύνου για τις αγορές ενέργειας και τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Όπως τόνισε χαρακτηριστικά, οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να οδηγήσουν σε αυξημένες τιμές ενέργειας, υψηλότερα κόστη μεταφοράς και ασφάλισης, αλλά και σε πιθανές νέες διαταραχές στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.

«Φυσικά, οι πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή προσθέτουν ένα επιπλέον επίπεδο γεωπολιτικού κινδύνου και θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υψηλότερες τιμές ενέργειας, αυξημένα κόστη μεταφοράς και ασφάλισης, καθώς και πιθανώς σε νέες διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες», ανέφερε. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η διάρκεια της κρίσης θα αποτελέσει τον καθοριστικό παράγοντα για το εύρος των επιπτώσεων στην οικονομία και ειδικά στη βιομηχανία μετάλλων. Όπως πρόσθεσε, μέχρι στιγμής δεν έχει καταγραφεί άμεση επίπτωση στη λειτουργία της εταιρείας, με τη διοίκηση να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και να εξετάζει εναλλακτικές επιλογές σε περίπτωση αύξησης του ενεργειακού κόστους ή διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Οι δασμοί των ΗΠΑ και η αναδιάταξη της αγοράς μετάλλων

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε κατά την ενημέρωση των αναλυτών στις εξελίξεις γύρω από την εμπορική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και ειδικότερα στο καθεστώς δασμών που εφαρμόζεται στα προϊόντα αλουμινίου και χαλκού. Η διοίκηση του Ομίλου διευκρίνισε ότι η πρόσφατη δικαστική απόφαση στις ΗΠΑ δεν αφορά τα συγκεκριμένα προϊόντα, με αποτέλεσμα οι δασμοί ύψους 50% να εξακολουθούν να ισχύουν κανονικά, χωρίς να έχει υπάρξει μέχρι στιγμής κάποια αλλαγή στο καθεστώς τους.

Την ίδια στιγμή, όπως επισημάνθηκε, βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της αμερικανικής κυβέρνησης σχετικά με το ενδεχόμενο αναθεώρησης ή μείωσης των ποσοστών αυτών. Ωστόσο, προς το παρόν δεν έχει ληφθεί κάποια συγκεκριμένη απόφαση και συνεπώς το ισχύον πλαίσιο δασμών παραμένει αμετάβλητο.

Σύμφωνα με τη διοίκηση, το μεγαλύτερο μέρος των επιπτώσεων από την επιβολή των δασμών έχει ήδη αποτυπωθεί στις αγορές. Οι δασμοί στο αλουμίνιο τέθηκαν σε εφαρμογή κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025, ενώ ακολούθησε η επέκτασή τους και στον χαλκό, γεγονός που προκάλεσε σημαντικές ανακατατάξεις στις διεθνείς εμπορικές ροές. Πλέον, όπως εκτιμάται, η αγορά έχει αρχίσει να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα και δεν αναμένεται περαιτέρω επιδείνωση των συνθηκών, ενώ δεν αποκλείονται και θετικές εξελίξεις, εφόσον οι μεταβολές στο διεθνές εμπόριο οδηγήσουν σε νέες ισορροπίες.

Στο ίδιο πλαίσιο, η διοίκηση εξήγησε ότι οι δασμοί οδήγησαν σε μείωση των πωλήσεων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, εξέλιξη που θεωρήθηκε αναμενόμενη. Παρά τη μείωση των πωλήσεων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, η εταιρεία κατάφερε να διατηρήσει τον συνολικό όγκο πωλήσεων ανακατευθύνοντας φορτία σε άλλες αγορές. «Δεν μειώσαμε τον συνολικό όγκο πωλήσεων, αλλά ανακατευθύναμε τις πωλήσεις μας από τις ΗΠΑ σε άλλες αγορές», ανέφερε ο Δημήτριος Θεοδωρακάτος, σημειώνοντας ότι η εταιρεία συνεχίζει να δραστηριοποιείται στην αμερικανική αγορά. Όπως εξήγησε, η επίδραση των δασμών εξελίχθηκε σταδιακά: οι αρχικοί δασμοί 25% στο αλουμίνιο είχαν περιορισμένο αντίκτυπο, ωστόσο η αύξησή τους στο 50% άλλαξε σημαντικά τις ισορροπίες στο διεθνές εμπόριο, ενώ αντίστοιχη εξέλιξη σημειώθηκε και στον χαλκό.

