Δημήτρης Κατσαγάνης, Ιωάννα Κωσταδήμα

Η σκιά μιας νέας ενεργειακής κρίσης αρχίζει να απλώνεται και πάλι πάνω από την ευρωπαϊκή οικονομία, αφού η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή επαναφέρει στο προσκήνιο τους φόβους για ένα νέο κύμα ενεργειακής αστάθειας και πληθωριστικών πιέσεων. Οι αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου αντιδρούν ήδη έντονα νευρικά σε κάθε εξέλιξη στην περιοχή. Και καθώς σημάδια γρήγορης αποκλιμάκωσης δεν διαφαίνονται στον ορίζοντα, οι αναλυτές προειδοποιούσαν ότι η τιμή του «μαύρου χρυσού» μπορεί να ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, κάτι που συνέβη ήδη καθώς με το άνοιγμα των ασιατικών αγορών τόσο το μπρεντ όσο και το αμερικανικό αργό ξεπέρασαν αυτή την “κόκκινη γραμμή”, με άνοδο πάνω από 20% σε σχέση με το κλείσιμο της Παρασκευής. Παράλληλα, εντείνονται οι φόβοι για νέο άλμα και στις τιμές του φυσικού αερίου, οι οποίες ήδη την πρώτη εβδομάδα της σύρραξης κατέγραψαν άνοδο που ξεπερνά το 60%.

Την ίδια ώρα, η σχεδόν πλήρης διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ αρχίζει να επηρεάζει την παγκόσμια προσφορά ενέργειας. Οι χώρες του Κόλπου περιορίζουν την παραγωγή τους, καθώς δεν μπορούν να διοχετεύσουν τα φορτία τους στις διεθνείς αγορές, ενώ οι αποθηκευτικοί χώροι στις εγκαταστάσεις της περιοχής γεμίζουν, αναγκάζοντας πετρελαιοπαραγωγές χώρες να μειώσουν την παραγωγή. Ακόμη και αν οι συγκρούσεις λήξουν εντός περίπου 20 ημερών, η «επανεκκίνηση» και η στροφή στην κανονικότητα δεν θα είναι άμεση και μπορεί να απαιτήσει εβδομάδες ή και μήνες, αναφέρει το Reuters. Η άνοδος των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου αρχίζει ήδη να περνά στην πραγματική οικονομία, αναζωπυρώνοντας τους φόβους για ένα νέο πληθωριστικό σπιράλ. Όσο το κόστος της ενέργειας αυξάνεται, συμπαρασύρει τις μεταφορές, τη βιομηχανική παραγωγή και τις υπηρεσίες, μεταφέροντας την πίεση σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη προσπαθεί ακόμη να αφήσει πίσω της το σοκ της ενεργειακής κρίσης των προηγούμενων ετών.

Αντιμέτωπες με αυτή την ολοένα και πιο πιεστική πραγματικότητα, οι κυβερνήσεις σε Ελλάδα και Ευρώπη αναζητούν «μέτρα ασφαλείας» για να περιορίσουν τις επιπτώσεις μιας σύρραξης, η διάρκεια της οποίας παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη και τα σενάρια για αποκλιμάκωση απομακρύνονται. Το θέμα αναμένεται να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον στη συνεδρίαση του Eurogroup σήμερα, Δευτέρα 9 Μαρτίου, όπου οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης θα κληθούν να αποτιμήσουν τις εξελίξεις στις ενεργειακές αγορές και τις συνέπειες για την οικονομία της Ευρώπης.

Όπως δήλωσε χθες, Κυριακή 8 Μαρτίου, σε συνέντευξή του στο «Πρώτο Θέμα», ο πρόεδρος του Eurogroup και Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης «σε συνθήκες αστάθειας, το καθοριστικό μέγεθος είναι πάντα ο χρόνος. Αν πρόκειται για μια πρόσκαιρη αναταραχή, οι αγορές και οι οικονομίες έχουν την ικανότητα να απορροφήσουν τους κραδασμούς. Αν όμως η κρίση αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια, τότε θα απαιτηθούν πιο αποφασιστικές και συντονισμένες ευρωπαϊκές παρεμβάσεις».

