Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν παγώνει την πυρηνική ενέργεια έως ότου ωριμάσουν οι πρώτοι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMRs), ούτε τη μεταθέτει σε ένα αόριστο τεχνολογικό μέλλον. Αντίθετα, όπως αποτυπώνεται στη νέα έκθεση του Joint Research Centre για την πυρηνική ενέργεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κομισιόν επανατοποθετεί τον ρόλο της τεχνολογίας στον πυρήνα του ευρωπαϊκού ενεργειακού και βιομηχανικού σχεδιασμού, αναγνωρίζοντάς την ως σταθερό πυλώνα χαμηλών εκπομπών, ασφάλειας εφοδιασμού και συστημικής σταθερότητας. «Η πυρηνική ενέργεια δεν αντιμετωπίζεται ως μεταβατική λύση μέχρι να έρθει κάτι καλύτερο, αλλά ως στοιχείο που πρέπει να διατηρηθεί, να ανανεωθεί και να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες της ενεργειακής μετάβασης», αναφέρουν πηγές της αγοράς στο energygame.gr.

Σε αυτό το πλαίσιο, η «επόμενη ημέρα» της πυρηνικής ενέργειας στην Ευρώπη δεν ορίζεται από μία μόνο τεχνολογία, αλλά από μια ευρύτερη ανασύνταξη στρατηγικής σε τρία παράλληλα μέτωπα. Πρώτον, η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει το χρόνιο πρόβλημα κόστους και καθυστερήσεων στα μεγάλα πυρηνικά έργα, μετατρέποντας την εμπειρία των τελευταίων ετών σε αυστηρότερο έλεγχο ωριμότητας, τυποποίησης και χρονοδιαγραμμάτων.

Δεύτερον, η έκθεση αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης και αναδιάρθρωσης της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας, από τον εξοπλισμό πυρηνικής ποιότητας έως το καύσιμο νέας γενιάς, με στόχο τη μείωση στρατηγικών εξαρτήσεων. Τρίτον, η πυρηνική πολιτική συνδέεται πλέον άμεσα με το ανθρώπινο κεφάλαιο και τη χρηματοδότηση: με ανάγκη για περίπου 250.000 νέους επιστήμονες και μηχανικούς και επενδύσεις άνω των 240 δισ. ευρώ έως το 2050, η πυρηνική ενέργεια παύει να αποτελεί τεχνικό υποκεφάλαιο της ενεργειακής μετάβασης και αναδεικνύεται σε κεντρικό ζήτημα βιομηχανικής πολιτικής, ανταγωνιστικότητας και στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η πυρηνική ενέργεια καλύπτει σήμερα περίπου το 23% της ηλεκτροπαραγωγής στην ΕΕ, με περισσότερους από 100 ενεργούς αντιδραστήρες. Υπό αυτές τις συνθήκες, το κρίσιμο ερώτημα για τις ευρωπαϊκές πολιτικές δεν είναι αν η πυρηνική ενέργεια «επιστρέφει», αλλά πώς αποφεύγεται η σταδιακή απομείωση του υφιστάμενου στόλου τις επόμενες δεκαετίες και πώς διασφαλίζεται η συνέχειά του έως και μετά το 2050. Η παράταση ζωής των υφιστάμενων μονάδων αναδεικνύεται σε κρίσιμη επιλογή, όχι μόνο επειδή είναι η πιο οικονομικά αποδοτική λύση χαμηλών εκπομπών, αλλά επειδή λειτουργεί ως αναγκαία γέφυρα: κρατάει ζωντανή την ισχύ βάσης του συστήματος, όσο ωριμάζουν οι επόμενες επενδυτικές αποφάσεις. Χωρίς αυτή τη γέφυρα, το κενό που δημιουργείται δεν καλύπτεται ούτε τεχνικά ούτε χρονικά.