Η αναστάτωση στην αγορά scrap

Σύμφωνα με τη διοίκηση, η μεγαλύτερη επίπτωση δεν ήταν η μείωση των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ, αλλά οι αναταράξεις που προκλήθηκαν στην ευρωπαϊκή αγορά πρώτων υλών και ειδικότερα στο scrap. Η επιβολή των δασμών οδήγησε σε σημαντική μετατόπιση των εμπορικών ροών, καθώς το scrap δεν συμπεριλαμβανόταν στο καθεστώς των δασμών στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ως αποτέλεσμα, αμερικανικοί παραγωγοί προσέφεραν υψηλότερες τιμές για την προμήθεια scrap από την Ευρώπη, γεγονός που οδήγησε πολλούς ευρωπαίους προμηθευτές να κατευθύνουν μεγάλες ποσότητες προς την αμερικανική αγορά. Η μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων προς την αμερικανική αγορά δημιούργησε έντονες πιέσεις στη διαθεσιμότητα πρώτων υλών στην Ευρώπη και προκάλεσε σημαντικές στρεβλώσεις στην αγορά.

Παράλληλα, η αυξημένη ζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες οδήγησε σε φαινόμενα υπερ-αποθεματοποίησης (overstocking), τα οποία σταδιακά άρχισαν να εξομαλύνονται προς το τέλος του 2025, καθώς οι αγορές προσαρμόστηκαν στα νέα δεδομένα και οι ροές πρώτων υλών σταθεροποιήθηκαν.

Στο πλαίσιο αυτό, η εταιρεία έχει εντείνει τις παρεμβάσεις της σε ευρωπαϊκό επίπεδο, υποστηρίζοντας την ανάγκη λήψης μέτρων για την προστασία της ευρωπαϊκής αγοράς scrap. Σύμφωνα με τη διοίκηση, ενδεχόμενες πρωτοβουλίες που θα περιορίζουν τις εξαγωγές scrap προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Ασία θα μπορούσαν να συμβάλουν στη σταθεροποίηση της αγοράς και να δημιουργήσουν ευνοϊκότερες συνθήκες για τους ευρωπαίους παραγωγούς μετάλλων.

Ευρώπη: το κρίσιμο ζήτημα της διαθεσιμότητας πρώτων υλών

Κεντρικό ζήτημα για τη βιομηχανία μετάλλων στην Ευρώπη παραμένει, σύμφωνα με τη διοίκηση του Ομίλου, η διαθεσιμότητα των πρώτων υλών και ειδικότερα του scrap, το οποίο αποτελεί βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή προϊόντων αλουμινίου και χαλκού. Οι αναταράξεις που καταγράφηκαν το 2025 κατέδειξαν με σαφήνεια πόσο ευάλωτη μπορεί να είναι η ευρωπαϊκή αγορά σε μεταβολές των διεθνών εμπορικών ροών και σε πολιτικές παρεμβάσεις τρίτων χωρών. Ο κ. Θεοδωρακάτος υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να εξετάσει πιο ενεργά το ζήτημα της διατήρησης επαρκών ποσοτήτων scrap εντός της ευρωπαϊκής αγοράς, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα της βιομηχανικής παραγωγής στην ήπειρο.

Όπως εξήγησε, η σημαντική αύξηση των εξαγωγών ευρωπαϊκού scrap προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ασία τα τελευταία χρόνια έχει εντείνει τον ανταγωνισμό για την προμήθεια πρώτων υλών, περιορίζοντας τη διαθεσιμότητα για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες και οδηγώντας σε αύξηση των τιμών. Το φαινόμενο αυτό έγινε ιδιαίτερα αισθητό κατά τη διάρκεια του 2025, όταν η επιβολή των αμερικανικών δασμών προκάλεσε έντονες μετατοπίσεις στις εμπορικές ροές.

Στο πλαίσιο αυτό, η διοίκηση θεωρεί ότι ενδεχόμενα μέτρα που θα περιορίζουν τις εξαγωγές scrap προς αγορές εκτός Ευρώπης ή θα ενισχύουν τη διαθεσιμότητά του εντός της ΕΕ θα μπορούσαν να συμβάλουν ουσιαστικά στη σταθεροποίηση της αγοράς και στη βελτίωση των συνθηκών για τη μεταλλουργική βιομηχανία της ηπείρου. Μια τέτοια παρέμβαση, όπως επισημαίνεται, θα ενίσχυε τη διαθεσιμότητα πρώτων υλών για τους ευρωπαίους παραγωγούς, θα περιόριζε τις διακυμάνσεις στις τιμές και θα δημιουργούσε πιο σταθερές συνθήκες για τη βιομηχανική παραγωγή.

