Στον ρόλο της Ελλάδας ως νέας πύλης εισόδου φυσικού αερίου για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και στη σημασία της Αλεξανδρούπολης για την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής αναφέρεται ο Κωνσταντίνος Σιφναίος, Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Gastrade, σε συνέντευξή του στη σερβική εφημερίδα Politika, περιγράφοντας τα σχέδια για την αξιοποίηση του τερματικού LNG και τις προοπτικές των Βαλκανίων στη μεταρωσική εποχή.

Στον πυρήνα της συζήτησης βρίσκεται η Αλεξανδρούπολη, την οποία ο κ. Σιφναίος περιγράφει ως το στρατηγικότερο σημείο της χώρας για την άσκηση αυτού του νέου ρόλου. Όπως εξηγεί, η γεωγραφική της θέση, σε άμεση σύνδεση με τον Κάθετο Διάδρομο και τα περιφερειακά δίκτυα, καθιστά την πόλη κομβικό ενεργειακό σημείο για τη Βαλκανική και την Κεντρική Ευρώπη. Βασικός πυλώνας αυτής της εξέλιξης είναι ο υπεράκτιος πλωτός τερματικός σταθμός LNG της Gastrade, ο οποίος, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν σχεδιάστηκε ως ένα έργο που θα εξυπηρετούσε αποκλειστικά την ελληνική αγορά, αλλά ως μια εναλλακτική πηγή και διαδρομή εφοδιασμού για ολόκληρη την περιοχή.

Ανατρέχοντας στην απαρχή του εγχειρήματος, ο κ. Σιφναίος αποδίδει το αρχικό όραμα στον Δημήτρη Κοπελούζο, σε μια περίοδο το 2010 κατά την οποία το ρωσικό φυσικό αέριο κυριαρχούσε σχεδόν απόλυτα στις αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και οι εισαγωγές LNG περιορίζονταν σε μικρές ποσότητες από την Αλγερία. Όπως τονίζει, τότε δεν υπήρχαν ενδείξεις των πολιτικών και γεωπολιτικών ανατροπών που θα ακολουθούσαν. Παρ’ όλα αυτά, η Gastrade επέλεξε να επενδύσει συστηματικά στη δημιουργία μιας εναλλακτικής έναντι του ρωσικού αερίου, με σαφή περιφερειακό προσανατολισμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στο γεγονός ότι η τελική επενδυτική απόφαση για τον σταθμό της Αλεξανδρούπολης ελήφθη πριν από την έκρηξη του πολέμου στην Ουκρανία. Η απόφαση αυτή, όπως επισημαίνει, βασίστηκε σε δεσμεύσεις χωρών όπως η Σερβία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Βόρεια Μακεδονία και φυσικά η Ελλάδα, οι οποίες αναζητούσαν εναλλακτικές πηγές και οδεύσεις εφοδιασμού – άλλες ως εφεδρική λύση και άλλες ως υπαρξιακή ανάγκη για την ασφάλεια των αγορών τους. Μετά την έναρξη του πολέμου, προσθέτει, κατέστη προφανές ότι η στρατηγική αυτή επιλογή είχε δικαιωθεί πλήρως.

Στο ερώτημα για τα επόμενα βήματα της Gastrade, ο κ. Σιφναίος αποκαλύπτει τον σχεδιασμό για την ανάπτυξη δεύτερου τερματικού σταθμού LNG, του λεγόμενου “Thrace terminal”. Όπως εξηγεί, αν η Ελλάδα φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως πραγματική πύλη εισόδου ενέργειας στη μεταρωσική εποχή, οι υφιστάμενες υποδομές –η Ρεβυθούσα και η Αλεξανδρούπολη– δεν επαρκούν από μόνες τους. Απαιτείται ενίσχυση της δυναμικότητας, ώστε η χώρα να μπορεί να ανταποκριθεί στον αυξημένο ρόλο της στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη.

Σε αυτό το πλαίσιο, υπογραμμίζει ότι η σημερινή διεθνής συζήτηση γύρω από το αμερικανικό LNG δεν θα μπορούσε να αφορά την Ελλάδα χωρίς τον σταθμό της Αλεξανδρούπολης. Υπενθυμίζει, μάλιστα, την παρουσία του Σέρβου Προέδρου Αλεξάνταρ Βούτσιτς στην εκδήλωση έναρξης του έργου, σημειώνοντας ότι η Σερβία αποτελεί χρήστη του τερματικού και εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι θα αντλήσει φορτία LNG μέσω της Αλεξανδρούπολης.

Αναφερόμενος στην αντικατάσταση του ρωσικού αερίου από LNG, ο κ. Σιφναίος προσδιορίζει με ακρίβεια τη γεωγραφία της «περιοχής» που εξακολουθεί να λαμβάνει ρωσικές ποσότητες. Όπως λέει, σήμερα μόνο η Νοτιοανατολική και η Κεντρική Ευρώπη συνεχίζουν να δέχονται ρωσικά μόρια, μέσω διαδρομών που ξεκινούν από την Τουρκία και διατρέχουν την Ουκρανία, τη Μολδαβία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Ελλάδα και τα Δυτικά Βαλκάνια, καταλήγοντας μέσω Σερβίας σε χώρες όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία.

