«Τα ενεργειακά καλώδια μπορούν να συνδέουν απομονωμένα συστήματα και να επιτρέψουν τη σύνδεση απομακρυσμένων περιοχών. Ουσιαστικά συνδέουν και ενώνουν. Εξ ορισμού είναι μια κρίσιμη υποδομή». Με αυτή την τοποθέτηση, ο Τίμος Μανωλόπουλος, Senior Manager Business Development and Marketing της Hellenic Cables, βάζει εξαρχής το γεωπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται πλέον η αγορά καλωδίων: η ενέργεια δεν αφορά μόνο παραγωγή και τιμές, αλλά και ανθεκτικότητα δικτύων, ασφάλεια εφοδιασμού και δυνατότητα των κρατών να «κουμπώνουν» μεταξύ τους σε ένα σύστημα που αλλάζει υπό την πίεση κρίσεων.

Στη συζήτηση του podcast «Στην Πρίζα» powered by ΑΔΜΗΕ, ο κ. Μανωλόπουλος εξηγεί ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι ένας μονοσήμαντος τεχνολογικός μετασχηματισμός, αλλά ένα πλέγμα εξελίξεων που σπρώχνουν ταυτόχρονα προς περισσότερα δίκτυα, περισσότερες διασυνδέσεις και μεγαλύτερη ηλεκτρική ζήτηση. «Παρατηρούμε, καταρχάς, μια αύξηση της ζήτησης γενικότερα, το οποίο οδηγείται είτε από τον εξηλεκτρισμό, είτε από data centers, είτε από νέες τεχνολογίες», σημειώνει, για να προσθέσει ότι στο ίδιο κάδρο μπαίνει η ανάγκη για «καθαρότερες μορφές ενέργειας μέσα στο σύστημα» λόγω κλιματικής αλλαγής, αλλά και η «επιτακτική ανάγκη» για μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και ενεργειακή ασφάλεια. Έτσι, η ζήτηση για ενεργειακά καλώδια τροφοδοτείται από πολλαπλές πηγές ταυτόχρονα: υπεράκτια αιολικά, χερσαίες ΑΠΕ, γενικό εξηλεκτρισμό, αντικαταστάσεις παλαιών δικτύων, επεκτάσεις για να συνδεθούν νέες μονάδες παραγωγής και νέα φορτία, διασυνδέσεις νησιών και χωρών, υπογειοποιήσεις, αλλά και ανάγκες που προκύπτουν ακόμη και από παραδοσιακές δραστηριότητες που απαιτούν σύνδεση με το δίκτυο.

Το «κύμα» ζήτησης, όπως το περιγράφει, έχει τρεις μεγάλους πυλώνες. Ο πρώτος είναι το offshore wind, με την Ευρώπη να το αντιμετωπίζει ως μεγάλης κλίμακας, καθαρή και οικονομικά ανταγωνιστική παραγωγή. Στη συζήτηση γίνεται ειδική αναφορά στη δυναμική που δημιουργούν οι πολιτικές δεσμεύσεις για τα υπεράκτια αιολικά, καθώς τέτοιες συμφωνίες «μεταφράζονται» άμεσα σε έργα καλωδίων και σε πίεση για επιτάχυνση των υποδομών. Ο δεύτερος πυλώνας είναι οι υποβρύχιες διασυνδέσεις, τόσο μεταξύ χωρών όσο και μεταξύ νησιωτικών περιοχών οι οποίες, όπως εξηγεί, ενισχύονται από την τεχνολογική πρόοδο που επιτρέπει πλέον διασυνδέσεις μεγάλων αποστάσεων με τεχνολογία συνεχούς ρεύματος. Ο τρίτος πυλώνας είναι η ζήτηση για υπόγεια/χερσαία καλώδια: εκσυγχρονισμός, αναβάθμιση και αντικατάσταση γηρασμένων δικτύων, τάση για υπογειοποίηση αέριων γραμμών ώστε το δίκτυο να γίνει πιο ανθεκτικό, αλλά και ανάγκη να «χωρέσουν» στο σύστημα νέες ΑΠΕ, ηλεκτροκίνηση και ενεργοβόρες ψηφιακές υποδομές όπως data centers.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Hellenic Cables, όπως περιγράφεται, κινείται με στρατηγική «value over volume», δίνοντας έμφαση σε προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας και σε ολοκληρωμένες λύσεις «με το κλειδί στο χέρι», κάτι που, κατά τα λεγόμενα του κ. Μανωλόπουλου, χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος του ανεκτέλεστου (backlog). Η εταιρεία συνεργάζεται με διαχειριστές δικτύου και μεγάλους πελάτες στο εξωτερικό και στην Ελλάδα, ενώ οι λύσεις της καλύπτουν καλώδια ενέργειας υψηλής, μέσης και χαμηλής τάσης, καλώδια επικοινωνιών και καλώδια υποδομών.

