Λαλέλα Χρυσανθοπούλου & Ιωάννα Κωσταδήμα

Η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε νέα φάση επικίνδυνης κλιμάκωσης και μαζί της αναζωπυρώνεται ο πυρήνας της παγκόσμιας ενεργειακής ανησυχίας. Οι εξελίξεις στο πεδίο δεν αποτιμώνται μόνο με στρατιωτικούς όρους, αλλά πρωτίστως με ενεργειακούς: κάθε πύραυλος, κάθε απειλή για κρίσιμες υποδομές, κάθε σενάριο διακοπής ροών μεταφράζεται αυτομάτως σε αυξημένη μεταβλητότητα για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Οι διεθνείς αγορές κινούνται ήδη σε «πολεμικό τέμπο», με τις τιμές να ενσωματώνουν το λεγόμενο risk premium και τους traders να προεξοφλούν ακόμη και τα πιο ακραία ενδεχόμενα.

Για την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι διττό: αφενός η ασφάλεια εφοδιασμού, αφετέρου η αντοχή των τιμών σε μια περίοδο που η οικονομία και τα νοικοκυριά παραμένουν ευάλωτα σε νέες ανατιμήσεις. Πηγές της αγοράς διαβεβαιώνουν στο energygame.gr ότι, σε αυτή τη φάση, η τροφοδοσία της χώρας είναι διασφαλισμένη, χάρη στη διαφοροποίηση πηγών και υποδομών. Ωστόσο, η πορεία των διεθνών τιμών παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη, καθώς εξαρτάται από τη διάρκεια και το εύρος της σύγκρουσης.

Υπό αυτό το πρίσμα, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις. Χθες το απόγευμα πραγματοποιήθηκε σύσκεψη υπό τον υπουργό Σταύρο Παπασταύρου, με τη συμμετοχή του υφυπουργού Νίκου Τσάφου, εκπροσώπων της ΡΑΑΕΥ, των διοικήσεων της Motor Oil και της HelleniQ Energy, καθώς και εταιρειών εμπορίας φυσικού αερίου. Στόχος, ήταν η αποτίμηση των δεδομένων και η προετοιμασία για κάθε ενδεχόμενο σε ένα περιβάλλον όπου η ενέργεια μετατρέπεται ξανά σε βασικό γεωπολιτικό όπλο.

Η εγχώρια αγορά «κοιτάζει» με ψυχραιμία τις εξελίξεις, με πηγές του κλάδου να διαβεβαιώνουν ότι η χώρα παραμένει θωρακισμένη ως προς την ασφάλεια εφοδιασμού, «παρότι η πορεία των διεθνών τιμών δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα». Οι πετρελαϊκοί όμιλοι Motor Oil και Helleniq Energy επιβεβαιώνουν ότι τα διαθέσιμα αποθέματα υπερβαίνουν τις 90 ημέρες, επίπεδο που υπερκαλύπτει τις θεσμικές υποχρεώσεις.

Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και η ευνοϊκή συγκυρία, λένε πηγές. Η αγορά εισέρχεται σε μια περίοδο χαμηλής ζήτησης μετά από ένα δίμηνο πολύ χαμηλών χονδρεμπορικών τιμών που αποτυπώθηκαν και στα τιμολόγια του Μαρτίου, ο χειμώνας τελειώνει, ενώ η αυξανόμενη διάρκεια της ημέρας ενισχύει τη συμμετοχή των φωτοβολταϊκών στο ενεργειακό μείγμα. Την ίδια στιγμή, οι ταμιευτήρες παραμένουν σε υψηλά επίπεδα λόγω των πρόσφατων βροχοπτώσεων, ενισχύοντας τις υδροηλεκτρικές εφεδρείες του συστήματος. Σε συνδυασμό με τη μειωμένη εποχική ζήτηση και την αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ, διαμορφώνεται ένα πρόσθετο «μαξιλάρι» σταθερότητας, που περιορίζει τον κίνδυνο άμεσων επιπτώσεων στην επάρκεια, ακόμη κι αν η διεθνής μεταβλητότητα στις τιμές επιμείνει, διευκρινίζουν πηγές. Επίσης, τα futures στην Ελλάδα κινούνται γύρω στα 72,96 ευρώ/MWh, αντανακλώντας περισσότερο το «αφήγημα» των πολλών νερών και της ισχυρής παραγωγής από ΑΠΕ παρά τον πανευρωπαϊκό φόβο για το φυσικό αέριο.

