Η πυρηνική ενέργεια, ίσως η πιο αμφιλεγόμενη αλλά και στρατηγικά κρίσιμη μορφή παραγωγής ηλεκτρισμού, επιστρέφει δυναμικά στο διεθνές ενεργειακό προσκήνιο. Σε μια περίοδο όπου η ενεργειακή ασφάλεια, η απανθρακοποίηση και η εκρηκτική αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας επανακαθορίζουν τις παγκόσμιες ενεργειακές ισορροπίες, οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (Small Modular Reactors – SMR) εμφανίζονται ως η τεχνολογία που θα μπορούσε να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στην πυρηνική εποχή.

Πρόκειται για μια τεχνολογική εξέλιξη που υπόσχεται μικρότερες εγκαταστάσεις, ταχύτερη κατασκευή και μεγαλύτερη ευελιξία σε σχέση με τους παραδοσιακούς πυρηνικούς σταθμούς, αλλά ταυτόχρονα συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις. Το υψηλό αρχικό κόστος, η ανάγκη για ισχυρό ρυθμιστικό πλαίσιο, η διαχείριση των πυρηνικών αποβλήτων και η κοινωνική αποδοχή παραμένουν κρίσιμα ζητήματα, τα οποία κάθε χώρα καλείται να αντιμετωπίσει πριν προχωρήσει σε μια τέτοια επιλογή.
Σύμφωνα με τη μελέτη του Deon Policy Institute,με τίτλο «Πυρηνική Αναγέννηση – Μια μοναδική ευκαιρία αναβάθμισης της Ελλάδας» το οικονομικό αποτύπωμα των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων παραμένει σημαντικό, αν και αισθητά χαμηλότερο από εκείνο των μεγάλων πυρηνικών σταθμών. Για έναν SMR ισχύος περίπου 300 MW, το συνολικό επενδυτικό κόστος εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει έως και τα 1,9 δισ. δολάρια, ενώ σε ορισμένα τεχνολογικά σχέδια μπορεί να ξεκινά ακόμη και από περίπου 300 εκατ. δολάρια, ανάλογα με την τεχνολογία και το στάδιο ωρίμανσης του έργου.

Αντίθετα, οι μεγάλοι πυρηνικοί αντιδραστήρες ισχύος άνω του 1 GW απαιτούν συνήθως επενδύσεις που συχνά υπερβαίνουν τα 10 δισ. δολάρια, ενώ σε αρκετά έργα διεθνώς το κόστος έχει φτάσει ακόμη και τα 12–15 δισ. δολάρια. Η σημαντική αυτή διαφορά εξηγεί γιατί οι SMR θεωρούνται μια πιο «ευέλικτη» επιλογή, καθώς επιτρέπουν τη σταδιακή ανάπτυξη ισχύος και τη διαχείριση του επενδυτικού ρίσκου σε σχέση με τους μεγάλους πυρηνικούς σταθμούς.

Η κινητικότητα στην αγορά είναι έντονη. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά μέχρι την Πολωνία, τη Ρουμανία, την Τουρκία και την Κίνα, κυβερνήσεις και ενεργειακοί όμιλοι επενδύουν δισεκατομμύρια για να αποκτήσουν προβάδισμα σε μια αγορά που εκτιμάται ότι θα αγγίξει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια τις επόμενες δεκαετίες. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) εκτιμά ότι μέχρι το 2050 περισσότερα από 1.000 SMRs θα τεθούν σε λειτουργία, με συνολική ισχύ 120 GW. Οι επενδύσεις σε αυτή την τεχνολογία θα μπορούσαν να φτάσουν σε 670 δισ. δολ. έως το ίδιο έτος.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα φαίνεται για πρώτη φορά να εξετάζει σοβαρά την είσοδό της στο «πυρηνικό κλαμπ». Η δήλωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη από το Παρίσι, ότι η χώρα θα εξετάσει την ανάπτυξη μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων, σηματοδοτεί την έναρξη ενός διαλόγου που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε ταμπού, ενώ ανοίγει τον κύκλο των διεργασιών με πρώτο βήμα τη σύσταση διυπουργικής επιτροπής που θα επιφορτιστεί με την μελέτη του πράγματος με σκοπό να καταλήξει σε συστάσεις για να υπάρξουν και οι σχετικές αποφάσεις.

