Η ελληνική αγορά υδρογονανθράκων εισέρχεται σε μια νέα, πιο απαιτητική φάση υλοποίησης, με ένα εκτεταμένο επενδυτικό πλάνο που προβλέπει γεωτρήσεις σε εννέα θαλάσσια blocks συνολικού ύψους άνω του 1 δισ. ευρώ, με αφετηρία τις αρχές του 2027 στο Βορειοδυτικό Ιόνιο και ορίζοντα ανάπτυξης έως τα τέλη της δεκαετίας, με επίκεντρο τις θαλάσσιες περιοχές νοτίως της Κρήτης. Πρόκειται για ένα πολυετές πρόγραμμα που, υπό την πίεση της γεωπολιτικής αστάθειας και της ανάγκης ενεργειακής διαφοροποίησης, επιχειρεί να μετατρέψει το αυξημένο διεθνές ενδιαφέρον σε συγκεκριμένες επενδύσεις και παραγωγική δραστηριότητα. Αυτό σηματοδοτεί την επιστροφή της χώρας στις υπεράκτιες γεωτρήσεις μετά από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, ενώ παράλληλα ανοίγει ο δρόμος για την προσέλκυση νέων επενδυτών και την επαναξιολόγηση περιοχών που στο παρελθόν δεν είχαν ωριμάσει.
Η Πολιτεία επιχειρεί να ευθυγραμμιστεί με τη νέα «ταχύτητα» της αγοράς, με τη γενική γραμματέα Ενέργειας του ΥΠΕΝ, Δέσποινα Παληαρούτα, να διαμηνύει ότι το ερευνητικό πρόγραμμα εισέρχεται σε φάση ωρίμανσης χωρίς τα βαρίδια του παρελθόντος. Όπως υπογράμμισε από το βήμα του Power & Gas Forum, μια επιτυχής έκβαση των ερευνών θα αποτελέσει στρατηγική καμπή για τη χώρα, ενισχύοντας τόσο την ενεργειακή της αυτονομία όσο και τον γεωπολιτικό της ρόλο, ενώ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη δυνατότητα αποφυγής καθυστερήσεων ακόμη και σε περιπτώσεις προσφυγών, με την προϋπόθεση της πλήρους συμμόρφωσης με το θεσμικό πλαίσιο και τον αδιαπραγμάτευτο σεβασμό στο κράτος δικαίου.
Το μπλοκ 2
Το αφήγημα της επόμενης ημέρας για το ελληνικό πρόγραμμα υδρογονανθράκων «ξεδιπλώνεται» πλέον με πιο συγκεκριμένους όρους πλέον, καθώς η αγορά περνά από τις γενικές κατευθύνσεις σε σαφή επιχειρησιακά ορόσημα και μετρήσιμα χρονοδιαγράμματα. Από το βήμα του συνεδρίου, η Διευθύνουσα Σύμβουλος και Country Manager της Energean στην Ελλάδα, Κατερίνα Σάρδη, επιβεβαίωσε ότι η πρώτη ερευνητική γεώτρηση στο μπλοκ 2 στο Βορειοδυτικό Ιόνιο τοποθετείται χρονικά στον Φεβρουάριο του 2027, δίνοντας για πρώτη φορά σαφή χρονική «άγκυρα» στο πρόγραμμα. Το συγκεκριμένο block αποτελεί σήμερα το πλέον ώριμο έργο του ελληνικού χαρτοφυλακίου, με την προετοιμασία να έχει ήδη περάσει από τη φάση των μελετών σε επιχειρησιακή τροχιά.
Στην πράξη, η ωρίμανση αυτή αποτυπώνεται σε μια αλληλουχία παράλληλων ενεργειών που «τρέχουν» ταυτόχρονα. Η Energean έχει ήδη ολοκληρώσει την πρώτη φάση της Environmental Baseline Survey και συνεχίζει τη συστηματική δειγματοληψία του θαλάσσιου περιβάλλοντος στο Βορειοδυτικό Ιόνιο, με ειδικό ερευνητικό σκάφος να «σαρώνει» τον πυθμένα προκειμένου να καταγραφεί με υψηλή ακρίβεια η υφιστάμενη κατάσταση του οικοσυστήματος. Η συγκεκριμένη μελέτη λειτουργεί ως «φωτογραφία αναφοράς», αποτυπώνοντας κρίσιμα δεδομένα για την ποιότητα των υδάτων, τη σύσταση των ιζημάτων, τη θαλάσσια βιοποικιλότητα αλλά και τυχόν ανθρωπογενείς επιβαρύνσεις, και αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία θα στηριχθεί η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για τη γεώτρηση.
Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία για την υποβολή και έγκριση της ΜΠΕ, η οποία σύμφωνα με τον υφιστάμενο σχεδιασμό αναμένεται να κατατεθεί στις αρχές του καλοκαιριού του 2026, με στόχο η αξιολόγηση να έχει ολοκληρωθεί έως το φθινόπωρο ή, το αργότερο, μέχρι το τέλος του έτους. Αν και η νομοθεσία προβλέπει τυπικά έναν κύκλο έγκρισης περίπου τριών έως τεσσάρων μηνών, η εμπειρία των προηγούμενων ετών δείχνει ότι η διαδικασία μπορεί να παραταθεί, γεγονός που καθιστά την έγκαιρη ολοκλήρωση της ΜΠΕ έναν από τους βασικούς παράγοντες ρίσκου για το συνολικό χρονοδιάγραμμα.
Καθοριστικό ρόλο για τη μετάβαση στην επόμενη φάση διαδραματίζει και η εξασφάλιση του γεωτρύπανου, με τις τελικές υπογραφές μεταξύ της Energean και της Stena Drilling να αναμένονται εντός Απριλίου. Η συμφωνία αφορά τη μίσθωση του γεωτρύπανου Stena DrillMAX, το οποίο έχει επιλεγεί για την εκτέλεση της πρώτης γεώτρησης στο μπλοκ 2. Στόχος είναι η γεώτρηση να πραγματοποιηθεί εντός χρονικού ορίζοντα μικρότερου των δώδεκα μηνών από την οριστικοποίηση των σχετικών διαδικασιών.
Το ίδιο το γεωτρύπανο, το Stena DrillMAX, αποτελεί μία από τις πλέον προηγμένες μονάδες υπεράκτιων γεωτρήσεων διεθνώς. Πρόκειται για πλοίο 6ης γενιάς, κατασκευασμένο από τη Samsung Heavy Industries και διαχειριζόμενο από τη Stena Drilling, με δυνατότητα επιχειρήσεων σε βάθη νερού έως 3.000 μέτρα και γεωτρήσεων που υπερβαίνουν τα 10 χιλιόμετρα κάτω από τον πυθμένα. Το σύστημα δυναμικής πλοήγησης DP3 επιτρέπει τη διατήρηση απόλυτης σταθερότητας χωρίς αγκυροβόληση, ακόμη και σε δύσκολες καιρικές συνθήκες, στοιχείο κρίσιμο για την ασφάλεια και την ακρίβεια των εργασιών.
Σε τεχνικό επίπεδο, η γεώτρηση στο μπλοκ 2 εκτιμάται ότι θα πραγματοποιηθεί σε θαλάσσιο βάθος περίπου 850 μέτρων, με τη διάτρηση να φτάνει σε συνολικό βάθος έως και 5 χιλιομέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, ενώ η διάρκεια της επιχείρησης υπολογίζεται σε 60 έως 70 ημέρες. Στόχος είναι η διερεύνηση του σχηματισμού «Ασωπός 1», ενός ανθρακικού ταμιευτήρα που εντοπίστηκε μέσω τρισδιάστατης σεισμικής έρευνας το 2022 και ο οποίος εκτιμάται ότι μπορεί να φιλοξενεί σημαντικά αποθέματα φυσικού αερίου, της τάξης των 200 δισ. κυβικών μέτρων.
Υδρογονάνθρακες: Καθοριστική «καμπή» η περίοδος 2026 – 2027
Πέρα από το άμεσο ορόσημο της πρώτης γεώτρησης στο Βορειοδυτικό Ιόνιο, ο Αριστοφάνης Στεφάτος από το βήμα του ίδιου συνεδρίου περιέγραψε με σαφήνεια τη «δεύτερη γραμμή» του ελληνικού προγράμματος. Όπως εξήγησε, το 2026 αναμένεται να αποτελέσει έτος εντατικής προετοιμασίας, με στόχο την έναρξη σεισμικών ερευνών σε περιοχές όπως η Νότια Πελοπόννησος και η Νότια Κρήτη, σε ένα χρονοδιάγραμμα που ο ίδιος χαρακτήρισε «ασυνήθιστα απαιτητικό». Η υλοποίηση αυτού του σχεδιασμού, όπως υπογράμμισε, προϋποθέτει σημαντική επιτάχυνση των αδειοδοτικών διαδικασιών, οι οποίες όμως θα πρέπει να τηρηθούν απαρέγκλιτα, χωρίς εκπτώσεις, ενώ παράλληλα απαιτείται η άμεση προκήρυξη και ολοκλήρωση των σχετικών διαγωνισμών για την ανάθεση των ερευνών.
