Από την ημέρα που εξελέγη ο Ντόναλντ Τραμπ για δεύτερη θητεία στον Λευκό Οίκο, προώθησε το σύνθημα «drill, baby, drill» σηματοδοτώντας τη στροφή της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής στις εξορύξεις με έμφαση σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Τώρα, η Ουάσιγκτον προσθέτει ένα ακόμα moto, υιοθετώντας το δόγμα: «mine, baby, mine». Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η εξασφάλιση κρίσιμων ορυκτών, όπως οι σπάνιες γαίες, που είναι απαραίτητες για την άμυνα, την τεχνολογία και την πράσινη μετάβαση.
Η κυβέρνηση Τραμπ προωθεί μια επιθετική στρατηγική επενδύσεων, διοχετεύοντας δισεκατομμύρια δολάρια σε εταιρείες που συχνά βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης. Στόχος είναι να περιοριστεί η εξάρτηση των ΗΠΑ από την Κίνα, η οποία κυριαρχεί στην παγκόσμια παραγωγή και επεξεργασία σπάνιων γαιών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η USA Rare Earth, η οποία αναμένεται να λάβει έως και 1,6 δισ. δολάρια, παρά το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη επιτύχει εμπορική παραγωγή. Η εταιρεία αναπτύσσει ένα ολοκληρωμένο μοντέλο «από το ορυχείο στον μαγνήτη», βασισμένο στο κοίτασμα Round Top στο Τέξας, με στόχο την έναρξη παραγωγής στα τέλη της δεκαετίας. Η προσέγγιση αυτή θυμίζει περισσότερο επενδυτικό κεφάλαιο υψηλού ρίσκου παρά παραδοσιακή βιομηχανική πολιτική. Το κράτος χρηματοδοτεί πολλαπλά εγχειρήματα, γνωρίζοντας ότι κάποια ενδέχεται να αποτύχουν, αλλά ελπίζοντας ότι όσα επιτύχουν θα δημιουργήσουν μια ανθεκτική εγχώρια αλυσίδα εφοδιασμού.
Επενδύσεις στο Κονγκό
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η απόφαση του Λευκού Οίκο να στηρίξει μία μικρή άγνωστη εταιρεία, η οποία είναι διατεθειμένη να προχωρήσει σε μία επένδυση αυξημένου ρίσκου στο Κονγκό. Όπως αποκάλυψε η Wall Street Journal, η Virtus Minerals, μία εταιρεία μόλις 8 ατόμων εξαγόρασε έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς κοβαλτίου στον κόσμο εκτός κινεζικού ελέγχου. Η Virtus ολοκλήρωσε την εξαγορά της εταιρείας Chemaf έναντι 30 εκατομμυρίων δολαρίων και τη δέσμευση να συγκεντρώσει περίπου 720 εκατομμύρια δολάρια σε επενδύσεις. Η κίνηση αυτή θεωρήθηκε από αναλυτές της αγοράς ως νίκη του Τραμπ απέναντι στο Πεκίνο, καθώς η Chemaf είχε μπει στο μάτι και των Κινέζων. Τον Ιούνιο του 2024, η Chemaf συμφώνησε να πουληθεί στην Norin Mining, θυγατρική της κινεζικής κρατικής αμυντικής εταιρείας Norinco, για 920 εκατομμύρια δολάρια. Η συμφωνία με τη Norin ναυάγησε πέρυσι επειδή δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει τις απαραίτητες εγκρίσεις από τους Κονγκολέζους. Λίγο αργότερα, η Virtus εμφανίστηκε στο προσκήνιο, διατυμπανίζοντας την υποστήριξή της από την κυβέρνηση των ΗΠΑ.
Τα περιουσιακά στοιχεία της Chemaf είναι ικανά να παράγουν περίπου το 5% του παγκόσμιου κοβαλτίου, ενός μετάλλου που χρησιμοποιείται σε μαχητικά αεροσκάφη, κινητά τηλέφωνα και μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων. Η Virtus αναφέρει ότι σχεδιάζει να πουλήσει όλη τη μελλοντική παραγωγή σε Αμερικανούς ή «συμμαχικούς με τις ΗΠΑ» αγοραστές.
Παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Μπάιντεν
Η εύρεση μιας αμερικανικής εταιρείας για την αγορά της Chemaf αποδείχθηκε ένα μνημειώδες έργο. Η κυβέρνηση Μπάιντεν προσπάθησε επανειλημμένα να προσελκύσει αμερικανικές εταιρείες στην οικογενειακή επιχείρηση παραγωγής χαλκού και κοβαλτίου. Ωστόσο, οι αμερικανικές εταιρείες ήταν διστακτικές λόγω των εξαιρετικά επικίνδυνων συνθηκών στο Κονγκό.
Ο ιδρυτής της Chemaf, Shiraz Virji, γιος ενός εμπόρου μπαχαρικών από τη Ζανζιβάρη, κάποτε προσέλαβε δεκάδες Gurkhas, Νεπαλέζους στρατιώτες με φήμη για την αγριότητά τους, για να φυλάνε ένα από τα ορυχεία της εταιρείας από εισβολές άτυπων ανθρακωρύχων. Μέχρι το 2018, παιδιά εργάζονταν στο Mutoshi μαζί με ενήλικες, σύμφωνα με τον τότε γενικό διευθυντή του ορυχείου και τους ντόπιους ανθρακωρύχους.