Στο σκέλος των έργων, ο κ. Μανωλόπουλος αναφέρεται σε μεγάλα παραδείγματα υλοποιήσεων και διεθνούς παρουσίας. Στην Ελλάδα, ξεχωρίζει η διασύνδεση Κρήτης–Πελοποννήσου, που, όπως περιγράφει, περιλάμβανε καλώδιο που έφτασε σε βάθος περίπου 1 χιλιομέτρου και έχει ολοκληρωθεί και λειτουργεί, με αποτέλεσμα «αξιόπιστη μεταφορά ενέργειας» και όφελος σε κόστος και περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε έργα αναβάθμισης του χερσαίου δικτύου στην Ελλάδα, τόσο για τον ΑΔΜΗΕ όσο και για τον ΔΕΔΔΗΕ, καθώς και σε αντίστοιχες δραστηριότητες στο εξωτερικό. Στον τομέα των υπεράκτιων αιολικών, περιγράφει συμμετοχή σε έργα που αφορούν καλωδιακές λύσεις διασύνδεσης ανεμογεννητριών (inter-array), με αναφορές σε μεγάλα πάρκα στο εξωτερικό και γενικότερη παρουσία «σε όλο τον κόσμο», με στόχο «global footprint» σε έργα που απαιτούν αξιόπιστες και βιώσιμες λύσεις «τόσο σε ξηρά όσο και σε θάλασσα».

Η διεθνής επιτυχία, όπως την εξηγεί, εδράζεται σε έναν συνδυασμό βιομηχανικών και ανθρώπινων παραμέτρων. Από τη μία πλευρά, περιγράφει τη Μονάδα Παραγωγής Υποβρυχίων Καλωδίων στην Κόρινθο ως υπερσύγχρονη, πλήρως καθετοποιημένη μονάδα, που δίνει τεχνολογικά πλεονεκτήματα, μεταξύ άλλων μέσω της δυνατότητας παραγωγής μεγάλων συνεχών μηκών καλωδίου με ελάχιστους συνδέσμους, ενισχύοντας, όπως λέει, την ανθεκτικότητα των λύσεων και των δικτύων των πελατών. Από την άλλη πλευρά, θέτει στο κέντρο τους ανθρώπους, σημειώνοντας ότι η εταιρεία έχει αναγνωριστεί ως «πρωταθλητής Brain Regain» και έχει συμβάλει στον επαναπατρισμό περίπου 50 Ελλήνων επιστημόνων.

Το «πώς» παραμένει κανείς μπροστά σε μια αγορά που τρέχει, απαντάται με μια φιλοσοφία που συνοψίζεται στη φράση ότι μια εταιρεία πρέπει να «συνδιαμορφώνει τις εξελίξεις και όχι απλά να τις ακολουθεί». Στο πλαίσιο αυτό περιγράφεται η έμφαση σε έρευνα και ανάπτυξη, καινοτομία, επενδύσεις και στρατηγικό σχεδιασμό σε νέες τεχνολογίες και ψηφιακή μετάβαση, συνεργασίες με διεθνείς οργανισμούς και ερευνητικά προγράμματα, καθώς και συνεχή εκπαίδευση εργαζομένων. Ενδεικτικά, γίνεται αναφορά σε ανάπτυξη καλωδίων εναλλασσόμενου και συνεχούς ρεύματος που μπορούν να μεταφέρουν έως και 2 GW ισχύ, με εφαρμογές σε διασυνδέσεις χωρών και σε σύνδεση υπεράκτιων υποσταθμών με το ηπειρωτικό δίκτυο, αλλά και σε inter-array καλώδια για υπεράκτιες ανεμογεννήτριες, συμπεριλαμβανομένων πλωτών, οι οποίες, όπως σημειώνει, κατευθύνονται σε περιοχές με μεγάλα βάθη, όπως η Ελλάδα.

Κομβικό κεφάλαιο στη συζήτηση αποτελεί το νέο υπερσύγχρονο εργοστάσιο στις ΗΠΑ. Η επέκταση στην Αμερική περιγράφεται ως στρατηγική απόφαση που ελήφθη «πριν μερικά χρόνια» και «οδηγήθηκε από τα δυνατά θεμελιώδη της αγοράς της Αμερικής», αλλά και από το ότι οι δυνατότητες της εταιρείας «είναι ευθυγραμμισμένες με τις τεχνοκρατικές προτεραιότητες» της εκεί αγοράς για εκσυγχρονισμό δικτύων, εξηλεκτρισμό και επιτάχυνση έργων. Ο κ. Μανωλόπουλος περιγράφει ότι οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν διπλή πρόκληση: αφενός το δίκτυο είναι μεγάλης ηλικίας και χρειάζεται αντικατάσταση, αφετέρου η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης αυξάνει τον αριθμό των data centers και, άρα, τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύεται και η προτεραιότητα ενίσχυσης της εγχώριας εφοδιαστικής αλυσίδας και μείωσης εξάρτησης από εισαγωγές. Η επένδυση στη Βαλτιμόρη, όπως αναφέρεται, στοχεύει την αγορά των χερσαίων καλωδίων, με ορίζοντα ολοκλήρωσης έως το τέλος του 2027, τοποθετώντας την εταιρεία ως «αξιόπιστο συνεργάτη» για την αξιοπιστία και την ανθεκτικότητα του αμερικανικού δικτύου.

