Η στρατηγική σύμπραξη του ναυτιλιακού ομίλου Τσάκου με τη Metlen για την υλοποίηση ενός από τα μεγαλύτερα υβριδικά έργα ηλεκτροπαραγωγής στη χώρα δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη μεγάλη συμφωνία στην αγορά των ΑΠΕ. Συνιστά, στην πραγματικότητα, ένα ακόμη ηχηρό σήμα ότι το ελληνικό ναυτιλιακό κεφάλαιο εγκαταλείπει οριστικά τον ρόλο του παθητικού παρατηρητή της ενεργειακής μετάβασης και διεκδικεί πλέον ενεργό θέση στο νέο παραγωγικό μοντέλο της χώρας, επενδύοντας σε έργα πράσινης ενέργειας μεγάλης κλίμακας, με ενσωματωμένη αποθήκευση και σαφή εμπορική στόχευση.
Το έργο που ανακοίνωσαν οι δύο πλευρές προβλέπει την ανάπτυξη φωτοβολταϊκού πάρκου ισχύος 251,9 MW σε συνδυασμό με σύστημα αποθήκευσης εκτιμώμενης χωρητικότητας 375 MWh, στην Κεντρική Ελλάδα. Για τον σκοπό αυτό συστήνεται κοινή εταιρεία ειδικού σκοπού (SPV), στην οποία ο όμιλος Τσάκου κατέχει το 60% και η Metlen το 40%. Η έναρξη της επένδυσης τοποθετείται εντός του 2026, ενώ η ολοκλήρωσή της εκτιμάται για τις αρχές του 2028. Η Metlen, πέραν της μετοχικής συμμετοχής, αναλαμβάνει την κατασκευή του έργου και την ενσωμάτωση της εμπορικής του λειτουργίας στο πλαίσιο της ενεργειακής διαχείρισης του ομίλου, επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για μια καθετοποιημένη επένδυση με μακροπρόθεσμο αποτύπωμα.
Πέρα από το ίδιο το έργο, η συμφωνία Τσάκου–Metlen αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα γιατί εντάσσεται σε ένα ευρύτερο, και πλέον ορατό ρεύμα: τη συστηματική είσοδο ισχυρών Ελλήνων εφοπλιστών και ναυτιλιακών ομίλων στον τομέα της πράσινης ενέργειας. Στο ίδιο κάδρο με τον όμιλο Τσάκου εντάσσεται τα τελευταία χρόνια και ο Γιώργος Λογοθέτης, μέσω του Libra Group, ο οποίος υπήρξε από τους πρώτους Έλληνες εφοπλιστές που αντιμετώπισαν την πράσινη ενέργεια όχι ως περιφερειακή δραστηριότητα, αλλά ως διακριτό και στρατηγικό επενδυτικό πυλώνα. Μέσα από τον βραχίονα EuroEnergy, το Libra Group έχει αναπτύξει ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο έργων ΑΠΕ σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές, με ιδιαίτερη παρουσία στη Ρουμανία, την Κροατία, τη Βουλγαρία και το Κόσοβο, ενώ δραστηριοποιείται και στην Ελλάδα. Η EuroEnergy διαθέτει σήμερα σε λειτουργία ή υπό ανάπτυξη αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα συνολικής ισχύος που υπερβαίνει τα 1,5 GW, με στρατηγική που βασίζεται στη γεωγραφική διασπορά, στη δημιουργία pipeline έργων και στην αξιοποίηση διαφορετικών τεχνολογιών. Το μοντέλο Λογοθέτη είναι ενδεικτικό μιας «διεθνοποιημένης» προσέγγισης των ΑΠΕ από το ναυτιλιακό κεφάλαιο: λιγότερη έμφαση στο ελληνικό αποτύπωμα και μεγαλύτερη στόχευση στη δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού χαρτοφυλακίου πράσινης ενέργειας με χαρακτηριστικά asset class.
Στον αντίποδα αυτής της διεθνούς στρατηγικής, αλλά με σαφώς πιο βαρύ εγχώριο αποτύπωμα, κινείται ο όμιλος Βαρδινογιάννη. H Motor Oil προχωρά επενδύσεις άνω των 4 δισ. ευρώ και διαμορφώνει έναν όμιλο που στηρίζεται πλέον σε τέσσερις πυλώνες: το διυλιστήριο, τον ηλεκτρισμό, τις ΑΠΕ και την κυκλική οικονομία. Η MORE λειτουργεί ήδη ένα χαρτοφυλάκιο 847 MW με ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό συμβασιοποιημένης παραγωγής 92% και έναν στόλο που αποτελείται κατά 94% από αιολικά, μόλις έξι ετών μέσης ηλικίας. Η πλατφόρμα έχει ώριμο αγωγό έργων περίπου 1 GW, με πλεονέκτημα στα εμπορικά μειωμένου ρίσκου έργα, κυρίως αιολικά υψηλού capacity factor και φωτοβολταϊκά με συμβασιοποιημένη απορρόφηση, ενώ εντός του 2025 ολοκληρώνονται επιπλέον έργα αποθήκευσης 72 MW και το αιολικό 22,5 MW στην Κεντρική Ελλάδα.