Τα μέτρα που βρίσκονται στο τραπέζι με βάση τα σενάρια για την κρίση

Όσον αφορά το ενδεχόμενο έκτακτων μέτρων στήριξης απέναντι στην ενεργειακή κρίση (σ.σ.fuel pass, power pass και επιταγή ακρίβειας), ο κ. Πιερρακάκης επισήμανε πως: «Αν κρατήσει η κρίση σε διάρκεια, θα εξετάσουμε το ενδεχόμενο αξιοποίησης των εργαλείων που διαθέτουμε».

Στελέχη της οδού Νίκης αναφέρουν στο powergame.gr ότι, εφόσον σημειωθεί μια σχετικά μικρή, για παράδειγμα της τάξης της μίας ποσοστιαίας μονάδας, ανοδική αναθεώρηση της εκτίμησης του πληθωρισμού για φέτος λόγω της ενεργειακής κρίσης, αυτό όχι μόνο δεν θα διαταράξει τη δημοσιονομική ισορροπία, αλλά ενδεχομένως να ενισχύσει τα φορολογικά έσοδα, μαζί με το ονομαστικό ΑΕΠ. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα μπορούσε να δημιουργηθεί επιπλέον δημοσιονομικός χώρος ύψους περίπου 800 εκατ. ευρώ, ο οποίος, εφόσον δοθεί η σχετική έγκριση από την Κομισιόν, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την παροχή ενός πακέτου στήριξης, ιδίως προς τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.

Τα σενάρια

Μιλώντας την περασμένη Παρασκευή, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννης Στουρνάρας σε εκδήλωση της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδας στο πλαίσιο της 119ης συνέλευσης της ανέφερε πως αν λόγω της κρίσης της κρίσης η διεθνής τιμή του πετρελαίου και παραμείνει για ένα χρόνο στα 78 δολάρια, η επίπτωση στον πληθωρισμό θα είναι συν 0,27% και στην οικονομική ανάπτυξη μείον 0,06%. Αν πάει στα 88 δολάρια και μείνει σε αυτό το επίπεδο (δηλαδή στα 88 δολάρια το βαρέλι) για ένα χρόνο, οι επιπτώσεις θα είναι διπλάσιες από τις προαναφερθείσες. Αυτό σημαίνει πως σε αυτή την περίπτωση, ο πληθωρισμός θα «τσιμπήσει» κατά 0,54% και η ανάπτυξη θα χάσει 0,12%. Αν κρατήσει η ενεργειακή κρίση (όπως προβλέπουν οι πιο πολλοί αναλυτές) ένα μήνα και μετά οι τιμές επανέλθουν στα 68 δολάρια, οι επιπτώσεις θα είναι το 1/12 του παραπάνω σενάριο. Στην δική του τοποθέτηση, στην ίδια εκδήλωση, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, διαβεβαίωσε πως η κυβέρνηση θα κάνει «ό,τι απαιτείται» για να «περιοριστούν οι επιπτώσεις της κρίσης». Ο ίδιος ανέφερε πως ο προϋπολογισμός του 2026 έχει συμπεριλάβει ακόμα και σενάριο που προβλέπει διεθνείς τιμές πετρελαίου ύψους 100 ευρώ.

H μεγάλη εικόνα

Οι υπουργοί Οικονομικών της Eυρωζώνης που συνεδριάζουν σήμερα στις Βρυξέλλες θα επιχειρήσουν μια πρώτη αποτίμηση των οικονομικών επιπτώσεων που μπορεί να προκαλέσει η κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Οι συζητήσεις θα συνεχιστούν την Τρίτη στο Συμβούλιο Ecofin, όπου θα εξεταστούν ευρύτερα οι δημοσιονομικές προκλήσεις που δημιουργεί το νέο γεωπολιτικό περιβάλλον. Η έντονη μεταβλητότητα στις αγορές ενέργειας έχουν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν το κλίμα των συζητήσεων. Πολλές κυβερνήσεις φοβούνται ότι μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να ανατρέψει βασικές προβλέψεις των κρατικών προϋπολογισμών, ιδίως αν οι ενεργειακές τιμές διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο διάστημα.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ενεργειακό κόστος αναμένεται να αναδειχθεί σε βασικό θέμα της συζήτησης. Οι υπουργοί Οικονομικών θα εξετάσουν τις επιπτώσεις των αυξημένων τιμών ενέργειας στον πληθωρισμό, την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και την πορεία της ανάπτυξης στην ευρωζώνη, ενώ παράλληλα θα επιχειρήσουν να διαμορφώσουν μια κοινή ευρωπαϊκή γραμμή ενόψει της συνόδου κορυφής της 19ης Μαρτίου. Στο παρασκήνιο των συζητήσεων βρίσκεται ήδη ένα προσχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο οποίο αναφέρεται το Reuters, που εξετάζει πιθανά βραχυπρόθεσμα μέτρα για την αντιμετώπιση του υψηλού ενεργειακού κόστους. Μεταξύ των επιλογών που συζητούνται περιλαμβάνονται παρεμβάσεις σε ενεργειακούς φόρους, χρεώσεις δικτύου και στο κόστος άνθρακα, με στόχο να δοθεί άμεση ανακούφιση στις ενεργοβόρες βιομηχανίες της Ευρώπης που πιέζονται από τον διεθνή ανταγωνισμό.