Πάντως, στην ελληνική αγορά, τα περισσότερα «καμπανάκια» αυτή τη στιγμή χτυπούν στο φυσικό αέριο, όχι όσον αφορά την επάρκεια αλλά διότι η ραγδαία άνοδος των ευρωπαϊκών τιμών συνδέεται όχι μόνο με τη γεωπολιτική κλιμάκωση, αλλά και με τα χαμηλά επίπεδα πληρότητας στις αποθήκες της Ε.Ε., τροφοδοτώντας την προσδοκία ότι τα κράτη θα κινηθούν επιθετικά για την αναπλήρωσή τους και ενδεχομένως θα πυροδοτήσουν ένα νέο ράλι.

Η νευρικότητα στην αγορά φυσικού αερίου

Αναλυτές που μιλούν στο energygame.gr τονίζουν ότι το φυσικό αέριο είναι ο λόγος που τα δεδομένα αλλάζουν. «Το επίκεντρο της κρίσης μετατοπίζεται καθαρά στο φυσικό αέριο, διαφοροποιώντας ουσιωδώς την εικόνα σε σχέση με προηγούμενες εντάσεις στη Μέση Ανατολή». Η αναστολή παραγωγής LNG στο Κατάρ, μετά τα πλήγματα στις εγκαταστάσεις Ras Laffan και Mesaieed, που αντιστοιχούν περίπου στο 20% της παγκόσμιας δυναμικότητας υγροποίησης περιόρισε απότομα τη διαθέσιμη προσφορά στη διεθνή αγορά.

Η εξέλιξη αυτή μεταφράστηκε άμεσα σε έντονη μεταβλητότητα. Τα ευρωπαϊκά συμβόλαια φυσικού αερίου στο TTF εκτινάχθηκαν, σημειώνοντας ενδοσυνεδριακά άνοδο σχεδόν 40% και υπερβαίνοντας τα 60 ευρώ/MWh, υψηλό από το 2023, πριν υποχωρήσουν και κλείσουν γύρω στα 53 ευρώ/MWh, περιορίζοντας την ημερήσια αύξηση στο 22,7%, μετά το +35% της προηγούμενης συνεδρίασης. Παρότι η Ευρώπη δεν εξαρτάται σε απόλυτους όρους από το Κατάρ, η αναστολή φορτώσεων προς την Ασία δημιουργεί έλλειμμα στην παγκόσμια αγορά LNG, εντείνει τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα φορτία και μεταφέρει το ρίσκο απευθείας στις ευρωπαϊκές τιμές.

Σύμφωνα με στοιχεία της ICIS (2025), η Ιταλία εμφανίζει τη μεγαλύτερη εξάρτηση από LNG Μέσης Ανατολής (32% των εισαγωγών LNG), ακολουθούμενη από την Πολωνία (25%) και το Βέλγιο (17%), ενώ μικρότερα ποσοστά καταγράφονται στη Βρετανία (6%) και στην Ισπανία (3%). Το μερίδιο του Κατάρ στις συνολικές ευρωπαϊκές εισαγωγές LNG έχει μειωθεί από 37% το 2017 σε περίπου 8% το 2025, ένδειξη διαφοροποίησης προμηθευτών, όχι όμως πλήρους απεξάρτησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κατάσταση των ευρωπαϊκών αποθηκών αποκτά κομβική σημασία. Τα συνολικά επίπεδα πλήρωσης βρίσκονται κάτω από το 31%, έναντι περίπου 40% την ίδια περίοδο πέρυσι, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια απορρόφησης νέων κραδασμών. Η Γερμανία, με αποθηκευτική ικανότητα άνω των 230 TWh, η Ιταλία με περίπου 190 TWh και η Γαλλία με πάνω από 130 TWh διαθέτουν τις μεγαλύτερες υποδομές, ενώ σημαντικές δυνατότητες καταγράφονται επίσης στην Ολλανδία (145 TWh), στην Αυστρία (περίπου 95 TWh) και στην Ουγγαρία (άνω των 65 TWh). Ωστόσο, ακόμη και χώρες με υψηλή θεωρητική χωρητικότητα ξεκινούν την περίοδο επαναπλήρωσης από χαμηλότερη βάση, ενώ κράτη-μέλη χωρίς ουσιαστική αποθηκευτική υποδομή εξαρτώνται πλήρως από διασυνοριακές ροές και τερματικούς σταθμούς LNG.