Εδώ εντάσσεται και μια κρίσιμη διάσταση που ακουμπά άμεσα τη γεωπολιτική: ακόμη και σε περιόδους πολιτικής «στροφής» υπέρ των ορυκτών καυσίμων, οι ανάγκες δικτύου παραμένουν δομικές και υπερβαίνουν τον εκάστοτε κύκλο πολιτικής. Όπως περιγράφει, η εταιρεία εξυπηρετεί «ευρύ φάσμα εφαρμογών», από ΑΠΕ και επεκτάσεις δικτύων έως τον εξηλεκτρισμό πλατφορμών ορυκτών καυσίμων, και αυτό αποτυπώνεται στη διαφοροποίηση του backlog ως προς αγορές, πελάτες και γεωγραφίες, άρα και σε μια ισορροπημένη παρουσία στις διεθνείς αγορές.

Στο κρίσιμο ερώτημα αν υπάρχει bottleneck στην αγορά καλωδίων, η απάντηση που δίνεται είναι σαφής: έχουν γίνει επενδύσεις και από τη συγκεκριμένη εταιρεία και από τρίτους, ώστε να αυξηθεί η παραγωγική ικανότητα, και η εκτίμηση είναι ότι δεν υπάρχει στενωπός από την πλευρά της παραγωγής καλωδίων για τα ευρωπαϊκά έργα που βρίσκονται υπό σχεδιασμό. Η έμφαση μετατοπίζεται αλλού: στο κατά πόσο τα έργα υλοποιούνται εντός χρονοδιαγράμματος, καθώς επηρεάζονται από αδειοδοτήσεις, χρηματοοικονομικούς και άλλους παράγοντες.

Το γεωπολιτικό νήμα, ωστόσο, παραμένει ο κεντρικός άξονας: οι κρίσεις «αναδεικνύουν» την αξία των υποδομών, ενώ τα καλώδια, ως τεχνολογία που λειτουργεί σε δύσκολες περιβαλλοντικές συνθήκες και συχνά βρίσκεται θαμμένη στο έδαφος ή στον βυθό, συνδέονται άμεσα με την έννοια της ανθεκτικότητας. Σε μια Ευρώπη που αναζητά περισσότερη διασυνδεσιμότητα μεταξύ χωρών, περισσότερα έργα που ενισχύουν την ασφάλεια και τη σταθερότητα του ηλεκτρικού συστήματος, και σε ένα σύστημα όπου αυξάνεται η ηλεκτρική ζήτηση και επιδιώκεται μείωση εκπομπών, ο κ. Μανωλόπουλος εκτιμά ότι οι καλωδιακές λύσεις θα παίξουν «καθοριστικό ρόλο» στη διαμόρφωση του ενεργειακού χάρτη έως το 2035.

Στο ίδιο πνεύμα, τοποθετεί και την Ελλάδα: «Βλέπουμε την Ελλάδα να έχει ένα κεντρικό ρόλο στην Ευρώπη του 2035», αναφέροντας μια χώρα που μπορεί να λειτουργεί ως ενεργειακός κόμβος, συνδέοντας τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή με τη Βόρεια Ευρώπη, και που θα μπορεί να διαχέει ενέργεια «όπου χρειάζεται και όταν χρειάζεται». Η έμφαση εδώ δεν είναι θεωρητική: συνδέεται με έργα διασύνδεσης που ήδη λειτουργούν, με νέες προγραμματισμένες διασυνδέσεις, αλλά και με τον ρόλο του ΑΔΜΗΕ, ο οποίος, κατά τη συζήτηση, αναγνωρίζεται ως καθοριστικός μέσω στρατηγικού σχεδιασμού και υλοποίησης έργων που μειώνουν το κόστος για τον καταναλωτή, περιορίζουν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και αυξάνουν την ανθεκτικότητα του δικτύου.

«Συνοψίζοντας, τα καλώδια, αν και πολλές φορές δεν είναι ορατά, αποτελούν την ραχοκοκαλιά του ηλεκτρικού συστήματος». Η φράση αυτή συμπυκνώνει το αφήγημα που καταθέτει ο κ. Μανωλόπουλος: η ενεργειακή μετάβαση ανεβάζει τη ζήτηση όχι μόνο επειδή αυξάνεται η παραγωγή από ΑΠΕ, αλλά επειδή η γεωπολιτική και η ενεργειακή ασφάλεια επιβάλλουν περισσότερες διασυνδέσεις και ισχυρότερα δίκτυα και σε αυτόν τον νέο «χάρτη», τα καλώδια μετατρέπονται σε κρίσιμη υποδομή που ορίζει τις δυνατότητες του συστήματος, άρα και τις ισορροπίες της επόμενης δεκαετίας.

Διαβάστε ακόμη