Σε ό,τι αφορά την ετοιμότητα των Δυτικών Βαλκανίων για την εποχή του LNG, ο επικεφαλής της Gastrade διαχωρίζει τις χώρες που έχουν ήδη αναπτύξει δικές τους υποδομές –όπως η Κροατία και η Σλοβενία– από τον υπόλοιπο χώρο, στον οποίο κεντρική θέση κατέχει η Σερβία. Όπως σημειώνει, η Σερβία είναι η πλέον προετοιμασμένη χώρα της περιοχής, καθώς διαθέτει αγωγό μεγάλης δυναμικότητας, τον TurkStream ή Balkan Stream, που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και για μη ρωσικές πηγές. Παράλληλα, υπάρχει ο διασυνδετήριος αγωγός με τη Βουλγαρία, ο οποίος σήμερα περιορίζεται από εσωτερικά ζητήματα δικτύου, αλλά –κατά την εκτίμησή του– αυτά μπορούν να ξεπεραστούν.

Αναλύοντας τον ευρύτερο βαλκανικό χάρτη, κάνει αναφορά στον υπό κατασκευή αγωγό Ελλάδας–Βόρειας Μακεδονίας και στα σχέδια για διασύνδεση Βόρειας Μακεδονίας–Σερβίας, τα οποία θεωρεί κρίσιμα για τη δημιουργία νέας οδού τροφοδοσίας της Σερβίας από τον Νότο. Για το Κόσοβο και το Μαυροβούνιο εμφανίζεται πιο επιφυλακτικός, λόγω της απουσίας δικτύων, ενώ για τη Βοσνία επισημαίνει ότι παραδοσιακά εξυπηρετείται από τη Σερβία, αν και εξετάζει πλέον και εναλλακτικές από τον Βορρά, μέσω Κροατίας.

Κοιτώντας προς το μέλλον, εκτιμά ότι μέσα στην επόμενη τετραετία η Σερβία θα διαθέτει πολλαπλές οδούς εφοδιασμού, όχι μόνο για την κάλυψη των εγχώριων αναγκών της, αλλά και για την ενίσχυση του ρόλου της ως περιφερειακού κόμβου, ακόμη και για χώρες όπως η Ουγγαρία, η οποία αντιμετωπίζει περιορισμούς στις συνδέσεις της με τη Ρουμανία και την Κροατία.

Στο ζήτημα της διαρκούς εξωτερικής ενεργειακής εξάρτησης της περιοχής, ο κ. Σιφναίος τονίζει ότι η απάντηση εξαρτάται αφενός από την ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής στην Ευρώπη –αναφέροντας ενδεικτικά τις προσπάθειες για υπεράκτια κοιτάσματα στη νοτιοδυτική Ελλάδα και νότια της Κρήτης, καθώς και την αναμενόμενη αύξηση της παραγωγής στη Ρουμανία– και αφετέρου από την αξιοποίηση άλλων πηγών ενεργειακής αυτονομίας, όπως οι ανανεώσιμες πηγές και ενδεχομένως η πυρηνική ενέργεια. Παράλληλα, κάνει λόγο για τις διασυνδέσεις με τη Βόρεια Αφρική ως έναν ακόμη δρόμο προς τη μείωση της εξάρτησης.

Αναφερόμενος στον ρόλο της Ελλάδας στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη, επισημαίνει ότι η μετάβαση από το ρωσικό αέριο αγωγών στο LNG μεταβάλλει ριζικά τη θέση της χώρας. Από μια μεσαίου μεγέθους αγορά στο άκρο της εφοδιαστικής αλυσίδας, η Ελλάδα μετατρέπεται σε σημείο εισόδου και χώρα διέλευσης για την ευρύτερη περιοχή. Η βελτίωση των διασυνδέσεων, όπως τονίζει, ενισχύει περαιτέρω αυτή τη σημασία.

Σε πιο πολιτικό επίπεδο, αναγνωρίζει ότι η συνολική εικόνα της Ελλάδας έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, με την οικονομία σε ανοδική πορεία, τη δημοσιονομική σταθερότητα να ενισχύεται και το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ να μειώνεται. Υπογραμμίζει ότι, παρά τις διαχρονικές προκλήσεις στις σχέσεις με ορισμένους γείτονες, η χώρα καθίσταται ολοένα και πιο σημαντικός περιφερειακός παράγοντας.

Τέλος, απαντώντας στο ενδεχόμενο εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας προς τα Βαλκάνια, ο κ. Σιφναίος περιγράφει τρεις βασικούς πυλώνες. Ο πρώτος είναι η απολιγνιτοποίηση και η στροφή σε φυσικό αέριο και ανανεώσιμες πηγές, με τη λειτουργία ή κατασκευή υπερσύγχρονων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής. Ο δεύτερος αφορά τις αναγκαίες ηλεκτρικές διασυνδέσεις, οι οποίες υπάρχουν αλλά χρειάζονται περαιτέρω ανάπτυξη. Ο τρίτος, καθοριστικός παράγοντας, είναι το γεωγραφικό πλεονέκτημα της Ελλάδας και η εγγύτητά της με τη Βόρεια Αφρική, με έργα όπως η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Αιγύπτου, το GREGY, να αναδεικνύονται σε βασικούς κρίκους αυτής της νέας ενεργειακής αρχιτεκτονικής.

Διαβάστε ακόμη