Η παγκόσμια αναγέννηση της πυρηνικής ενέργειας

Σήμερα η πυρηνική ενέργεια επανέρχεται ως μια από τις ελάχιστες διαθέσιμες λύσεις που μπορούν να προσφέρουν μεγάλες ποσότητες σταθερής ηλεκτρικής ισχύος με σχεδόν μηδενικές εκπομπές άνθρακα. Σε αντίθεση με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίες εξαρτώνται από τις καιρικές συνθήκες, οι πυρηνικοί σταθμοί μπορούν να λειτουργούν αδιάλειπτα και να καλύπτουν το λεγόμενο «φορτίο βάσης» των ηλεκτρικών συστημάτων. Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό είναι που καθιστά την πυρηνική ενέργεια ελκυστική σε μια εποχή όπου οι οικονομίες ηλεκτροδοτούνται ολοένα και περισσότερο.

Σύμφωνα με τη μελέτη του Deon Policy Institute, η αλλαγή αυτή οφείλεται κυρίως σε τρεις μεγάλες τάσεις που διαμορφώνουν το ενεργειακό τοπίο. Πρώτον, η ανάγκη για γρήγορη απανθρακοποίηση των ενεργειακών συστημάτων ωθεί τις κυβερνήσεις να αναζητήσουν αξιόπιστες πηγές χαμηλών εκπομπών. Δεύτερον, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η αστάθεια στις αγορές καυσίμων έχουν καταστήσει την ενεργειακή ασφάλεια κεντρικό ζήτημα στρατηγικής σημασίας. Και τρίτον, η αυξανόμενη ηλεκτροδότηση της οικονομίας, από τη βαριά βιομηχανία μέχρι τα data centers και την τεχνητή νοημοσύνη, δημιουργεί μια διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση για σταθερή και προβλέψιμη ηλεκτρική ισχύ. Όπως επισημαίνεται και στη μελέτη για την «πυρηνική αναγέννηση», η συνύπαρξη αυτών των παραγόντων επαναφέρει την πυρηνική ενέργεια στο επίκεντρο της διεθνούς ενεργειακής στρατηγικής.

Τα projects που ανοίγουν τον δρόμο

Η Ευρώπη εξελίσσεται σε ένα από τα βασικά πεδία ανάπτυξης της νέας πυρηνικής τεχνολογίας. Πριν από λίγες ημέρες, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen, ανακοίνωσε χρηματοδοτικό πακέτο ύψους 200 εκατ. ευρώ για την προώθηση επενδύσεων σε μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες. Η Κομισιόν αντιμετωπίζει πλέον την τεχνολογία ως πιθανό πυλώνα του μελλοντικού ενεργειακού συστήματος της ΕΕ, με την ίδια να χαρακτηρίζει «στρατηγικό σφάλμα» τον περιορισμό της πυρηνικής ενέργειας στο παρελθόν. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, η ανάπτυξη των SMR θα μπορούσε έως το 2050 να μειώσει την κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έως και κατά 60 δισ. κυβικά μέτρα.

Στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η κινητικότητα είναι ήδη έντονη και τα έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη ή σχεδιασμό αποτυπώνουν την κλίμακα της νέας πυρηνικής επένδυσης. Η Τουρκία κατασκευάζει τον πρώτο πυρηνικό σταθμό της χώρας στο Akkuyu, όπου θα εγκατασταθούν τέσσερις αντιδραστήρες ισχύος 1.200 MW ο καθένας. Το έργο θα προσθέσει συνολικά περίπου 4.800 MW στο ηλεκτρικό σύστημα της χώρας και υλοποιείται από τη ρωσική Rosatom.