Σε παράλληλη τροχιά κινείται και ο όμιλος Λάτση, μέσω της HELLENiQ ENERGY, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει μετατρέψει τις ΑΠΕ σε έναν από τους βασικούς άξονες του εταιρικού της μετασχηματισμού. Η Helleniq Energy διαθέτει ήδη 500 MW σε λειτουργία και προχωρά η κατασκευή των επόμενων 500 MW, με αποτέλεσμα ο στόχος του 1 GW έως το 2028 στις ΑΠΕ να ολοκληρωθεί συντομότερα από τον αρχικό σχεδιασμό. Σημειώνεται ότι πλέον όλα τα ΑΠΕ του ομίλου γίνονται υβριδικά, με την προσθήκη μπαταριών. Τους επόμενους μήνες αναμένεται να μπει σε λειτουργία η πρώτη μπαταρία του ομίλου ισχύος 100 MW και θα ακολουθήσει η κατασκευή ακόμη μιας μπαταρίας 50 MW αλλά και των μπαταριών στις ΑΠΕ που αναπτύσσονται πλέον ως υβριδικά έργα.
Την ίδια ώρα, ο Βαγγέλης Μαρινάκης, επικεφαλής της Capital Group, έχει υιοθετήσει μια πολυεπίπεδη στρατηγική που συνδυάζει πράσινες υποδομές με τον ριζικό εκσυγχρονισμό του στόλου του. Η Capital Group αναδεικνύεται σε πρωτοπόρο της ενεργειακής μετάβασης στη θάλασσα, έχοντας επενδύσει πάνω από 5,5 δισεκατομμύρια δολάρια την τελευταία διετία. Η επένδυση αυτή δεν αφορά μόνο τη μείωση των εκπομπών των υπαρχόντων πλοίων, αλλά τη δημιουργία ενός στόλου που θα αποτελέσει την «ραχοκοκαλιά» της παγκόσμιας πράσινης εφοδιαστικής αλυσίδας.
Στο ευρύτερο αυτό τοπίο εντάσσονται και εφοπλιστικά ονόματα με πιο περιορισμένη ή έμμεση παρουσία στον χώρο της πράσινης ενέργειας. Ο εφοπλιστής Γιώργος Προκοπίου έχει συνδεθεί με επενδύσεις σε ενεργειακές και βιομηχανικές υποδομές, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής που αγγίζει την ενεργειακή ασφάλεια και τη βιομηχανική ανασυγκρότηση της χώρας. Ο όμιλος Goldenport του Πάρι Δράγνη έχει τοποθετηθεί στον ευρύτερο κλάδο της υπεράκτιας ενέργειας μέσω της ανάπτυξης στόλου Offshore Support Vessels για την υποστήριξη έργων offshore, ενώ ο Πόλυς Χατζηιωάννου έχει κατά καιρούς συμμετοχές σε ενεργειακές εταιρείες και θεσμική παρουσία σε εταιρείες ανάπτυξης ΑΠΕ. Η οικογένεια Καρνέση έχει εμπλακεί σε συναλλαγές χαρτοφυλακίων αιολικών πάρκων μέσω συνεργασιών με διεθνή επενδυτικά funds, αξιοποιώντας την άνοδο της αγοράς των ΑΠΕ, ενώ ο όμιλος Λασκαρίδη, χωρίς να διαθέτει άμεσο χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ, έχει επικεντρωθεί σε εκτεταμένες επενδύσεις σε πλοία νέας γενιάς με μειωμένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Το «κεφάλαιο» των Ελλήνων εφοπλιστών αρχίζει να κατευθύνεται συστηματικά προς την πράσινη ενέργεια επειδή οι ΑΠΕ μετατρέπονται ταυτόχρονα σε ώριμη αγορά υποδομών και σε αναγκαίο πυλώνα του νέου ενεργειακού συστήματος. Από τη μία πλευρά, η αγορά παύει να χαρακτηρίζεται από υψηλό ρυθμιστικό ρίσκο και βασίζεται όλο και περισσότερο σε μακροχρόνια συμβόλαια, εταιρικά PPA, υβριδικά έργα με αποθήκευση και εμπορική βελτιστοποίηση της παραγωγής, προσφέροντας μεγαλύτερη προβλεψιμότητα εσόδων. Από την άλλη, η απανθρακοποίηση της οικονομίας και το «πρασίνισμα» των ενεργειακών υποδομών δημιουργούν μια νέα γενιά έργων (ΑΠΕ, αποθήκευση, δίκτυα, υδρογόνο) που απαιτούν κεφάλαια μεγάλης κλίμακας και ορίζοντα δεκαετιών. Υπό αυτούς τους όρους, οι ΑΠΕ παύουν να αντιμετωπίζονται ως τεχνολογικό ή ρυθμιστικό στοίχημα και αρχίζουν να λειτουργούν ως στρατηγική υποδομή της νέας εποχής, ελκυστική για κεφάλαια όπως αυτά των εφοπλιστών, που είναι εξοικειωμένα με υψηλό capex και μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα.
Διαβάστε ακόμη