Οι Βρυξέλλες αναζητούν ουσιαστικά «γρήγορες λύσεις», καθώς αναγνωρίζουν ότι οι βαθύτερες μεταρρυθμίσεις στην αγορά ενέργειας χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν. Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζονται και μεταβατικές παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως «γέφυρα» για τα επόμενα δύο έως πέντε χρόνια, μέχρι η ενεργειακή μετάβαση και η αύξηση της παραγωγής από καθαρές πηγές να αρχίσουν να μειώνουν πιο ουσιαστικά το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.

Διαταραχές στις ενεργειακές ροές

Πράγματι, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει ήδη αρχίσει να προκαλεί σοβαρές αναταράξεις στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά, το οποίο δημιουργεί ένα ντόμινο πιέσεων, με τις επιπτώσεις να εκτιμάται ότι θα διαρκέσουν εβδομάδες ή ακόμη και μήνες ακόμη και αν υπάρξει γρήγορη αποκλιμάκωση. Όπως επισημαίνουν αναλυτές της JP Morgan, η αγορά περνά πλέον από τη φάση της αποτίμησης καθαρού γεωπολιτικού κινδύνου σε πραγματικές λειτουργικές διαταραχές, καθώς το κλείσιμο διυλιστηρίων, οι περιορισμοί στις εξαγωγές και τα προβλήματα στη ναυσιπλοΐα αρχίζουν να επηρεάζουν την επεξεργασία αργού πετρελαίου και τις ροές εφοδιασμού.

Η συρραξη έχει ήδη οδηγήσει στην αναστολή περίπου του 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ οι διεθνείς τιμές πετρελαίου έχουν αυξηθεί περισσότερο από 25% από την έναρξη του πολέμου. Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και LNG. Η σχεδόν πλήρης διακοπή της ναυσιπλοΐας έχει ήδη αναγκάσει μεγάλους παραγωγούς του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ιράκ και το Κουβέιτ, να αναστείλουν αποστολές έως και 140 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε 1,4 ημέρες της παγκόσμιας ζήτησης.

Καθώς τα φορτία δεν μπορούν να διοχετευθούν στις διεθνείς αγορές, οι αποθηκευτικοί χώροι στον Περσικό Κόλπο γεμίζουν γρήγορα, αναγκάζοντας παραγωγούς να περιορίζουν την άντληση πετρελαίου. Ταυτόχρονα, οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές επιτείνουν την αβεβαιότητα. Το Κατάρ, που καλύπτει περίπου το 20% της παγκόσμιας αγοράς LNG, ανακοίνωσε force majeure σε μεγάλες ποσότητες εξαγωγών μετά από επιθέσεις με drones, ενώ η μεγάλη εγκατάσταση διύλισης και εξαγωγών Ras Tanura της Saudi Aramco έχει επίσης τεθεί εκτός λειτουργίας.

Ακόμη και σε περίπτωση άμεσης αποκλιμάκωσης, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η επιστροφή στην κανονικότητα δεν θα είναι γρήγορη. Η επανεκκίνηση πετρελαϊκών πεδίων και ενεργειακών εγκαταστάσεων που έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας μπορεί να απαιτήσει εβδομάδες ή και μήνες, ανάλογα με την έκταση των ζημιών και τη διαδικασία επανεκκίνησης των πεδίων.

