Αυξήσεις στις χρεώσεις που πληρώνουν καταναλωτές και επιχειρήσεις μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος για τη χρήση του συστήματος μεταφοράς αποφάσισε για το 2025 η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ), με απόφαση που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι νέες μοναδιαίες χρεώσεις χρήσης του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ), τις οποίες εισπράττει ο ΑΔΜΗΕ, αφορούν όλες τις κατηγορίες καταναλωτών – από την Υψηλή και τη Μέση Τάση έως τους καταναλωτές Χαμηλής Τάσης – και συνδέονται άμεσα με την ανάκτηση του κόστους των επενδύσεων του Διαχειριστή, με αιχμή τα μεγάλα έργα ηλεκτρικών διασυνδέσεων.
Για το 2025, η ΡΑΑΕΥ έχει εγκρίνει απαιτούμενο έσοδο για τον ΑΔΜΗΕ ύψους 411,1 εκατ. ευρώ, το οποίο αποτελεί το ποσό που προβλέπεται να ανακτηθεί μέσω των Χρεώσεων Χρήσης Συστήματος από τους χρήστες του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Στο ρυθμιστικό πλαίσιο γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ του απαιτούμενου και του επιτρεπόμενου εσόδου του Διαχειριστή, με το δεύτερο να διαμορφώνεται σε υψηλότερο επίπεδο, χωρίς ωστόσο να ανακτάται αυτούσιο μέσω των χρεώσεων χρήσης συστήματος. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, η καθυστέρηση στην εφαρμογή των νέων μοναδιαίων χρεώσεων από την αρχή του έτους είχε ως αποτέλεσμα, έως το τέλος Αυγούστου 2025, να έχουν ανακτηθεί περίπου 238 εκατ. ευρώ, αφήνοντας υπόλοιπο προς ανάκτηση ύψους 173,2 εκατ. ευρώ για το υπόλοιπο του έτους. Η υποανάκτηση αυτή αποτέλεσε βασικό στοιχείο στη ρυθμιστική στάθμιση της ΡΑΑΕΥ, η οποία εξέτασε εναλλακτικά σενάρια αναπροσαρμογής των χρεώσεων, επιδιώκοντας αφενός τη διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας του ΑΔΜΗΕ και αφετέρου τον περιορισμό απότομων και υπέρμετρων επιβαρύνσεων για τους καταναλωτές.

Η απόφαση της ΡΑΑΕΥ είχε ληφθεί ήδη από τον Ιούλιο του 2025, ωστόσο η εφαρμογή των νέων χρεώσεων καθυστέρησε, καθώς δεν είχε δημοσιευθεί σε ΦΕΚ. Ως αποτέλεσμα, οι αυξημένες χρεώσεις δεν εφαρμόστηκαν στο δεύτερο μισό του 2025, οδηγώντας σε υποανάκτηση εσόδων για τον ΑΔΜΗΕ. Με τη δημοσίευση της απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οι νέες μοναδιαίες τιμές τίθενται σε ισχύ από την πρώτη ημέρα του μεθεπόμενου μήνα, όπως ρητά προβλέπεται στο ρυθμιστικό πλαίσιο. Σύμφωνα με την απόφαση καταγράφονται αυξήσεις σε όρους χρέωσης ισχύος για την Υψηλή και τη Μέση Τάση, αλλά και διαφοροποιημένες μεταβολές στις χρεώσεις ενέργειας για τους καταναλωτές Χαμηλής Τάσης.
Ειδικότερα, για τους καταναλωτές Υψηλής Τάσης, η μοναδιαία χρέωση χρήσης συστήματος αυξάνεται από 3,353 ευρώ ανά MW σε 4,391 ευρώ ανά MW, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 30,96%. Αντίστοιχα, στη Μέση Τάση η χρέωση διαμορφώνεται από 3,476 ευρώ ανά MW σε 4,592 ευρώ ανά MW, με ποσοστιαία μεταβολή 32,11%. Πρόκειται για κατηγορίες καταναλωτών που επιβαρύνονται αποκλειστικά μέσω χρέωσης ισχύος, γεγονός που αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο επιμερίζεται το κόστος χρήσης του συστήματος μεταφοράς στους μεγάλους χρήστες.
