Συνάντηση με τον εκτελεστικό αντιπρόεδρο του Trump Organization, Έρικ Τραμπ (Eric Trump), είχε ο Πρόεδρος και CEO του Ομίλου AKTOR, Αλέξανδρος Εξάρχου, στο πλαίσιο των εργασιών του Davos Lodge, με αντικείμενο πιθανές επενδυτικές ευκαιρίες, αλλά και τις ευρύτερες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η συζήτηση επικεντρώθηκε στις πιθανές επενδυτικές ευκαιρίες στην Ελλάδα, με έμφαση σε τομείς που παρουσιάζουν αυξημένο επιχειρηματικό ενδιαφέρον, καθώς και στο ευρύτερο επενδυτικό περιβάλλον της χώρας. Οι δύο πλευρές αντάλλαξαν απόψεις για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, τις μεταρρυθμίσεις που έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια και τη δυναμική που διαμορφώνεται για την προσέλκυση νέων επενδύσεων.

Εξάρχου: Γιατί χρειαζόμαστε μια πραγματικά ενιαία Ευρώπη

Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Εξάρχου τόνισε από το Νταβός ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή και δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να συνεχίζει να «υποδύεται» κάτι που δεν είναι. Το βασικό και επείγον ερώτημα, κατά τον ίδιο, είναι σαφές: τι θέλουμε να γίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση;

Ο κ. Εξάρχου τόνισε ότι η Ε.Ε. σήμερα κινείται σε μια γκρίζα ζώνη, όπου εμφανίζεται άλλοτε ως ενιαία οντότητα και άλλοτε ως άθροισμα κρατών που κρατούν τη δική τους ατζέντα. Και αυτή η ασάφεια, όπως είπε, την καθιστά συλλογικά αδύναμη, γιατί κανείς δεν ξέρει αν συνομιλεί με μια «ομοσπονδία» ή με «κάτι που κανείς δεν ξέρει ακριβώς τι είναι». «Έχει έρθει η ώρα να αποφασίσουμε τι θέλουμε να είμαστε. Θέλουμε να είμαστε μια ομοσπονδία; Θέλουμε να είμαστε μια χώρα; Αν ναι, τότε χρειάζεται κοινό οικονομικό συμφέρον, κοινός στρατός και δυνατότητα αυτοάμυνας», ήταν το βασικό του μήνυμα, το οποίο συνέδεσε άμεσα με την έννοια της κυριαρχίας. Μια πραγματικά ενιαία Ευρώπη, όπως εξήγησε, θα σήμαινε ότι τα κράτη-μέλη θα πρέπει να εκχωρήσουν μέρος της κυριαρχίας τους, ώστε η Ένωση να μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις και να δρα σαν «κράτος» – και όχι σαν ένας μηχανισμός που περιμένει ατελείωτα τη συναίνεση 27 πρωτευουσών.

Αν, όμως, η απάντηση είναι «όχι», τότε, κατά τον κ. Εξάρχου, πρέπει να ειπωθεί καθαρά και να γίνει πράξη, καθώς κάθε χώρα θα πρέπει να αναλάβει μόνη της την ευθύνη της αυτοπροστασίας της, γιατί «δεν έχουμε ομοσπονδία». Με άλλα λόγια, είτε η Ευρώπη θα πάει προς μια πιο ενιαία μορφή με πραγματική πολιτική ισχύ, είτε τα κράτη θα πρέπει να λειτουργήσουν με τη λογική ότι είναι ουσιαστικά μόνα τους σε κρίσιμα μέτωπα.

Για να δείξει γιατί αυτή η απόφαση δεν μπορεί να αναβάλλεται, ο κ. Εξάρχου θύμισε τι συνέβη πριν από περίπου μία δεκαετία, στην περίοδο της κρίσης χρέους, όταν χώρες του Νότου –μεταξύ τους και η Ελλάδα– χρειάστηκαν στήριξη. Τότε, όπως είπε, πολλές χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά έθεταν ωμά το ερώτημα: «Γιατί να πληρώσω εγώ για εσένα;». Κατά τον ίδιο, αυτό ήταν σε ένα βαθμό «δίκαιο», ακριβώς επειδή δεν υπήρχε πραγματική ομοσπονδία: οι χώρες του Νότου έπρεπε να γνωρίζουν ότι θα χρειαστεί να πάρουν μόνες τους μέτρα επιβίωσης.

Η διαφορά είναι ότι σήμερα το διακύβευμα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι στρατηγικό και υπαρξιακό. Ο κ. Εξάρχου μίλησε ανοιχτά για τον κίνδυνο πολέμων στην Ευρώπη και για το γεγονός ότι η ήπειρος είναι “utterly unprepared” – «παντελώς απροετοίμαστη». Επεσήμανε ότι ακόμη και όταν ξέσπασε ο πόλεμος στην Ουκρανία, στην πράξη η Ευρώπη βασίστηκε στους Αμερικανούς, ενώ τώρα δυσανασχετεί επειδή οι ΗΠΑ ζητούν μεγαλύτερη οικονομική συμμετοχή. Όμως, όπως είπε, «σε κανέναν δεν αρέσει, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα».