Η αναταραχή στις ενεργειακές ροές έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει την παγκόσμια οικονομία. Στην Ασία, που προμηθεύεται περίπου το 60% του αργού πετρελαίου της από τη Μέση Ανατολή, διυλιστήρια έχουν περιορίσει τη λειτουργία τους λόγω προβλημάτων εφοδιασμού, ενώ ορισμένες χώρες έχουν αναστείλει εξαγωγές καυσίμων για να προστατεύσουν την εγχώρια αγορά. Παράλληλα, η κρίση ενδέχεται να ωθήσει πολλές χώρες να ενισχύσουν τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, αυξάνοντας περαιτέρω τη ζήτηση και διατηρώντας τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.

Για την Ευρώπη, η κατάσταση δημιουργεί διπλή πίεση. Μετά τη δραστική μείωση των ρωσικών ροών φυσικού αερίου το 2022, η Ευρώπη βασίζεται πλέον σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές LNG. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα χρειαστεί περίπου 180 επιπλέον φορτία LNG σε σχέση με πέρυσι για να γεμίσει τις αποθήκες φυσικού αερίου πριν από τον επόμενο χειμώνα.

Ο εφιάλτης των υψηλών τιμών

To θετικό σενάριο είναι πως η Ελλάδα, όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, μπορούν για την ώρα να είναι ήρεμες, για την ασφάλεια του εφοδιασμού, αφού είναι εξασφαλισμένο ένα σημαντικό ενεργειακό απόθεμα. Η ανησυχία εστιάζει στο φυσικό αέριο και στην επόμενη φάση της αγοράς: την αναπλήρωση των ευρωπαϊκών αποθηκών ενόψει του χειμώνα. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Reuters, τα επίπεδα πλήρωσης των ευρωπαϊκών αποθηκών βρίσκονται σήμερα κάτω από το 31%, έναντι περίπου 40% την ίδια περίοδο πέρυσι. Η Ευρώπη αναμένεται να ολοκληρώσει τη χειμερινή περίοδο με αποθέματα μόλις 22%–27%, σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας που διαμορφώνεται γύρω στο 41%. Για να επανέλθουν σε ασφαλή επίπεδα πριν από τον επόμενο χειμώνα, οι ευρωπαϊκές χώρες θα χρειαστεί να εισαγάγουν περίπου 700 φορτία LNG, που αντιστοιχούν σε περίπου 67 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου.

Ωστόσο, το βασικό «καμπανάκι» χτυπά ήδη για την πορεία των τιμών. Η Ελλάδα έχει ήδη δει τις πρώτες αυξήσεις στα καύσιμα, καθώς μέσα σε μία εβδομάδα η απλή αμόλυβδη αυξήθηκε κατά περίπου 9 λεπτά το λίτρο, το πετρέλαιο κίνησης κατά 22,5 λεπτά και το πετρέλαιο θέρμανσης σχεδόν κατά 20 λεπτά. Ωστόσο, η συγκυρία εμφανίζεται προς το παρόν σχετικά ευνοϊκή για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Παρά το γεγονός ότι μια παρατεταμένη άνοδος των διεθνών τιμών φυσικού αερίου θα μπορούσε να επηρεάσει σταδιακά τα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας των επόμενων μηνών, καθώς εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό καύσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή, η Ελλάδα εισέρχεται αυτή την περίοδο σε φάση χαμηλότερης ζήτησης. Την ίδια ώρα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας λειτουργούν με υψηλή απόδοση, ενώ τα υδροηλεκτρικά παραμένουν σε αυξημένα επίπεδα παραγωγής χάρη στα ενισχυμένα αποθέματα νερού. Σήμερα μάλιστα, η ισχυρή συμμετοχή των ΑΠΕ και των υδροηλεκτρικών στο ενεργειακό μείγμα περιορίζει τη συμμετοχή του φυσικού αερίου περίπου στο 18%, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να κατατάσσεται στην τρίτη φθηνότερη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη χονδρεμπορική τιμή να διαμορφώνεται γύρω στα 83 ευρώ/MWh.

Διαβάστε ακόμη