Στη Χαμηλή Τάση, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η ενιαία χρέωση χρήσης συστήματος αυξάνεται από 9,42 ευρώ ανά MWh σε 10,51 ευρώ ανά MWh, δηλαδή κατά 11,57%. Για τους τηλεμετρούμενους καταναλωτές Χαμηλής Τάσης, η χρέωση ισχύος αυξάνεται από 4,066 ευρώ ανά MW σε 5,482 ευρώ ανά MW, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση στον πίνακα, της τάξης του 34,83%.
Για τους μη τηλεμετρούμενους καταναλωτές Χαμηλής Τάσης, η μέση σταθμισμένη χρέωση αυξάνεται από 9,65 ευρώ ανά MWh σε 10,74 ευρώ ανά MWh, δηλαδή κατά 11,24%. Ωστόσο, πίσω από τη μέση αυτή μεταβολή κρύβονται σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά υποκατηγορία. Οι εμπορικοί μη τηλεμετρούμενοι καταναλωτές επιβαρύνονται με αύξηση 3,49%, από 8,87 ευρώ ανά MWh σε 9,18 ευρώ ανά MWh. Αντίθετα, για τους μη τηλεμετρούμενους βιομηχανικούς καταναλωτές καταγράφεται μείωση της μοναδιαίας χρέωσης κατά 7,29%, από 8,50 ευρώ ανά MWh σε 7,88 ευρώ ανά MWh. Οριακή είναι η μεταβολή για την κατηγορία ΦΟΠ, όπου η χρέωση υποχωρεί ελαφρώς από 10,66 ευρώ ανά MWh σε 10,65 ευρώ ανά MWh (-0,09%).
Στον αντίποδα, οι μη τηλεμετρούμενοι καταναλωτές της κατηγορίας «λοιποί» καταγράφουν αύξηση 15,22%, με τη χρέωση να διαμορφώνεται από 9,99 ευρώ ανά MWh σε 11,51 ευρώ ανά MWh. Πρόκειται για την υποκατηγορία που συγκεντρώνει και το μεγαλύτερο μέρος του αναλογούντος εσόδου στη Χαμηλή Τάση, στοιχείο που εξηγεί και τη μεγαλύτερη επιβάρυνση σε σχέση με άλλες ομάδες καταναλωτών.
Οι αναπροσαρμογές αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο της ανάκτησης του απαιτούμενου εσόδου του ΑΔΜΗΕ για το 2025, στο οποίο έχουν ενσωματωθεί οι αυξημένες κεφαλαιουχικές δαπάνες για έργα διασύνδεσης και η μετατόπιση χρονοδιαγραμμάτων μεγάλων έργων του συστήματος. Οι χρεώσεις χρήσης συστήματος λειτουργούν ως βασικός μηχανισμός χρηματοδότησης των επενδύσεων αυτών και επιμερίζονται στους χρήστες του δικτύου, με διαφορετικό τρόπο ανά κατηγορία και επίπεδο τάσης. Το σκεπτικό με βάση το οποίο ελήφθησαν οι αποφάσεις για τις νέες χρεώσεις χρήσης συστήματος αποτυπώνεται αναλυτικά στο ίδιο το ρυθμιστικό κείμενο.
