Μοχλός ανάπτυξης για την εθνική οικονομία, επιταχυντής του ενεργειακού και ψηφιακού μετασχηματισμού στην Ελλάδα και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη

Σήμερα, η ενεργειακή ασφάλεια και η τεχνητή νοημοσύνη επαναπροσδιορίζουν τους όρους ανταγωνιστικότητας και σταθερότητας των οικονομιών, ενώ ταυτόχρονα ο πλανήτης βιώνει συνεχείς γεωπολιτικές αλλαγές.

Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται ραγδαία, με κινητήριες δυνάμεις την τεχνητή νοημοσύνη και την εκρηκτική ανάπτυξη των data centers. Η ενέργεια και η τεχνολογία συγκλίνουν με πρωτοφανή ταχύτητα: ο ψηφιακός κόσμος χρειάζεται μεγαβάτ για να λειτουργήσει, ενώ ο ενεργειακός κόσμος χρειάζεται προηγμένη τεχνολογία για να διαχειριστεί παραγωγή και δίκτυα.

Η ενεργειακή μετάβαση, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την αντικατάσταση μεγαβάτ. Αφορά την αναδόμηση ολόκληρων οικονομικών οικοσυστημάτων.

Στον Όμιλο ΔΕΗ, ο μετασχηματισμός που υλοποιείται από το 2019 αντανακλά ακριβώς αυτή τη νέα πραγματικότητα. Από μια δημόσια επιχείρηση ηλεκτρισμού με έντονη εξάρτηση από τον λιγνίτη, είναι σήμερα ο κορυφαίος Powertech Όμιλος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης που προσφέρει 33 TWh ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως  και ευέλικτα προϊόντα και εξατομικευμένες λύσεις ενέργειας σε 8,6 εκατομμύρια πελάτες σε Ελλάδα και Ρουμανία. Έχοντας παρουσία σε πέντε αγορές – Ελλάδα, Ρουμανία, Β. Μακεδονία, Ιταλία, Βουλγαρία – ο Όμιλος αξιοποιεί τη συμπληρωματικότητα του ηλιακού και αιολικού δυναμικού στην ευρύτερη περιοχή.

Τα τελευταία έξι χρόνια ο Όμιλος ΔΕΗ έχει ενισχύσει ουσιαστικά τις οικονομικές και λειτουργικές του επιδόσεις, επενδύοντας παράλληλα στον ενεργειακό και ψηφιακό του μετασχηματισμό, ενώ μέχρι το τέλος του 2026 θα ολοκληρωθεί η πλήρης απολιγνιτοποίηση της παραγωγής. Το γεωγραφικά διευρυμένο ενεργειακό χαρτοφυλάκιο του Ομίλου, περιλαμβάνει πλέον έργα από διάφορες τεχνολογίες ΑΠΕ – αιολική, ηλιακή, κ.α. – καθώς και μονάδες ευέλικτης ισχύος και συστήματα αποθήκευσης με μπαταρίες.

Η επόμενη φάση του μετασχηματισμού του Ομίλου ΔΕΗ

Ο Όμιλος ΔΕΗ εισέρχεται πλέον στην επόμενη φάση του μετασχηματισμού του επενδύοντας πάνω από €10 δισ. κατά την τριετία 2026-28, με το 60% να προορίζεται για την Ελλάδα. Πρακτικά, επανεπενδύει τη λειτουργική του κερδοφορία σε έργα ανάπτυξης και υποδομών στη χώρα. Οι επενδύσεις αυτές έχουν καθαρά αναπτυξιακό πρόσημο, καθώς το 93% κατευθύνεται σε νέα έργα: ΑΠΕ, μονάδες ευέλικτης παραγωγής και αποθήκευσης, καθώς και σε επέκταση και εκσυγχρονισμό του δικτύου, ψηφιοποίηση και νέες πελατοκεντρικές λύσεις. Παράλληλα, ο Όμιλος σχεδιάζει νέα οικονομικά οικοσυστήματα, όπως τον πράσινο ενεργειακό και τεχνολογικό κόμβο στη Β. Ελλάδα, με επίκεντρο το giga data center στις πρώην λιγνιτικές περιοχές της Δ. Μακεδονίας, το οποίο θα τροφοδοτείται behind-the-meter με καθαρή και ευέλικτη ενέργεια.

Δημιουργούνται έτσι νέες, άμεσες θέσεις εργασίας στα έργα που υλοποιούνται και επίσης, οι επενδύσεις αυτές λειτουργούν ως δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές με έμμεση θετική επίδραση σε όλους σχεδόν τους τομείς της οικονομίας. Την ίδια στιγμή, τα υγιή οικονομικά του, επιτρέπουν στον Όμιλο ΔΕΗ να προσφέρει χαμηλότερες, ανταγωνιστικές τιμές μέσω εκπτώσεων, στηρίζοντας τα ελληνικά νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να γίνεται συνολικά πιο ανταγωνιστική.

Όπως ανακοινώθηκε πριν λίγους μήνες στο Capital Markets Day στο Λονδίνο, στρατηγικός στόχος του Ομίλου είναι η κλιμάκωση αυτού του νέου μοντέλου ανάπτυξης σε διασυνδεδεμένες αγορές κατά μήκος του κάθετου ενεργειακού διαδρόμου της Ευρώπης, επενδύοντας σε κρίσιμες ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές και ενισχύοντας την περιφερειακή ενεργειακή ασφάλεια. Αποθήκευση, ευέλικτες μονάδες φυσικού αερίου και αντλησιοταμιευτικά, διασυνδέσεις, έξυπνα δίκτυα, διαχείριση ζήτησης και ενεργειακή διαχείριση με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης είναι τα εργαλεία που μετατρέπουν τη μεταβλητότητα σε στρατηγικό πλεονέκτημα στη νέα εποχή της σύγκλισης ενέργειας και τεχνολογίας.

Επενδύοντας στο μέλλον της χώρας και της ΝΑ Ευρώπης, ο Όμιλος ΔΕΗ λειτουργεί ως ισχυρός πυλώνας της εθνικής οικονομίας και της περιφερειακής ενεργειακής ασφάλειας, συνεχίζει να δημιουργεί μεγαλύτερη αξία για τους μετόχους και τους πελάτες του, ενώ αυξάνει ταυτόχρονα το θετικό αποτύπωμά του στην κοινωνία και το περιβάλλον, συμβάλλοντας στη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας και των πολιτών.