Οι μεγάλοι πυρηνικοί αντιδραστήρες σημείο ισορροπίας του ευρωπαϊκού συστήματος

Ως εκ τούτου, η συζήτηση μετακινείται από το «αν» είναι ανάγκη να υπάρχει πυρηνική ενέργεια στο «πώς» θα είναι βιώσιμη. Η προτεραιότητα για την Ευρώπη δεν είναι να ανοίξει έναν νέο κύκλο πειραματισμών, αλλά να κερδίσει χρόνο και αξιοπιστία. Οι μεγάλοι πυρηνικοί αντιδραστήρες παραμένουν το πραγματικό σημείο ισορροπίας του ευρωπαϊκού συστήματος. Παρά τη συζήτηση γύρω από νέες τεχνολογίες, η ευρωπαϊκή στρατηγική δεν εγκαταλείπει την ισχύ βάσης μεγάλης κλίμακας, αλλά επιχειρεί να τη σταθεροποιήσει και να την ανανεώσει. Η παράταση ζωής των υφιστάμενων μονάδων και η προώθηση νέων έργων μεγάλης ισχύος συνδέονται άμεσα με την ανάγκη αξιόπιστης παραγωγής σε συστήματα με υψηλή διείσδυση ΑΠΕ, αλλά και με τη διατήρηση τεχνογνωσίας που είχε αρχίσει να φθίνει.

Το Flamanville-3 στη Γαλλία, που ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 2007 έχει φτάσει να ξεπερνά τα 20 χρόνια χωρίς να έχει ακόμη τεθεί σε λειτουργία, με το κόστος να έχει υπερτριπλασιαστεί. Αντίστοιχα, το Hinkley Point C στη Βρετανία, που αρχικά είχε προϋπολογισμό 16 δισ. λιρών, υπολογίζεται πλέον να ξεπεράσει τα 35 δισ., με την πρώτη μονάδα να μην αναμένεται πριν το 2030. Για μια χώρα που δεν έχει προηγούμενη εμπειρία, η διαχείριση ενός τέτοιου έργου είναι σχεδόν αδύνατη χωρίς εξωτερική εξάρτηση.

Το στοίχημα πλέον δεν είναι η τεχνολογική επιλογή, αλλά η ικανότητα της Ευρώπης να επανεκκινήσει μεγάλα πυρηνικά έργα με ελεγχόμενο κόστος, σαφή χρονοδιαγράμματα και ισχυρή βιομηχανική βάση, προϋποθέσεις που θα καθορίσουν αν οι μεγάλοι αντιδραστήρες θα παραμείνουν κεντρικός πυλώνας έως το 2050.

Μικροί Αρθρωτοί Αντιδραστήρες (SMR): Στρατηγικός «Άσσος» ή Παράγοντας Αβεβαιότητας;

Πάντως, η αγορά «φλερτάρει» με νέες τεχνολογίες και ως αποτέλεσμα αρχίζει να ανοίγει πέρα από τον στενό κύκλο των παραδοσιακών πυρηνικών παικτών. Η ανάγκη καλύτερου ελέγχου κόστους, μεγαλύτερης τυποποίησης και ανασυγκρότησης της βιομηχανικής βάσης δημιουργεί χώρο για νέες συμπράξεις, νέα επιχειρηματικά σχήματα και διαφορετικού τύπου συμμετοχές στην αλυσίδα αξίας.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι Μικροί Αρθρωτοί Αντιδραστήρες (SMRs) προβάλλουν ως εναλλακτική με διαφορετικό προφίλ ρίσκου, όχι όμως ως εύκολη λύση. Βασικό επιχείρημα είναι το χαμηλότερο αρχικό επενδυτικό κόστος σε σχέση με τις μεγάλες μονάδες. Σε απόλυτους αριθμούς, το κόστος κατασκευής ενός SMR εκτιμάται σήμερα ότι κυμαίνεται από περίπου 300 εκατ. έως 2 δισ. δολάρια ανά μονάδα, έναντι επενδύσεων που υπερβαίνουν τα 10 δισ. δολάρια για έναν μεγάλο πυρηνικό αντιδραστήρα.

