Τρία σενάρια «τιμολογεί» ήδη η ενεργειακή αγορά για την επόμενη ημέρα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, με το φυσικό αέριο να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας νέας φάσης έντονης μεταβλητότητας. Από τη συγκρατημένη αποκλιμάκωση έως το ακραίο σοκ προσφοράς, οι αναλυτές επιχειρούν να χαρτογραφήσουν την επόμενη κίνηση των τιμών σε ένα περιβάλλον όπου η γεωπολιτική αβεβαιότητα μετατρέπεται σε βασικό οδηγό της αγοράς. Το μόνο δεδομένο, όπως παραδέχονται traders και θεσμικοί παράγοντες, είναι ότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την έκβαση της σύγκρουσης, αλλά όλοι προεξοφλούν ήδη το πληθωριστικό ντόμινο που αυτή πυροδοτεί.

Παράγοντες της αγοράς περιγράφουν έναν μηχανισμό «αλυσιδωτής μετάδοσης» των ανατιμήσεων, με το πετρέλαιο να λειτουργεί ως προπομπός για το φυσικό αέριο. Όπως επισημαίνεται, σε περίπτωση εκτίναξης της τιμής του αργού, ακόμη και έως 100% σε ένα ακραίο σενάριο η άνοδος θα περάσει με χρονική υστέρηση και στο φυσικό αέριο, διαμορφώνοντας ένα νέο, υψηλότερο επίπεδο ισορροπίας στην αγορά.

Τα σενάρια

Στο πρώτο, μετριοπαθές σενάριο, η σύγκρουση οδηγείται σχετικά σύντομα σε αποκλιμάκωση, χωρίς να προκληθούν μη αναστρέψιμες ζημιές στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής. Οι πιο αισιόδοξοι της αγοράς τοποθετούν σε αυτή την εκδοχή τις τιμές του φυσικού αερίου σε ένα υψηλό αλλά διαχειρίσιμο εύρος, κοντά στα 50–60 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Πρόκειται για ένα επίπεδο που ενσωματώνει το γεωπολιτικό ρίσκο, χωρίς όμως να σηματοδοτεί κρίση εφοδιασμού. Ακόμη και σε αυτό το σενάριο, οι επιπτώσεις δεν εξαφανίζονται άμεσα. Η αποκατάσταση των ροών από τον Περσικό Κόλπο και η πλήρης επαναφορά της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ απαιτούν χρόνο, ενώ οι ζημιές σε υποδομές περιορίζουν την προσφορά για μήνες.

Στο δεύτερο, δυσμενές σενάριο, η αγορά «βλέπει» μια παρατεταμένη ένταση χωρίς πλήρη κλιμάκωση, αλλά με διαρκείς διαταραχές. Εδώ εντάσσεται και η εκτίμηση ότι κάθε «παράθυρο ηρεμίας» μπορεί να ανατρέπεται βίαια από πολιτικές δηλώσεις ή στρατιωτικές κινήσεις, όπως συνέβη με τις πρόσφατες απειλές του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, που λειτούργησαν ως καταλύτης για νέα άνοδο στις αγορές. Σε αυτή τη συνθήκη, οι τιμές του φυσικού αερίου κινούνται αισθητά υψηλότερα, στην περιοχή των 80–90 ευρώ, αντανακλώντας τη συνεχή αβεβαιότητα και τον φόβο διακοπών στην εφοδιαστική αλυσίδα. Παράλληλα, οι διεθνείς οίκοι προειδοποιούν για σημαντικές πιέσεις και στο πετρέλαιο. Η Citi εκτιμά ότι το Brent μπορεί να φτάσει βραχυπρόθεσμα τα 120 δολάρια, πριν αποκλιμακωθεί προς τα 70–80 δολάρια έως το 2026, ενώ σε περίπτωση επιδείνωσης δεν αποκλείει ακόμη και τα 150 δολάρια, επίπεδα που παραπέμπουν στο ιστορικό υψηλό του 2008. Αντίστοιχα, η Goldman Sachs βλέπει αυξημένη πιθανότητα νέων ρεκόρ τιμών εφόσον συνεχιστούν οι περιορισμοί στη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ.