Σε αυτό το σημείο έβαλε στο τραπέζι τη σκληρή λογική ισχύος που –κατά την άποψή του– διέπει πλέον τον κόσμο. Παρομοίασε τη διεθνή πολιτική με τον ανταγωνισμό στις επιχειρήσεις, σημειώνοντας ότι κερδίζει αυτός που είναι ισχυρότερος. Και, επικαλούμενος μια φράση που ανέφερε ότι διάβασε στην ομιλία του Καναδού πρωθυπουργού, συμπύκνωσε το πρόβλημα της Ευρώπης σε μια πρόταση: «Αν δεν είσαι στο τραπέζι, είσαι στο μενού».

Για τον κ. Εξάρχου, αυτή η φράση περιγράφει ακριβώς τη θέση της Ευρώπης τις τελευταίες δεκαετίες. Αν η Ευρώπη δεν αποκτήσει τα χαρακτηριστικά που της επιτρέπουν να κάθεται στο τραπέζι «με ίση ισχύ» απέναντι στους «μεγάλους παίκτες» –ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία– τότε θα βρίσκεται σε θέση αδυναμίας και θα υφίσταται αποφάσεις άλλων. Μάλιστα, όταν τέθηκε το ερώτημα αν «η Ρωσία είναι ακόμη στην εξίσωση», απάντησε ότι είναι ακριβώς επειδή η Ευρώπη εμφανίζεται αδύναμη: οι άλλοι βλέπουν ότι «δεν έχουμε στρατό» και συνεπώς μπορούν να επιβάλουν όρους.

Στο κομμάτι των ερωτήσεων από το κοινό, ο κ. Εξάρχου στάθηκε ιδιαίτερα και σε ένα δεύτερο, βαθύτερο πρόβλημα, το χάσμα εμπιστοσύνης των νέων προς το ευρωπαϊκό «σύστημα». Απάντησε σε παρέμβαση νεαρής Γερμανίδας, που περιέγραφε μια γενιά η οποία δεν νιώθει ότι έχει λόγο να υπερασπιστεί τη χώρα της ή να υπηρετήσει σε στρατό, επειδή θεωρεί ότι το κράτος δεν αξίζει να προστατευθεί. Ο ίδιος είπε ότι ακούει ακριβώς το ίδιο και από νέους στην Ελλάδα και το χαρακτήρισε πανευρωπαϊκό φαινόμενο. Αντιπαρέβαλε, όμως, ότι αυτό «δεν είναι αμερικανικό, ρωσικό ή κινεζικό» πρόβλημα: εκεί, είπε, οι νέοι έχουν μεγαλύτερη διάθεση να υπερασπιστούν την πατρίδα τους.

Συνέδεσε αυτή τη διάβρωση της πίστης των νέων με ένα μοντέλο που –όπως υποστήριξε– η Ευρώπη ακολούθησε επί δεκαετίες: υπερρύθμιση, ακρίβεια και πολιτικές που γίνονται «σε αφηρημένο επίπεδο», χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την καθημερινή ανάγκη του μέσου πολίτη. «Ρυθμίζουμε κάθε πτυχή της δραστηριότητας με τρόπο που κάνει τα πάντα ακριβά», είπε, προσθέτοντας ότι έτσι οι νέοι μπορεί να αμείβονται «σχετικά καλά», αλλά δεν μπορούν να αγοράσουν ή να ζήσουν όσα βλέπουν ότι μπορούν αλλού — στις ΗΠΑ ή ακόμη και σε χώρες με χαμηλότερο κόστος ζωής όπως η Τουρκία.

Σε αυτό το σημείο συνέδεσε την κριτική του και με την πράσινη μετάβαση: ναι, είπε, η στροφή στην πράσινη ενέργεια είναι «ευγενής» και την υποστηρίζει, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι αν είμαστε έτοιμοι να πληρώσουμε το κόστος. Και κυρίως: δεν μπορεί αυτό το κόστος να μετακυλίεται στους νέους και στους πολίτες, ενώ οι αποφάσεις λαμβάνονται «σε πλήρη αφαίρεση» από την πραγματική τους ζωή. Η προτεραιότητα, κατά τον ίδιο, είναι πρώτα να γίνει η ενέργεια προσιτή στους Ευρωπαίους πολίτες και να προστατευθεί το επίπεδο διαβίωσής τους, και μετά να προχωρήσει η μετάβαση πιο γρήγορα και πιο βαθιά.

Διαβάστε ακόμη