Σε τεχνικό επίπεδο, ο επικεφαλής της ΕΔΕΥΕΠ έδωσε σαφή εικόνα για το είδος των εργασιών που σχεδιάζονται, διαχωρίζοντας τα δισδιάστατα σεισμικά δεδομένα που θα καλύψουν εκτεταμένες θαλάσσιες περιοχές από τις τρισδιάστατες καταγραφές που θα πραγματοποιηθούν σε επιλεγμένα blocks, όπως το Α2. Η διάκριση αυτή δεν είναι τυπική, αλλά ουσιαστική: τα 2D δεδομένα λειτουργούν ως πρώτη ευρεία γεωφυσική χαρτογράφηση, ενώ τα 3D παρέχουν υψηλής ανάλυσης απεικόνιση της γεωλογικής δομής, επιτρέποντας την εξαγωγή πιο ασφαλών και συγκρίσιμων συμπερασμάτων ως προς τη βιωσιμότητα μιας γεώτρησης. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, τα δεδομένα αυτά οδηγούν σε «συγκρίσιμες αποφάσεις για γεώτρηση», υποδηλώνοντας ότι το πρόγραμμα εισέρχεται σε φάση όπου οι επενδυτικές επιλογές θα βασίζονται σε ώριμα και τεχνικά τεκμηριωμένα στοιχεία.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στα blocks που εμφανίζουν ήδη αυξημένο βαθμό ωριμότητας. Ο κ. Στεφάτος ξεχώρισε το block 10 και τη Νοτιοδυτική Κρήτη ως περιοχές «εξαιρετικού ενδιαφέροντος», οι οποίες, όπως σημείωσε, βρίσκονται σε τροχιά λήψης τελικής επενδυτικής απόφασης για γεώτρηση. Υπενθυμίζεται ότι οι τρισδιάστατες (3D) θαλάσσιες γεωφυσικές καταγραφές, έκτασης 2.400 τ. χλμ. στο «block 10», πραγματοποιήθηκαν την περίοδο Δεκέμβριος 2022-Ιανουάριος 2023 από την εταιρεία PGS (Petroleum-Geoservices) με πλήθος εταιρειών να έχουν εξετάσει τα δεδομένα, χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής να έχει αποφασίσει κάποιος να τα αγοράσει και να συμπράξει επί του πεδίου με τη HELLENiQ ENERGY. Το εν λόγω οικόπεδο βρίσκεται βόρεια του «Α2», με το τελευταίο να αποτελεί μία από τις τέσσερις παραχωρήσεις που πέρασαν στα χέρια της κοινοπραξίας Chevron-HELLENiQ ENERGY για έρευνα και ανάπτυξη, μαζί με τα οικόπεδα «Νότια της Πελοποννήσου», «Νότια της Κρήτης 1» και «Νότια της Κρήτης 2».
Ο Κυπαρισσιακός βρίσκεται στα χέρια της HELLENiQ ENERGY, με την ελληνική εταιρεία να έχει ήδη ολοκληρώσει τις τρισδιάστατες σεισμικές έρευνες από τον Ιανουάριο του 2023, χωρίς ωστόσο να έχει προχωρήσει στο επόμενο βήμα, που είναι η πραγματοποίηση ερευνητικής γεώτρησης, για να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή μη πετρελαϊκού συστήματος και δη αξιοποιήσιμου, ώστε να ακολουθήσει το στάδιο της εξόρυξης και της εμπορικής εκμετάλλευσης.
