Οι συμβάσεις ESCOs (Energy Service Contract) αποτελούν ένα σημαντικό στοίχημα για το μέλλον της ενεργειακής αγοράς, σε μια περίοδο όπου η εξοικονόμηση ενέργειας βρίσκεται στο επίκεντρο του επιχειρηματικού σχεδιασμού. Η ανάγκη περιορισμού του ενεργειακού κόστους και βελτίωσης της αποδοτικότητας είναι πλέον ξεκάθαρη για τις επιχειρήσεις, ωστόσο σε μεγάλο βαθμό δεν είναι πλήρως κατανοητά τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν από τις συγκεκριμένες συμβάσεις.
Πρόκειται για Συμβάσεις Ενεργειακής Απόδοσης που παρέχονται από εταιρείες παροχής ενεργειακών υπηρεσιών. Στο πλαίσιο αυτό, η εταιρεία ESCO αναλαμβάνει το κόστος εγκατάστασης και συντήρησης των απαιτούμενων ενεργειακών παρεμβάσεων. Η επιχείρηση δεν επιβαρύνεται εξαρχής με ίδια κεφάλαια, καθώς το κόστος εγκατάστασης αποπληρώνεται σταδιακά μέσω του διαμοιρασμού του οικονομικού οφέλους που προκύπτει από την εξοικονόμηση ενέργειας.
Το μοντέλο αυτό χαρακτηρίζεται ως win-win. Από τη μία πλευρά, η επιχείρηση δεν χρειάζεται να αναζητήσει εκ των προτέρων πόρους για να υλοποιήσει ενεργειακές επενδύσεις, γεγονός που μειώνει το χρηματοοικονομικό ρίσκο και διευκολύνει τη λήψη απόφασης. Από την άλλη πλευρά, η εταιρεία παροχής ενεργειακών υπηρεσιών διατηρεί τον πλήρη έλεγχο του έργου, από τη μελέτη και τον σχεδιασμό έως την υλοποίηση και τη συντήρηση, διασφαλίζοντας την απόδοση της επένδυσης.
Το συγκεκριμένο μοντέλο έχει εφαρμοστεί σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, αν και στην Ελλάδα η διείσδυσή του παραμένει περιορισμένη. Υπάρχουν ωστόσο πετυχημένα παραδείγματα εφαρμογής, κυρίως σε δήμους και σε ορισμένες επιχειρήσεις, τα οποία αποδεικνύουν ότι το σχήμα μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Παρ’ όλα αυτά, πηγές της αγοράς επισημαίνουν ότι στο Μητρώο Επιχειρήσεων Ενεργειακών Υπηρεσιών εντάσσονται και εταιρείες που δεν έχουν ως κύρια δραστηριότητα την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, γεγονός που δημιουργεί θολό τοπίο ως προς την εξειδίκευση και την αξιοπιστία του κλάδου.
Τα «γκρίζα» σημεία, όμως, δεν περιορίζονται μόνο σε αυτό. Σημαντικά προβλήματα εντοπίζονται και στο νομοθετικό πλαίσιο, ενώ ιδιαίτερα ακανθώδες ζήτημα αποτελεί η έλλειψη πρόσβασης των συγκεκριμένων εταιρειών σε επιδοτήσεις. Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, ο επενδυτικός νόμος είναι διαμορφωμένος με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείει ουσιαστικά τις εταιρείες ESCO από τη λήψη επιδοτήσεων. Ο βασικός λόγος είναι ότι οι εταιρείες αυτές δεν πωλούν εξοπλισμό –όπως για παράδειγμα φωτοβολταϊκά συστήματα– αλλά πωλούν ενέργεια, βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται στις συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης.
Η διαφοροποίηση αυτή στη φύση του αντικειμένου δραστηριότητας έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορούν να ενταχθούν εύκολα σε χρηματοδοτικά εργαλεία που έχουν σχεδιαστεί κυρίως για προμηθευτές εξοπλισμού. Ωστόσο, οι ίδιες πηγές τονίζουν ότι είναι κρίσιμο να αποκτήσουν πρόσβαση σε πόρους, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης, προκειμένου να ενισχυθεί η ανάπτυξη του μοντέλου και να επιταχυνθούν επενδύσεις ενεργειακής εξοικονόμησης.
Παράλληλα, αναδεικνύεται και η ανάγκη ύπαρξης ενός λειτουργικού και σαφούς πλαισίου στον δημόσιο τομέα. Αυτή τη στιγμή, σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις –όπως ο φωτισμός– υπάρχει διασφάλιση εσόδων για τον δημόσιο τομέα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην εγκατάσταση αντλιών θερμότητας, όπου το θεσμικό πλαίσιο δεν παρέχει την ίδια ασφάλεια και προβλεψιμότητα.
Όπως έχει αναφερθεί και στο energygame.gr, στον ιδιωτικό τομέα η διείσδυση των συμβάσεων ESCO παραμένει μικρή. Ωστόσο, στελέχη της αγοράς σημειώνουν ότι οι επιχειρήσεις που επιλέγουν να προχωρήσουν σε τέτοιες συμφωνίες διαπιστώνουν γρήγορα απτά αποτελέσματα. Ιδιαίτερα οι επιχειρήσεις με παραγωγική δραστηριότητα, όπου το ενεργειακό κόστος αποτελεί βασικό παράγοντα λειτουργικών εξόδων, βλέπουν άμεσο και εμφανές αντίκτυπο στη μείωση του κόστους λειτουργίας.
Στην ελληνική αγορά δραστηριοποιούνται αρκετές εταιρείες στον συγκεκριμένο κλάδο. Ενδεικτικά αναφέρεται η ESCO PARTNERS, η οποία είναι μια πλήρως κεφαλαιοποιημένη εταιρεία ESCO. Έχει συσταθεί από τη Sirec Energy A.E. και την τεχνική εταιρεία MES Energy Α.Ε. Μεταξύ των έργων που έχει ολοκληρώσει συγκαταλέγεται το φωτοβολταϊκό σύστημα 7,1 MW με το μοντέλο ESCO στη Σωληνουργεία Κορίνθου (όμιλος ΒΙΟΧΑΛΚΟ), έργο που καταδεικνύει τις δυνατότητες εφαρμογής του συγκεκριμένου επιχειρηματικού σχήματος στην ελληνική βιομηχανία.
Συνολικά, παρά τις προοπτικές που παρουσιάζει το μοντέλο των συμβάσεων ESCO, η περιορισμένη διείσδυση, τα θεσμικά κενά και η απουσία πρόσβασης σε χρηματοδοτικά εργαλεία συνιστούν βασικά εμπόδια για την περαιτέρω ανάπτυξή του στην Ελλάδα.
Διαβάστε ακόμη