Όπως προκύπτει από το ΦΕΚ, αφετηρία της ΡΑΑΕΥ αποτέλεσε η υποχρέωση του ΑΔΜΗΕ να ανακτήσει, μέσω των Χρεώσεων Χρήσης Συστήματος, το απαιτούμενο έσοδο του 2025, το οποίο έχει εγκριθεί στο πλαίσιο της ισχύουσας ρυθμιστικής περιόδου και ανέρχεται σε 411,1 εκατ. ευρώ. Στο ποσό αυτό έχουν ενσωματωθεί, μεταξύ άλλων, οι αυξημένες κεφαλαιουχικές δαπάνες που συνδέονται με τα μεγάλα έργα διασύνδεσης του συστήματος, καθώς και η μετατόπιση του χρονοδιαγράμματος έναρξης εμπορικής λειτουργίας ορισμένων έργων, γεγονός που επηρεάζει τον χρονισμό της ανάκτησης των σχετικών επενδύσεων.
Η ΡΑΑΕΥ έλαβε υπόψη ότι, λόγω της μη έγκαιρης εφαρμογής των νέων χρεώσεων από την αρχή του έτους, ο ΑΔΜΗΕ κατέγραψε υποανάκτηση εσόδων κατά το πρώτο οκτάμηνο του 2025. Σύμφωνα με τα απολογιστικά στοιχεία που υπέβαλε ο Διαχειριστής, έως το τέλος Αυγούστου είχαν ανακτηθεί περίπου 238 εκατ. ευρώ, αφήνοντας υπόλοιπο προς ανάκτηση ύψους 173,2 εκατ. ευρώ για το υπόλοιπο του έτους. Στο πλαίσιο αυτό, η Αρχή κλήθηκε να σταθμίσει την ανάγκη διασφάλισης της χρηματοοικονομικής επάρκειας του ΑΔΜΗΕ και της απρόσκοπτης υλοποίησης του επενδυτικού του προγράμματος έναντι του κινδύνου υπέρμετρων και αιφνίδιων επιβαρύνσεων για τους καταναλωτές.
Για τον σκοπό αυτό εξετάστηκαν εναλλακτικά σενάρια ανάκτησης του απαιτούμενου εσόδου. Το πρώτο, ηπιότερο σενάριο προέβλεπε πλήρη ανάκτηση του απαιτούμενου εσόδου του 2025 σε ορίζοντα δώδεκα μηνών, σαν να είχαν εφαρμοστεί οι νέες χρεώσεις από την 1η Ιανουαρίου. Το σενάριο αυτό οδηγούσε σε μέση αύξηση των χρεώσεων της τάξης του 15,1%, αν και ακόμη και σε αυτή την περίπτωση καταγράφονταν αυξήσεις που για ορισμένες κατηγορίες καταναλωτών προσέγγιζαν το 35%. Αντίθετα, το σενάριο ταχείας ανάκτησης, με περιορισμό της ανάκτησης στο διάστημα Σεπτεμβρίου–Δεκεμβρίου 2025, θα οδηγούσε σε μέση αύξηση περίπου 45,6%, με επιβαρύνσεις που σε επιμέρους κατηγορίες θα ξεπερνούσαν το 70%, γεγονός που η Αρχή απέρριψε.
Παράλληλα, εξετάστηκαν και ενδιάμεσα σενάρια, με περίοδο ανάκτησης από έντεκα έως πέντε μήνες, τα οποία οδηγούσαν σε μέσες αυξήσεις μεταξύ περίπου 17% και σχεδόν 38%, χωρίς ωστόσο να εξαλείφουν τον κίνδυνο έντονων επιβαρύνσεων σε συγκεκριμένες ομάδες καταναλωτών. Με βάση τη στάθμιση των παραπάνω, η ΡΑΑΕΥ επέλεξε τελικά το σενάριο της πλήρους ανάκτησης του απαιτούμενου εσόδου εντός δωδεκαμήνου, κρίνοντας ότι αποτελεί τη λιγότερο επιβαρυντική λύση για τους χρήστες του συστήματος, ακόμη κι αν συνεπάγεται περιορισμένο κίνδυνο υποανάκτησης για τον Διαχειριστή. Παράλληλα, η Αρχή επιφυλάσσεται ρητά για τον μελλοντικό χειρισμό τυχόν υποανακτήσεων, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο για τη διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας του ΑΔΜΗΕ.