Στήριξη από την Ουάσιγκτον
Παρά τις αντιξοότητες αυτές, οι ΗΠΑ βρήκαν την εταιρεία που θα μπορούσε να στηρίξει τις προσπάθειες δραστηριοποίησης στα κρίσιμα ορυκτά του Κονγκό. Η Virtus επικεντρώνεται σε επενδύσεις που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια. Η εταιρεία ιδρύθηκε το 2022 από τον Phil Braun, πρώην μέλος των «Πράσινων Μπερέ» με εμπειρία στην αλυσίδα εφοδιασμού και την εφοδιαστική, και από τον Andrew Powch, έναν απόφοιτο της Ναυτικής Ακαδημίας των ΗΠΑ και της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Χάρβαρντ, ο οποίος έχει εργαστεί σε ιδιωτικά κεφάλαια και στην McKinsey.
Σύμφωνα με την WSJ, η Virtus, σε συνεργασία με την Lloyds Metals and Energy , μια ινδική εταιρεία εξόρυξης που θα είναι ο λειτουργικός εταίρος της Virtus, συνεισφέρει αρχικά 200 εκατομμύρια δολάρια στη συμφωνία Chemaf, με άλλα 475 εκατομμύρια δολάρια σε χρηματοδότηση να προέρχονται από την επενδυτική εταιρεία Orion Resource Partners με έδρα τη Νέα Υόρκη και 75 εκατομμύρια δολάρια σε άλλη χρηματοδότηση.
Το πολύτιμο κοβάλτιο
Το κοβάλτιο, βασικό συστατικό για μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων, κινητά τηλέφωνα και προηγμένα στρατιωτικά συστήματα, έχει αναδειχθεί σε ένα από τα πιο στρατηγικά σημαντικά ορυκτά του 21ου αιώνα. Με σχεδόν το 75% της παγκόσμιας παραγωγής να προέρχεται από το Κονγκό, ο έλεγχος της παραγωγής του έχει τεράστια οικονομική και γεωπολιτική σημασία.
Ανταγωνισμός με την Κίνα
Για περισσότερο από μία δεκαετία, κινεζικές εταιρείες έχουν επενδύσει δισεκατομμύρια στον εξορυκτικό τομέα του Κονγκό, αποδεχόμενες συχνά υψηλότερους κινδύνους από τους δυτικούς ανταγωνιστές τους. Η στρατηγική αυτή έχει χαρίσει στο Πεκίνο κυρίαρχη θέση στην παγκόσμια αγορά κοβαλτίου.
Μια ευρύτερη στρατηγική
Η συμφωνία εντάσσεται σε μια ευρύτερη αμερικανική προσπάθεια εξασφάλισης κρίσιμων πρώτων υλών. Στη Βραζιλία, οι ΗΠΑ εξασφάλισαν μία συμφωνία μισού δισεκατομμυρίου δολαρίων για να διασφαλίσουν ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις θα έχουν πρόσβαση στα μέταλλα που χρειάζονται σε βιομηχανίες, από την τεχνολογία έως την άμυνα.
Ο Κόνορ Κόλμαν, επικεφαλής επενδύσεων στην US International Development Finance Corporation (DFC), δήλωσε ότι οι ΗΠΑ είχαν το δικαίωμα στις σπάνιες γαίες που παρήγαγε η Serra Verde βάσει των όρων ενός δανείου 565 εκατομμυρίων δολαρίων που χορήγησε στην εταιρεία εξόρυξης πέρυσι. Οι όροι του δανείου δεν ήταν προηγουμένως γνωστοί. Η συμφωνία «περιλάμβανε ελέγχους στις αγορές που διασφαλίζουν ότι [τα μέταλλα] θα πηγαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε συμμαχικά με τις ΗΠΑ μέρη», δήλωσε χαρακτηριστικά στους FT. Το δικαίωμα επιρροής στο πού πωλούνταν τα μέταλλα ήταν «σε σχέση με τη χρηματοδότησή μας».
Επενδυτικός πόλος έλξης
Το ορυχείο Pela Ema της Serra Verde στη Βραζιλία έχει προσελκύσει αυξανόμενο ενδιαφέρον από κυβερνήσεις και αγοραστές των μετάλλων παγκοσμίως, ως ένας από τους μοναδικούς παραγωγούς των λεγόμενων βαρέων σπάνιων γαιών εκτός Κίνας. Τα υλικά χρησιμοποιούνται στους μόνιμους μαγνήτες που βρίσκονται σε μία πληθώρα εφαρμογών, από αυτοκίνητα μέχρι οπλικά συστήματα, και οι ΗΠΑ ανησυχούν ολοένα και περισσότερο για το σπάσιμο του ασφυκτικού ελέγχου της Κίνας στην παραγωγή τους.
Με τα δεύτερα μεγαλύτερα κοιτάσματα σπάνιων γαιών στον κόσμο αλλά ελάχιστη παραγωγή, η Βραζιλία βρίσκεται στο επίκεντρο μιας παγκόσμιας βιασύνης για τα πολυπόθητα ορυκτά. Η κυβέρνηση Τραμπ επιθυμεί να αποκτήσει περαιτέρω πρόσβαση στα αποθέματα και έχει υποβάλει προτάσεις για συνεργασία στην Μπραζίλια. Οι σπάνιες γαίες της νοτιοαμερικανικής χώρας έχουν επίσης προσελκύσει το ενδιαφέρον της ΕΕ, της Ινδίας και της Κίνας. Η Serra Verde είναι ο μόνος λειτουργικός παραγωγός σπάνιων γαιών της Βραζιλίας. Τουλάχιστον έξι άλλα έργα βρίσκονται σε εξέλιξη, αλλά η έλλειψη χρηματοδότησης αποτελεί εμπόδιο.
Διαβάστε ακόμη