Το τρίτο και πιο ακραίο σενάριο αφορά μια εκτεταμένη διαταραχή στην προσφορά με σοβαρές καταστροφές σε ενεργειακές υποδομές και ουσιαστικό περιορισμό της διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ. Σε αυτή την περίπτωση, η κρίση αποκτά χαρακτηριστικά ενεργειακού σοκ με μακρά διάρκεια. Η European Central Bank έχει ήδη επεξεργαστεί παρόμοιες παραδοχές, εξετάζοντας σενάρια όπου οι διαταραχές διαρκούν έως το τέλος του 2026, με τις τιμές να εκτοξεύονται κοντά στα 119 δολάρια για το πετρέλαιο και στα 87 ευρώ για το φυσικό αέριο, ενώ η επιστροφή σε κανονικές συνθήκες μετατίθεται για το 2027. Στην πιο ακραία εκδοχή, οι ζημιές στις υποδομές απαιτούν χρόνια για να αποκατασταθούν, μετατρέποντας την κρίση σε δομική μεταβολή της αγοράς ενέργειας.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η ευαλωτότητα των εναλλακτικών διαδρομών. Η Saudi Arabia έχει ήδη ενεργοποιήσει πλήρως τον στρατηγικό αγωγό Ανατολής–Δύσης, ο οποίος λειτουργεί πλέον στο ανώτατο όριο της δυναμικότητάς του, μεταφέροντας έως και 7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως προς την Ερυθρά Θάλασσα και το λιμάνι της Γιανμπού.

Η υποδομή αυτή λειτουργεί ως κρίσιμη «βαλβίδα εκτόνωσης», επιτρέποντας την παράκαμψη των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία πριν την κρίση διέρχονταν περίπου 15 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Ωστόσο, πηγές της αγοράς επισημαίνουν ότι σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης, ακόμη και αυτή η εναλλακτική διαδρομή δεν θεωρείται ασφαλής. Το ενδεχόμενο στοχευμένων επιθέσεων σε στρατηγικές ενεργειακές υποδομές όπως ο συγκεκριμένος αγωγός ή οι εγκαταστάσεις φόρτωσης στη Γιανμπού, αποτελεί πλέον βασικό ρίσκο που ενσωματώνεται στις τιμές. Ένα τέτοιο πλήγμα θα περιόριζε δραστικά την ικανότητα εξαγωγών της Σαουδικής Αραβίας, αφαιρώντας από την αγορά ένα κρίσιμο «μαξιλάρι» προσφοράς και οδηγώντας τις τιμές σε ακόμη πιο ακραία επίπεδα.

Τι διαφέρει σε αυτή την κρίση

Την ίδια στιγμή, η ελληνική αγορά φυσικού αερίου διατηρεί προς το παρόν ισορροπία, όπως υπογράμμισε η Μαρία Σφερούτσα, επικεφαλής του ΔΕΣΦΑ. Όπως ανέφερε, η χώρα «δεν έχει δεχθεί ακόμη τα πυρά της κρίσης», περιγράφοντας ένα σύστημα με επάρκεια και λειτουργική ευελιξία, το οποίο όμως βρίσκεται σε καθεστώς αυξημένης επιφυλακής. Η στρατηγική του Διαχειριστή εστιάζει τόσο στη διασφάλιση της εσωτερικής επάρκειας όσο και στην ενίσχυση του εξαγωγικού ρόλου της Ελλάδας, που αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στο περιφερειακό ενεργειακό σύστημα.

