Με την είσοδο στο 2026, η ευρωπαϊκή τσιμεντοβιομηχανία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Ένας από τους πλέον ενεργοβόρους και ρυπογόνους κλάδους της βαριάς βιομηχανίας καλείται να επανεφεύρει τον εαυτό του μέσα σε ασφυκτικό ρυθμιστικό πλαίσιο, αυξανόμενο κόστος άνθρακα και σκληρό διεθνή ανταγωνισμό. Στην Ελλάδα, η μετάβαση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα: τόσο ο Όμιλος ΤΙΤΑΝ όσο και η ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ δεν περιορίζονται σε σταδιακές βελτιώσεις, αλλά επενδύουν σε έργα-ορόσημα που αλλάζουν το ίδιο το βιομηχανικό μοντέλο παραγωγής τσιμέντου.

Η πράσινη στροφή δεν αφορά μόνο την ενεργειακή απόδοση ή την αύξηση των εναλλακτικών καυσίμων. Αγγίζει τον πυρήνα της παραγωγικής διαδικασίας, εκεί όπου γεννιούνται οι λεγόμενες «εκπομπές διεργασίας», οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 60% του συνολικού αποτυπώματος του κλάδου και δεν μπορούν να εξαλειφθούν χωρίς ριζικές τεχνολογικές παρεμβάσεις. Σε αυτό το πεδίο, η δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα (CCS/CCUS) αναδεικνύεται σε μονόδρομο για τη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής τσιμεντοβιομηχανίας μετά το 2030 .

ΤΙΤΑΝ: Το IFESTOS και ο μετασχηματισμός σε κλίμακα

Στον πυρήνα της στρατηγικής του Ομίλου ΤΙΤΑΝ βρίσκεται το έργο IFESTOS στο εργοστάσιο Καμαρίου Βοιωτίας, το οποίο αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις δέσμευσης άνθρακα στην Ευρώπη. Το IFESTOS δεν είναι απλώς ένα πιλοτικό έργο, αλλά ένα πλήρους κλίμακας βιομηχανικό εγχείρημα, σχεδιασμένο να αλλάξει ριζικά το αποτύπωμα της παραγωγής τσιμέντου στην Ελλάδα.

Η τεχνολογική του βάση συνδυάζει συστήματα oxyfuel πρώτης και δεύτερης γενιάς με κρυογονική δέσμευση μετά την καύση, επιτυγχάνοντας ποσοστά δέσμευσης που αγγίζουν το 98,5% των συνολικών εκπομπών του εργοστασίου. Ιδιαίτερη σημασία έχει το λεγόμενο «double-inlet post-combustion system», το πρώτο παγκοσμίως σύστημα που μπορεί να δέχεται καυσαέρια από δύο διαφορετικούς κλιβάνους με διαφορετική σύσταση, προσφέροντας επιχειρησιακή ευελιξία και χαμηλότερο κόστος λειτουργίας.

Σε αριθμούς, το IFESTOS προβλέπει ετήσια δέσμευση 1,9 εκατ. τόνων CO₂ και παραγωγή περίπου 3 εκατ. τόνων τσιμέντου μηδενικού ανθρακικού αποτυπώματος. Η συνολική αποφυγή εκπομπών σε ορίζοντα δεκαετίας υπερβαίνει τα 20 εκατ. τόνους, ενώ η επένδυση έχει εξασφαλίσει χρηματοδότηση 234 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Καινοτομίας της ΕΕ, αναγνώριση της στρατηγικής της σημασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο .

Το έργο βρίσκεται ήδη στη φάση FEED, με την τελική επενδυτική απόφαση να τοποθετείται στις αρχές του 2026, ενώ η πλήρης λειτουργία αναμένεται προς το τέλος της δεκαετίας. Παράλληλα, ο ΤΙΤΑΝ επενδύει συμπληρωματικά σε πράσινο υδρογόνο μέσω του έργου H2CEM, το οποίο περιλαμβάνει μονάδες ηλεκτρόλυσης σε Καμάρι, Δρέπανο και Ευκαρπία και στοχεύει σε πρόσθετη μείωση εκπομπών τουλάχιστον 8% ανά τόνο προϊόντος. Το H2CEM, με προϋπολογισμό 60 εκατ. ευρώ, αποτελεί το μοναδικό έργο τσιμεντοβιομηχανίας που έχει ενταχθεί στο ευρωπαϊκό IPCEI Hy2Use.

Η εικόνα συμπληρώνεται από την εκτεταμένη ψηφιοποίηση της παραγωγής, με χρήση τεχνητής νοημοσύνης και συστημάτων real-time optimization, που μειώνουν κατανάλωση ενέργειας και βελτιστοποιούν τη λειτουργία των κλιβάνων. Όπως επισημαίνεται στο στρατηγικό πλάνο “TITAN Forward 2029”, τα πράσινα προϊόντα του Ομίλου καλύπτουν ήδη σχεδόν το 30% της συνολικής παραγωγής, ενώ ο στόχος είναι η κλιματική ουδετερότητα έως το 2050 .

ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ: Το OLYMPUS και η μετατροπή του Μηλακίου σε κόμβο CCS

Παράλληλα, η ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ, μέλος του ομίλου Holcim, υλοποιεί το έργο OLYMPUS στο εργοστάσιο Μηλακίου Ευβοίας, μία επένδυση που υπερβαίνει τα 400 εκατ. ευρώ και φιλοδοξεί να μετατρέψει τη μονάδα σε εγκατάσταση μηδενικών εκπομπών. Το OLYMPUS βασίζεται σε διαφορετική τεχνολογική προσέγγιση, με χρήση oxy-calciner για τη φάση της ασβεστοποίησης και το σύστημα Cryocap™ FG της Air Liquide για την καθαρότητα και υγροποίηση του CO₂.

Το έργο έχει εξασφαλίσει επιχορήγηση 124,5 εκατ. ευρώ από το EU Innovation Fund και προβλέπει ετήσια δέσμευση περίπου 1 εκατ. τόνου CO₂, επιτρέποντας την παραγωγή 2 εκατ. τόνων τσιμέντου ECOPlanet ZERO ετησίως. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, οι εκπομπές ανά τόνο τσιμέντου μειώνονται δραστικά: από τα 670 κιλά το 2020 και τα 520 κιλά το 2024, σε μόλις 110 κιλά έως το 2030, δηλαδή μείωση της τάξης του 84% .

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, η πλήρως ανασχεδιασμένη μονάδα στο Μηλάκι Ευβοίας αναμένεται να τεθεί σε πλήρη λειτουργία στις αρχές του 2029. Με την ενεργοποίησή της, ο Όμιλος ΗΡΑΚΛΗΣ θα είναι σε θέση να διαθέτει στην αγορά 2 εκατομμύρια τόνους ετησίως τσιμέντο ECOPlanet ZERO, προϊόν μηδενικού ανθρακικού αποτυπώματος, ανοίγοντας τον δρόμο για μια νέα εποχή πράσινων κατασκευών σε Ελλάδα και Ευρώπη.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η γεωγραφική διάσταση του έργου. Το Μηλάκι, με άμεση πρόσβαση στη θάλασσα, σχεδιάζεται να λειτουργήσει ως κόμβος CCS, με λιμενικές υποδομές για τη φόρτωση υγροποιημένου CO₂ και θαλάσσια μεταφορά προς μόνιμους αποθηκευτικούς χώρους. Κεντρικός προορισμός είναι ο Πρίνος, το έργο αποθήκευσης της EnEarth (Energean), το οποίο αναπτύσσεται σε δύο φάσεις με συνολική δυναμικότητα έως 3 εκατ. τόνους CO₂ ετησίως και προϋπολογισμό άνω του 1 δισ. ευρώ. Παράλληλα, εξετάζονται εφεδρικές λύσεις αποθήκευσης σε Ιταλία και Κροατία, ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία του OLYMPUS.

Η διεθνής εικόνα και το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο

Οι ελληνικές επενδύσεις εντάσσονται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό κύμα απανθρακοποίησης. Στη Βόρεια Ευρώπη, η Heidelberg Materials έχει ήδη θέσει σε λειτουργία το εργοστάσιο Brevik στη Νορβηγία, το πρώτο παγκοσμίως με βιομηχανικής κλίμακας δέσμευση CO₂ στην παραγωγή τσιμέντου, ενώ αντίστοιχα έργα δρομολογούνται σε Ηνωμένο Βασίλειο, Πολωνία και Βέλγιο.

Καταλυτικό ρόλο παίζει το ρυθμιστικό περιβάλλον. Από το 2026 ξεκινά η σταδιακή κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών στο EU ETS, με πλήρη εξάλειψη έως το 2034, ενώ ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) φιλοδοξεί να προστατεύσει την ευρωπαϊκή παραγωγή από φθηνές εισαγωγές χωρίς κόστος άνθρακα. Σε αυτό το περιβάλλον, το «πράσινο τσιμέντο» μετατρέπεται από κόστος σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Η πράσινη μετάβαση της τσιμεντοβιομηχανίας δεν εξελίσσεται σε κενό αέρος. Αντίθετα, το 2026 βρίσκει την Ευρώπη σε φάση επιτάχυνσης ενός μετασχηματισμού που μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν τεχνολογικά αβέβαιος και οικονομικά απαγορευτικός. Σήμερα, η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα περνά από το στάδιο των πιλοτικών εφαρμογών στη σφαίρα της βιομηχανικής κανονικότητας, με μεγάλα έργα να υλοποιούνται ταυτόχρονα σε Βόρεια, Κεντρική και Νότια Ευρώπη.

