Η χρονιά που διανύουμε αποτελεί ορόσημο για την αγορά προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, με τη συγκέντρωση των παικτών του κλάδου να κορυφώνεται. Μετά και την ενεργειακή κρίση του 2022, τόσο ο δημόσιος όσο και ο ιδιωτικός τομέας έχουν πλέον εμπεδώσει ότι η ανθεκτικότητα δεν είναι επιλογή, αλλά προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη και απρόσκοπτη λειτουργία του ενεργειακού συστήματος. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Bruegel, τουλάχιστον έως το 2029, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, απαιτούνται ετήσιες επενδύσεις στην παραγωγή και την αποθήκευση ενέργειας ίσες με το 1% του ΑΕΠ. Σε μια κατακερματισμένη αγορά, χωρίς εθνικούς πρωταθλητές που να μπορούν να υλοποιήσουν μεγάλες επενδύσεις και να επιτύχουν οικονομίες κλίμακας, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη η διασφάλιση της σταθερότητας του ηλεκτρικού συστήματος και η ομαλή λειτουργία της αγοράς.
Τα νέα δεδομένα που διαμορφώνονται στην αγορά συνδέονται άμεσα και με τη ριζική αλλαγή στον τρόπο παραγωγής και διάθεσης της ηλεκτρικής ενέργειας. Το παραγωγικό χαρτοφυλάκιο μετασχηματίζεται: οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας παραμένουν στον πυρήνα του συστήματος, με τις μπαταρίες, τις τεχνολογίες αποθήκευσης και τους μηχανισμούς ευελιξίας να ενισχύουν καθοριστικά τον ρόλο τους στη διασφάλιση της σταθερότητας, της αξιοπιστίας και της συνολικής αποδοτικότητας της αγοράς ηλεκτρισμού.
Στο επίκεντρο αυτών των αλλαγών βρίσκεται και ο καταναλωτής, ο οποίος σταδιακά αποκτά ενεργό ρόλο. Μετατρέπεται σε αυτοπαραγωγό και αποταμιευτή ενέργειας –μέσω της εγκατάστασης μπαταριών– ενώ αποκτά τη δυνατότητα να διαθέτει στο δίκτυο την πλεονάζουσα ηλεκτρική ενέργεια που δεν καταναλώνει, μειώνοντας τόσο το κόστος προμήθειας όσο και το περιβαλλοντικό του αποτύπωμα. Στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται, δεν θα παρέχουμε απλώς ηλεκτρική ενέργεια ή φυσικό αέριο, αλλά ένα ολοκληρωμένο πακέτο υπηρεσιών, που θα περιλαμβάνει ψηφιακά εργαλεία διαχείρισης κατανάλωσης, δυνατότητες εξοικονόμησης και αξιοποίηση της ευελιξίας της ζήτησης.
Για να στεφθεί με επιτυχία ο μετασχηματισμός της ενεργειακής αγοράς, απαιτούνται εύρωστοι όμιλοι με τεχνογνωσία, καθετοποιημένη δομή, ισχυρό χαρτοφυλάκιο και σαφές μακροπρόθεσμο επενδυτικό πρόγραμμα. Η εμπειρία του παρελθόντος έχει δείξει ότι το κόστος προσαρμογής στα νέα δεδομένα είναι πολύ μεγαλύτερο όταν δεν έχει προηγηθεί ολοκληρωμένος σχεδιασμός. Ως εκ τούτου, αυτή τη φορά η «επόμενη μέρα» οφείλει να σχεδιαστεί έγκαιρα και αποτελεσματικά, ώστε η μετάβαση να γίνει προς όφελος των καταναλωτών, της κοινωνίας και της οικονομίας.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η ΗΡΩΝ, εταιρεία του Ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, πρωταγωνιστεί. Η νέα επιχειρηματική οντότητα που αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία τους πρώτους μήνες του 2026, σε συνέχεια της στρατηγικής συμμαχίας με την nrg του Ομίλου Motor Oil, θα κατέχει μερίδιο περίπου 17% στην προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας, εξυπηρετώντας 550.000 πελάτες. Παράλληλα, θα διαθέτει θερμοηλεκτρικό παραγωγικό δυναμικό 1,5 GW ευέλικτων μονάδων βάσης, με ρόλο-κλειδί στην εξισορρόπηση του συστήματος στο νέο τοπίο της αυξανόμενης διείσδυσης των ΑΠΕ. Η στρατηγική συμφωνία μεταξύ της ΗΡΩΝ και της nrg αποτελεί ουσιαστική απάντηση στις προκλήσεις της ενεργειακής μετάβασης, αναδεικνύοντας την ανάγκη για ισχυρούς πόλους στην παραγωγή και την προμήθεια ενέργειας και υπηρεσιών. Η αγορά αλλάζει. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η προσαρμογή, αλλά η έγκαιρη δράση, με στρατηγικό σχέδιο και με σταθερό επίκεντρο τον καταναλωτή.