Η ζήτηση για αλουμίνιο και χαλκό

Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές της ζήτησης για τα δύο βασικά μέταλλα του Ομίλου, η εικόνα για το 2026 εμφανίζεται σε γενικές γραμμές σταθερή, χωρίς να αναμένονται μεγάλες μεταβολές σε σχέση με το 2025. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε κατά την ενημέρωση των αναλυτών, η δυναμική διαφοροποιείται σημαντικά ανά τελική αγορά, με ορισμένους κλάδους να παρουσιάζουν σταθερή ανάπτυξη και άλλους να κινούνται πιο συγκρατημένα.

Ιδιαίτερα σημαντικός μοχλός ζήτησης για τα προϊόντα χαλκού παραμένει η ταχεία ανάπτυξη των ενεργειακών υποδομών και των κέντρων δεδομένων (data centers), τομείς που απαιτούν μεγάλες ποσότητες εξειδικευμένων προϊόντων όπως αγωγούς, bus bars και άλλα στοιχεία που χρησιμοποιούνται σε δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και σε συστήματα υψηλής ενεργειακής κατανάλωσης. Η επέκταση της ψηφιακής οικονομίας και η αυξανόμενη ανάγκη για υπολογιστική ισχύ οδηγούν διεθνώς σε σημαντικές επενδύσεις σε τέτοιου είδους υποδομές, ενισχύοντας τη ζήτηση για προϊόντα χαλκού υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Η διοίκηση του Ομίλου παρατηρεί ότι η συγκεκριμένη τάση είναι ήδη ιδιαίτερα έντονη στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η ανάπτυξη νέων data centers εξελίσσεται με ταχύ ρυθμό, δημιουργώντας πρόσθετες ανάγκες για ενεργειακό εξοπλισμό και μεταλλικά προϊόντα. Σύμφωνα με την εκτίμηση της εταιρείας, η δυναμική αυτή αναμένεται σταδιακά να μεταφερθεί και στην ευρωπαϊκή αγορά, καθώς ενισχύονται οι επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές και ενεργειακά δίκτυα.

Επενδύσεις και στρατηγική

Σε επίπεδο επενδυτικής στρατηγικής, η διοίκηση της ElvalHalcor εμφανίζεται πιο επιφυλακτική για το 2026, επιλέγοντας μια στάση αναμονής μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και μεταβλητότητας στις διεθνείς αγορές. η διοίκηση εκτιμά ότι το 2026 θα είναι μια χρονιά σταθεροποίησης, κατά την οποία η εταιρεία θα επικεντρωθεί κυρίως στην αξιοποίηση των υφιστάμενων παραγωγικών επενδύσεων και στη βελτίωση της λειτουργικής αποδοτικότητας των μονάδων της.

Η στάση αυτή δεν σημαίνει παύση της επενδυτικής δραστηριότητας, αλλά περισσότερο μια περίοδο εξορθολογισμού και αξιολόγησης των επόμενων κινήσεων. Τα τελευταία χρόνια ο όμιλος υλοποίησε ένα εκτεταμένο επενδυτικό πρόγραμμα, με στόχο την ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας, την αναβάθμιση του τεχνολογικού εξοπλισμού και την ανάπτυξη προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, ενισχύοντας τη θέση του σε αγορές με αυξανόμενη ζήτηση, όπως η συσκευασία και οι ενεργειακές εφαρμογές.

Τα αποτελέσματα του 2025

Το 2025 αποτέλεσε μια χρονιά σημαντικών προκλήσεων για τη βιομηχανία μετάλλων, ωστόσο ο όμιλος κατάφερε να διατηρήσει ισχυρά οικονομικά μεγέθη. Οι ενοποιημένες πωλήσεις διαμορφώθηκαν στα 3,61 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 5,1% σε σχέση με το 2024, ενώ το προσαρμοσμένο EBITDA διαμορφώθηκε στα 236 εκατ. ευρώ, σχεδόν στα ίδια επίπεδα με το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, ο καθαρός δανεισμός μειώθηκε κατά 38,1 εκατ. ευρώ, ενώ το καθαρό χρηματοοικονομικό κόστος υποχώρησε κατά 20%, γεγονός που ενίσχυσε περαιτέρω τη χρηματοοικονομική θέση του ομίλου.

Διαβάστε ακόμη