Σημείο αναφοράς αποτελεί το εργοστάσιο της Heidelberg Materials στο Brevik της Νορβηγίας, το οποίο από το 2025 λειτουργεί ως η πρώτη μονάδα παγκοσμίως που παράγει τσιμέντο με δέσμευση CO₂ σε εμπορική κλίμακα. Εκεί, περίπου 400.000 τόνοι διοξειδίου του άνθρακα δεσμεύονται ετησίως και διοχετεύονται μέσω του έργου Northern Lights σε υπόγειες αποθήκες της Βόρειας Θάλασσας. Το Brevik δεν είναι απλώς ένα εργοστάσιο, αλλά ένα εργαστήριο πολιτικής: αποδεικνύει ότι το CCS μπορεί να ενταχθεί στη βαριά βιομηχανία χωρίς να διαρρηγνύεται η εφοδιαστική αλυσίδα.

Αντίστοιχα, η Holcim αναπτύσσει ένα ολόκληρο χαρτοφυλάκιο έργων σε Πολωνία, Βέλγιο και Γαλλία, με επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ και στόχο τη δέσμευση άνω του 1 εκατ. τόνου CO₂ ετησίως ανά μονάδα. Η στρατηγική της Holcim βασίζεται στη δημιουργία «carbon hubs», όπου η τσιμεντοβιομηχανία συνδέεται με χημική βιομηχανία, ενεργειακές υποδομές και δίκτυα μεταφοράς CO₂, επιτυγχάνοντας οικονομίες κλίμακας και μείωση κόστους.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα δεν εμφανίζεται πλέον ως ουραγός, αλλά ως μέρος ενός ευρωπαϊκού «δεύτερου κύματος» επενδύσεων CCS, με έργα αντίστοιχης ή και μεγαλύτερης κλίμακας από εκείνα της Βόρειας Ευρώπης. Το IFESTOS και το OLYMPUS συγκαταλέγονται στα μεγαλύτερα έργα που έχουν χρηματοδοτηθεί ποτέ από το Ταμείο Καινοτομίας της ΕΕ στον κλάδο του τσιμέντου, στοιχείο που αποτυπώνει τη στρατηγική τους σημασία για την ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την επιτάχυνση παίζει το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο. Από το 2026 ξεκινά η σταδιακή κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών στο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ (EU ETS), με πλήρη εξάλειψή τους έως το 2034. Για την τσιμεντοβιομηχανία, αυτό μεταφράζεται σε εκτίναξη του κόστους παραγωγής εάν δεν υπάρξει δραστική μείωση εκπομπών. Με τις τιμές του άνθρακα να κινούνται ήδη σε υψηλά επίπεδα και τις προβλέψεις να τις τοποθετούν άνω των 100–130 ευρώ ανά τόνο μέσα στην επόμενη πενταετία, το «να μην επενδύσεις» καθίσταται οικονομικά ασύμφορο.

Παράλληλα, τίθεται σε πλήρη εφαρμογή ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), ο οποίος επιβάλλει κόστος άνθρακα στα εισαγόμενα προϊόντα τσιμέντου από τρίτες χώρες. Ο CBAM επιχειρεί να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της διαρροής άνθρακα και να αποτρέψει τον αθέμιτο ανταγωνισμό από αγορές όπως η Τουρκία, η Αίγυπτος ή η Βόρεια Αφρική, όπου δεν υφίστανται αντίστοιχες περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις. Για τις ευρωπαϊκές τσιμεντοβιομηχανίες, ο μηχανισμός αυτός λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας.

Σε ορισμένα κράτη-μέλη, το ρυθμιστικό πλαίσιο συμπληρώνεται και από άμεσους μηχανισμούς στήριξης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γερμανία, η οποία εισήγαγε τα λεγόμενα Carbon Contracts for Difference (CCfDs), μέσω των οποίων το κράτος καλύπτει για μεγάλο χρονικό διάστημα τη διαφορά κόστους μεταξύ συμβατικής και χαμηλού άνθρακα παραγωγής. Το μοντέλο αυτό θεωρείται από πολλούς ως το επόμενο βήμα για τη στήριξη της βαριάς βιομηχανίας στην Ευρώπη και παρακολουθείται στενά και από την ελληνική αγορά.

Συνολικά, η διεθνής εικόνα δείχνει ότι το 2026 δεν είναι απλώς μία ακόμη χρονιά προσαρμογής, αλλά το σημείο όπου η πράσινη μετάβαση της τσιμεντοβιομηχανίας παύει να είναι στρατηγική επιλογή και μετατρέπεται σε δομική αναγκαιότητα. Σε αυτό το νέο ευρωπαϊκό τοπίο, οι επενδύσεις σε CCS, πράσινο υδρογόνο και προϊόντα χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος δεν αποτελούν πια «κόστος συμμόρφωσης», αλλά το βασικό εισιτήριο για τη διατήρηση παραγωγικής βάσης, θέσεων εργασίας και βιομηχανικής κυριαρχίας εντός Ευρώπης.

Διαβάστε ακόμη