Σε ό,τι αφορά το συνολικό χρονοδιάγραμμα, ο κ. Στεφάτος κατέστησε σαφές ότι το 2027 αποτελεί το έτος-ορόσημο για τη λήψη των κρίσιμων επενδυτικών αποφάσεων που θα καθορίσουν την επόμενη φάση του προγράμματος. Από τη στιγμή που θα ληφθεί μια τέτοια απόφαση, απαιτείται ένας κύκλος περίπου δύο ετών για την υλοποίηση: ένας χρόνος για τον τεχνικό σχεδιασμό, τις προμήθειες και την οργάνωση των εργασιών και ένας επιπλέον για την εκτέλεση της γεώτρησης και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Με τον τρόπο αυτό, η περίοδος 2026–2027 αναδεικνύεται ως η καθοριστική καμπή κατά την οποία θα κριθεί αν το ελληνικό πρόγραμμα θα περάσει από τη φάση των ερευνών σε αυτή των γεωτρήσεων και, εν συνεχεία, της παραγωγής.
Η ικανοποίηση των διεθνών ομίλων
Η εξέλιξη του προγράμματος ακολουθεί μια λογική «αλυσίδας», με το Ιόνιο να αποτελεί την πρώτη δοκιμασία, τη Νότια Κρήτη το επόμενο στάδιο και τα νοτιοδυτικά του νησιού να συγκεντρώνουν τους μεγαλύτερους, αλλά και πιο απαιτητικούς στόχους. Η προσέγγιση αυτή συνδέεται άμεσα με το υψηλό κόστος και τον επενδυτικό κίνδυνο των γεωτρήσεων, που εκτιμάται ότι κυμαίνεται μεταξύ 80 και 100 εκατ. ευρώ ανά έργο, καθιστώντας αναγκαία την προσεκτική επιλογή των επόμενων κινήσεων και την αξιοποίηση των δεδομένων που προκύπτουν από κάθε φάση ερευνών. Στο πλαίσιο αυτό, οι σεισμικές καταγραφές και τα αποτελέσματα των πρώτων γεωτρήσεων λειτουργούν ως κρίσιμοι «κόμβοι απόφασης», οι οποίοι θα καθορίσουν τόσο τη χρονική αλληλουχία όσο και τη γεωγραφική επέκταση του προγράμματος. Στις επαφές της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΝ με τις Chevron και ExxonMobil, σύμφωνα με τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου, καταγράφηκε σαφής ικανοποίηση των διεθνών ενεργειακών ομίλων για την ταχύτητα με την οποία κινείται η ελληνική πλευρά στην προώθηση του προγράμματος υδρογονανθράκων.
Το εθνικό πρόγραμμα έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών ξένων ομίλων. Η ελληνική πλευρά επιχειρεί να αξιοποιήσει τη δυναμική που έχει δημιουργηθεί, εξετάζοντας το ενδεχόμενο επαναδραστηριοποίησης θαλάσσιων περιοχών που σε προηγούμενους γύρους παραχωρήσεων δεν είχαν προχωρήσει ή είχαν επιστραφεί στο Δημόσιο. Όπως ανέδειξε ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΔΕΥΕΠ Αριστοφάνης Στεφάτος, το αυξημένο ενδιαφέρον που καταγράφεται σήμερα για την Ελλάδα, σε συνδυασμό με την παρουσία μεγάλων παικτών, δημιουργεί περιθώριο να επανεξεταστούν οι λεγόμενες «εγκαταλελειμμένες» περιοχές, οι οποίες, αν και δεν είχαν ωριμάσει υπό τις προηγούμενες συνθήκες, ενδέχεται πλέον να καταστούν ελκυστικές. Στο πλαίσιο αυτό, βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη επαφές με εξειδικευμένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ωρίμανση περιοχών, με στόχο την αναβάθμιση των τεχνικών δεδομένων και τη διεύρυνση της επενδυτικής βάσης, ώστε πέρα από τους μεγάλους ομίλους να δημιουργηθούν προϋποθέσεις συμμετοχής και για εταιρείες μεσαίας κεφαλαιοποίησης.
«Έχουμε πλέον τραβήξει την προσοχή της αγοράς και υπάρχουν περιοχές που επανεξετάζουμε, διαδικασία που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη», ανέφερε ο επικεφαλής της ΕΔΕΥΕΠ, προσθέτοντας ότι «στο Κάιρο πραγματοποιήσαμε συναντήσεις με εξειδικευμένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ωρίμανση περιοχών, με στόχο να τις καταστήσουμε πιο ελκυστικές επενδυτικά».
Διαβάστε ακόμη