Η Ρουμανία βρίσκεται στην πρωτοπορία της ανάπτυξης SMR στην Ευρώπη. Η χώρα σχεδιάζει την εγκατάσταση έξι μικρών αντιδραστήρων της NuScale στο Doicești, ισχύος 77 MW ο καθένας, με συνολική εγκατεστημένη ισχύ 462 MW. Το έργο αυτό θεωρείται ένα από τα πιο ώριμα SMR projects στην Ευρώπη και θα εγκατασταθεί σε χώρο παλαιού λιγνιτικού σταθμού, αποτελώντας παράδειγμα μετάβασης από τον άνθρακα σε πυρηνική ενέργεια χαμηλών εκπομπών.

Η Βουλγαρία εξετάζει την ανάπτυξη μικρού αρθρωτού αντιδραστήρα περίπου 300 MW, στο πλαίσιο της επέκτασης του πυρηνικού της προγράμματος, ενώ η Πολωνία, η Τσεχία και η Σλοβακία προωθούν επίσης σχέδια για την αξιοποίηση SMR ως μέσο αντικατάστασης παλαιών θερμικών μονάδων και ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας. Αντίστοιχα, και η Αίγυπτος προχωρά στην κατασκευή του πυρηνικού σταθμού El Dabaa, επίσης με τέσσερις αντιδραστήρες των 1.200 MW, συνολικής ισχύος περίπου 4.800 MW, σε ένα από τα μεγαλύτερα ενεργειακά έργα που βρίσκονται σήμερα σε εξέλιξη στη Μεσόγειο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, η Κίνα εμφανίζει τη μεγαλύτερη συνολική πυρηνική δυναμική, περίπου 143 GW, εάν συνυπολογιστούν οι μονάδες που λειτουργούν, κατασκευάζονται ή σχεδιάζονται. Ακολουθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες με περίπου 102 GW και η Γαλλία με περίπου 73 GW, ενώ σημαντική παρουσία διατηρούν επίσης η Ρωσία με περίπου 55 GW, η Ινδία με 53 GW και η Ιαπωνία με 36 GW. Στην επόμενη κατηγορία βρίσκονται η Νότια Κορέα με περίπου 31 GW, η Ουκρανία με 26 GW και ο Καναδάς με 19 GW, ενώ η Τουρκία, η οποία κατασκευάζει σήμερα τον πρώτο της πυρηνικό σταθμό στο Akkuyu, εμφανίζεται με συνολική δυναμική περίπου 14 GW εάν συνυπολογιστούν τα έργα που βρίσκονται υπό ανάπτυξη.

Γιατί SMR

Η μελέτη του Deon Policy Institute επισημαίνει ότι οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες αποτελούν μια τεχνολογία που επιχειρεί να αντιμετωπίσει τα βασικά προβλήματα των παραδοσιακών πυρηνικών σταθμών, δηλαδή το υψηλό κόστος, τους μεγάλους χρόνους κατασκευής και το αυξημένο επενδυτικό ρίσκο. Σε αντίθεση με τους μεγάλους αντιδραστήρες, οι SMR σχεδιάζονται ώστε να κατασκευάζονται σε εργοστάσια και να συναρμολογούνται στο σημείο εγκατάστασης, γεγονός που μπορεί να περιορίσει τις καθυστερήσεις και να μειώσει το κόστος υλοποίησης.