Εάν η διαταραχή στις παγκόσμιες ροές LNG παραταθεί, η πίεση δεν θα αποτυπωθεί μόνο στις τιμές, αλλά και στον ρυθμό πλήρωσης των ευρωπαϊκών αποθηκών τους επόμενους μήνες και εκεί θα κριθεί η πραγματική ανθεκτικότητα του συστήματος ενόψει του χειμώνα. Για αυτό τον λόγο συνεδριάζει σήμερα και η Ομάδα Συντονισμού Φυσικού Αερίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να αξιολογήσει τον αντίκτυπο της διευρυνόμενης σύρραξης στη Μέση Ανατολή. Στην ομάδα συμμετέχουν εκπρόσωποι των κυβερνήσεων των κρατών-μελών και έχει ως αποστολή την παρακολούθηση των επιπέδων αποθήκευσης, των ροών φυσικού αερίου και τον συντονισμό μέτρων σε περιόδους κρίσης. Ωστόσο, η Κομισιόν επιβεβαιώνει πως δεν τίθενται στο τραπέζι ζητήματα ασφάλειας εφοδιασμού για το προσεχές διάστημα.

Τσιμπάει και το ρεύμα

Η αναταραχή στο φυσικό αέριο μεταφέρθηκε άμεσα και στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Σύμφωνα με τη Montel, το ουγγρικό συμβόλαιο ρεύματος για τον Απρίλιο (δείκτης αναφοράς για την περιοχή) ενισχύθηκε σχεδόν κατά 50% μέσα σε μία εβδομάδα, διαμορφούμενο στα 114 ευρώ/MWh από 76,50 ευρώ/MWh την προηγούμενη Τρίτη. Το συμβόλαιο β’ τριμήνου κατέγραψε άνοδο άνω του 42% στα 109,75 ευρώ/MWh, ενώ το συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης, Cal 2027 ενισχύθηκε κατά περίπου 13%, στα 107,50 ευρώ/MWh.

Η ψύχραιμη αντίδραση στην αγορά πετρελαίου

Παρά τη στρατιωτική κλιμάκωση και τις ευθείες απειλές για τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, τα οποία έκλεισαν και επίσημα μετά την ανακοίνωση των Φρουρών της Επανάστασης, το Brent δεν εκτινάχθηκε άμεσα σε τριψήφια επίπεδα. Κινήθηκε προς τα 85 δολάρια το βαρέλι, σημαντική άνοδος σε σχέση με τα προ της κρίσης επίπεδα, αλλά σαφώς χαμηλότερη από τις προβλέψεις για άμεση εκτίναξη άνω των 100 δολαρίων. Το ρεπορτάζ επισημαίνει ότι η αγορά, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, τιμολογεί αυξημένο γεωπολιτικό ρίσκο, όχι όμως ένα παρατεταμένο σοκ προσφοράς.

Όπως σχολιάζουν πηγές στο energygame.gr, η αρχική αντίδραση της αγοράς πετρελαίου ήταν ηπιότερη από ό,τι θα ανέμενε κανείς με βάση τη γεωπολιτική ένταση, καθώς υπήρχε σχετική προετοιμασία: υψηλή ρευστότητα, διαθέσιμα στρατηγικά αποθέματα και προαναγγελθείσα μέτρια αύξηση παραγωγής από τον ΟΠΕΚ+ για τον Απρίλιο. Οι ΗΠΑ διατηρούν αποθέματα που μπορούν να διοχετευθούν στην αγορά, ενώ η Σαουδική Αραβία είχε ενισχύσει τις φορτώσεις της και διαθέτει τη δυνατότητα εκτροπής εξαγωγών μέσω του αγωγού Ανατολής–Δύσης προς την Ερυθρά Θάλασσα, περιορίζοντας την εξάρτηση από τα Στενά του Ορμούζ. Όλα αυτά λειτούργησαν ως προσωρινά «μαξιλάρια ασφαλείας».

Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι μέρος της αγοράς ενδέχεται να υποτιμά τον κίνδυνο διάρκειας, λειτουργώντας με «recency bias» και θεωρώντας ότι, όπως και στην περσινή 12ήμερη ανάφλεξη, δεν θα υπάρξει ουσιαστική διαταραχή ροών. Το Bloomberg, από την πλευρά του, επισημαίνει ότι η κρίση έχει ήδη υπερβεί τα όρια μιας περιφερειακής σύγκρουσης: το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, κομβικοί εξαγωγείς LNG και πετρελαίου, φέρονται να κινούνται παρασκηνιακά προς την Ουάσιγκτον, επιδιώκοντας σύντομη λήξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ο λόγος είναι σαφής: μια παρατεταμένη κρίση ή, ακόμη περισσότερο, μια διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ θα έθετε σε άμεσο κίνδυνο τις εξαγωγές τους, θα εκτόξευε τα ασφάλιστρα μεταφοράς και θα αποσταθεροποιούσε τις αγορές LNG, στις οποίες βασίζεται σε μεγάλο βαθμό η Ευρώπη και η Ασία.

Η «ευάλωτη» Κίνα

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει το Bloomberg και στη στάση της Κίνας. Ως βασικός εισαγωγέας ιρανικού αργού, το Πεκίνο έχει άμεσο οικονομικό συμφέρον να διατηρηθούν ανοιχτές οι θαλάσσιες οδοί και να αποφευχθεί γενικευμένη ενεργειακή αναταραχή. Η δημόσια έκκληση για άμεση παύση στρατιωτικών επιχειρήσεων και διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ ερμηνεύεται ως σαφές μήνυμα ότι το Πεκίνο δεν επιθυμεί κλιμάκωση που θα πλήξει τις ενεργειακές ροές και την παγκόσμια ανάπτυξη. Η Κίνα, ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου στον κόσμο, εισήγαγε πέρυσι το 13,4% του συνολικού πετρελαίου της διά θαλάσσης. Αυτό την καθιστά εξαιρετικά εκτεθειμένη σε οποιαδήποτε διακοπή της εφοδιαστικής ροής, ιδίως μετά τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, της πιο κομβικής διαδρομής πετρελαίου στον κόσμο. Μια παρατεταμένη διακοπή εξαγωγών προς την Ασία θα είχε παγκόσμιες επιπτώσεις, μεταφέροντας το ενεργειακό σοκ σε ολόκληρη την αγορά φυσικού αερίου.

Η αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν τοποθετεί τον Σι Τζινπίνγκ σε ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία, ενόψει της επικείμενης συνάντησής του με τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος αναμένεται να επισκεφθεί την Κίνα στα τέλη Μαρτίου, προσέρχεται στη διπλωματική αυτή επαφή έχοντας ήδη προχωρήσει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά χωρών που διατηρούν στενές ενεργειακές και πολιτικές σχέσεις με το Πεκίνο, γεγονός που επιβαρύνει το κλίμα πριν από τη σύνοδο κορυφής.

Το βάρος σύμφωνα με το Bloomberg δεν πέφτει τώρα μόνο στην άνοδο των τιμών, αλλά στον κίνδυνο να διαταραχθεί η ισορροπία προσφοράς–ζήτησης σε μια περίοδο όπου η παγκόσμια οικονομία παραμένει εύθραυστη. Με άλλα λόγια, το διακύβευμα δεν είναι απλώς πόσο θα ανέβει το πετρέλαιο, αλλά αν η σύγκρουση θα επηρεάσει στρατηγικά τις ροές και θα επιβάλει νέους όρους στη διεθνή ενεργειακή και γεωοικονομική αρχιτεκτονική, σημειώνει το Bloomberg. Η Wood Mackenzie επισημαίνει ότι το κρίσιμο για τις αγορές δεν είναι απλώς η ίδια η σύρραξη, αλλά η διάρκειά της, καθώς μια παρατεταμένη κλιμάκωση θα αύξανε σημαντικά τον κίνδυνο ευρύτερου ενεργειακού σοκ.

Διαβάστε ακόμη