Αυτό που διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία λέει η αγορά από προηγούμενες κρίσεις είναι ότι η ενέργεια δεν αποτελεί απλώς παράπλευρη απώλεια της γεωπολιτικής έντασης, αλλά βασικό στόχο. Το Ιράν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα έσοδα υδρογονανθράκων για τη σταθερότητα του κράτους, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να αποτρέψουν μια ανεξέλεγκτη άνοδο των τιμών που θα ενίσχυε τον πληθωρισμό και θα επιβάρυνε την παγκόσμια οικονομία. Η σύγκρουση, επομένως, μεταφέρεται και στο ενεργειακό πεδίο, με άμεσες επιπτώσεις στις αγορές.

Σε αυτό το διεθνές πλαίσιο, η ελληνική αγορά εμφανίζει μέχρι στιγμής αντοχές, χωρίς όμως να είναι απομονωμένη από τις εξελίξεις. Όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, οι τιμές των ορυκτών καυσίμων αναμένεται να παραμείνουν υψηλές για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, με το φυσικό αέριο να είναι το πιο ευαίσθητο καύσιμο. Ακόμη και σε περίπτωση αποκλιμάκωσης, η αποκατάσταση της προσφοράς από τις χώρες του Κόλπου δεν θα είναι άμεση, γεγονός που διατηρεί τις ανοδικές πιέσεις.

Σύμφωνα με τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο του ΑΔΜΗΕ, Μάνο Μανουσάκη, η επίδραση θα είναι εντονότερη στις spot αγορές φυσικού αερίου το επόμενο διάστημα. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα διαθέτει μια κρίσιμη ασπίδα προστασίας, καθώς δεν εξαρτάται άμεσα από προμήθειες του Κόλπου, ενώ διατηρεί ενεργούς διαδρόμους προμήθειας από τη Ρωσία και το Αζερμπαϊτζάν έως το 2027. Παράλληλα, το ενεργειακό μείγμα της χώρας έχει μεταβληθεί σημαντικά, με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να καλύπτουν περίπου το 55%, στοιχείο που περιορίζει την έκθεση στις διεθνείς διακυμάνσεις. Ιδιαίτερα η αυξημένη υδροηλεκτρική παραγωγή το τελευταίο διάστημα λειτουργεί ως πρόσθετο «μαξιλάρι» σταθερότητας.

Ωστόσο, οι κίνδυνοι παραμένουν. Για την περιοχή των Στενών του Ορμούζ, εκτιμάται ότι ακόμη και αν υπάρξει αποκλιμάκωση, θα απαιτηθούν τουλάχιστον έξι μήνες για την πλήρη εξομάλυνση των ροών, ενώ η αποκατάσταση βασικών υποδομών μπορεί να χρειαστεί τρία έως τέσσερα χρόνια. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται και από την ανάλυση της Aurora Energy Research, με τον Ευάγγελο Γαζή να τοποθετεί τις συνολικές επιπτώσεις του πολέμου έως και το 2030, υποδηλώνοντας ότι η κρίση δεν είναι συγκυριακή αλλά δυνητικά μακροχρόνια.

Πάντως, ολόκληρη η Ευρώπη καιροφυλακτεί πάνω από τις τιμές του φυσικού αερίου, καθώς τα επίπεδα αποθήκευσης κινούνται κάτω από το 28% τα χαμηλότερα των τελευταίων 15 ετών για την εποχή, γεγονός που περιορίζει δραστικά την ευελιξία του συστήματος. Με τις αποθήκες σε τόσο χαμηλή πληρότητα, η διαδικασία αναπλήρωσης ενόψει του χειμώνα καθίσταται πιο απαιτητική και κοστοβόρα, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού για LNG και γεωπολιτικής αστάθειας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε νέα διαταραχή στην προσφορά, είτε από τα Στενά του Ορμούζ είτε από ανακατεύθυνση φορτίων προς την Ασία – μεταφράζεται άμεσα σε πίεση τιμών, με την αγορά να λειτουργεί χωρίς επαρκές «μαξιλάρι» ασφαλείας.

Διαβάστε ακόμη