Παράλληλα, ενσωματώνουν παθητικά συστήματα ασφάλειας που επιτρέπουν την αυτόματη ψύξη του αντιδραστήρα χωρίς εξωτερική παρέμβαση, ενώ μπορούν να αξιοποιηθούν όχι μόνο για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και για την παροχή θερμικής ενέργειας σε βιομηχανικές διεργασίες, για την παραγωγή υδρογόνου μέσω ηλεκτρόλυσης ή για την τροφοδοσία μονάδων αφαλάτωσης θαλασσινού νερού. Η δυνατότητα αυτή διευρύνει σημαντικά τις εφαρμογές της τεχνολογίας, επιτρέποντας την αξιοποίησή της σε ενεργοβόρες βιομηχανίες, ενεργειακά νησιά ή απομονωμένα συστήματα ηλεκτροδότησης, κάτι που θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό για χώρες με μικρότερο ή γεωγραφικά κατακερματισμένο ενεργειακό σύστημα, όπως η Ελλάδα.

Η ευκαιρία της Ελλάδας

Η συζήτηση για τους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες ανοίγει για την Ελλάδα ένα ευρύτερο «παράθυρο ευκαιρίας» που δεν περιορίζεται μόνο στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά επεκτείνεται και στη συμμετοχή της χώρας στη νέα διεθνή εφοδιαστική αλυσίδα των πυρηνικών τεχνολογιών. Όπως επισημαίνεται και στη μελέτη του Deon Policy Institute, η ανάπτυξη των SMR δημιουργεί μια νέα βιομηχανική αγορά στην οποία μπορούν να συμμετάσχουν χώρες που δεν διαθέτουν απαραίτητα πυρηνικούς σταθμούς, αλλά έχουν ισχυρή βιομηχανική βάση. Σε αυτό το πλαίσιο, αρχίζει να συζητείται πιο ανοιχτά το ενδεχόμενο ενός «made in Greece» αποτυπώματος στον τομέα των SMR, μέσω της συμμετοχής ελληνικών επιχειρήσεων στην παραγωγή εξαρτημάτων, υποδομών, υλικών ή τεχνικών υπηρεσιών που θα ενταχθούν στην ευρωπαϊκή και διεθνή αλυσίδα αξίας. Ενεργειακοί όμιλοι, βιομηχανίες υλικών, τσιμεντοβιομηχανίες και ναυπηγεία εμφανίζονται ήδη να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, αναγνωρίζοντας ότι η πυρηνική αναγέννηση που βρίσκεται σε εξέλιξη διεθνώς μπορεί να δημιουργήσει μια νέα αγορά υψηλής τεχνολογίας για τις επόμενες δεκαετίες.

Ωστόσο, όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς, η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη στην αρχή μιας μακράς διαδρομής. Για να μπορέσει η χώρα να εξετάσει ουσιαστικά την ανάπτυξη μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων θα πρέπει πρώτα να διαμορφωθεί ένα σαφές πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο αποδοχής, καθώς πρόκειται για επενδύσεις με μεγάλο χρονικό ορίζοντα και αυξημένη ευαισθησία για τις τοπικές κοινωνίες. Παράλληλα, η πυρηνική ενέργεια θα πρέπει να ενταχθεί στον μακροπρόθεσμο ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας και στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, ώστε να αποσαφηνιστεί ο πιθανός ρόλος της στο μελλοντικό ενεργειακό μείγμα. Εξίσου κρίσιμη θεωρείται η ενίσχυση του ρυθμιστικού και θεσμικού πλαισίου εποπτείας, με αναβάθμιση των αρμόδιων αρχών και των διαδικασιών αδειοδότησης, καθώς και η διαμόρφωση βιώσιμων χρηματοδοτικών μοντέλων που θα επιτρέψουν την υλοποίηση τέτοιων έργων, είτε μέσω κρατικής συμμετοχής είτε μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων αγοράς ενέργειας. Τέλος, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί και η ανάπτυξη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και τεχνογνωσίας, από μηχανικούς και επιστήμονες έως ρυθμιστικούς φορείς και τεχνικό προσωπικό, που θα μπορούν να υποστηρίξουν ένα σύγχρονο πυρηνικό πρόγραμμα.

Διαβάστε ακόμη