Ωστόσο, αυτή η διαφορά δεν μεταφράζεται αυτόματα σε χαμηλότερο κόστος ηλεκτροπαραγωγής. Τα πρώτα έργα SMR εμφανίζουν ευρύ εύρος εκτιμήσεων για το σταθμισμένο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο στις αρχικές φάσεις ανάπτυξης τοποθετείται σε επίπεδα συγκρίσιμα ή και υψηλότερα των μεγάλων αντιδραστήρων, καθώς απουσιάζουν ακόμη οι οικονομίες κλίμακας και η επαναληψιμότητα που θα μπορούσε να μειώσει το κόστος ανά MWh. Με άλλα λόγια, οι SMRs είναι φθηνότεροι στο «εισιτήριο εισόδου», όχι κατ’ ανάγκη στο τελικό ενεργειακό αποτέλεσμα τουλάχιστον στα πρώτα τους βήματα.

Σύμφωνα με τη WNISR 2025, κανένα SMR δεν έχει ακόμη αποδείξει εμπορική βιωσιμότητα. Το πιο ώριμο έργο στις ΗΠΑ, το πιλοτικό πρόγραμμα NuScale στην Πολιτεία της Γιούτα, ακυρώθηκε στα τέλη του 2023, καθώς το κόστος ανά kWh είχε υπερδιπλασιαστεί μέσα σε λίγα χρόνια και το συνολικό κόστος κατασκευής ξεπέρασε τα 9 δισ. δολάρια για μόλις 462 MW ισχύος.

Τα 9 έργα

Η Ευρωπαϊκή Βιομηχανική Συμμαχία για τους Μικρούς Αρθρωτούς Αντιδραστήρες, που ξεκίνησε το 2024, έχει θέσει ως στόχο την ανάπτυξη των πρώτων εμπορικών έργων στις αρχές της δεκαετίας του 2030, επιλέγοντας εννέα σχέδια που καλύπτουν διαφορετικές τεχνολογικές προσεγγίσεις και τελικές χρήσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:

• το CityHeat, που επικεντρώνεται στην αστική τηλεθέρμανση μέσω αντιδραστήρων ελαφρού ύδατος χαμηλής πίεσης και θερμοκρασίας,

• το Nuward της EDF, ένας ολοκληρωμένος αντιδραστήρας PWR ισχύος περίπου 400 MWe με έμφαση στη συμπαραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας,

• το NuScale VOYGR, αμερικανικής προέλευσης τεχνολογία που προωθείται σε ευρωπαϊκό έδαφος με πιλοτική εφαρμογή στη Ρουμανία,

• το Project Quantum της Last Energy και στοχεύει κυρίως στην τροφοδοσία κέντρων δεδομένων,

• το Rolls-Royce SMR,

• το BWRX-300 της GE Hitachi, που δίνει έμφαση στην απλούστευση του σχεδιασμού και στη φυσική κυκλοφορία,

• το EAGLES (ALFRED) στη Ρουμανία

• το European LFR AS της newcleo, με στόχο την καύση πυρηνικών αποβλήτων και υψηλή απόδοση,

• και το Thorizon One,

Παρά τις υψηλές φιλοδοξίες και τον μεγάλο αριθμό σχεδίων, η πλειονότητα των έργων παραμένει σε στάδιο σχεδιασμού ή επίδειξης, με ορίζοντα τις πρώτες εμπορικές εφαρμογές στις αρχές της δεκαετίας του 2030. Οι προκλήσεις είναι σαφείς: κατακερματισμένα κανονιστικά πλαίσια, έλλειψη εμπειρίας αδειοδότησης νέων σχεδιασμών, περιορισμένη εφοδιαστική αλυσίδα πυρηνικής ποιότητας και αβεβαιότητα γύρω από την εξασφάλιση καυσίμου νέας γενιάς. Σε συνδυασμό με το χρηματοδοτικό μειονέκτημα της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ, οι SMRs συνιστούν σήμερα περισσότερο ένα στρατηγικό στοίχημα για τη δεκαετία του 2030 παρά μια άμεση λύση στα διαρθρωτικά προβλήματα κόστους και υλοποίησης της πυρηνικής ενέργειας.

Το στοίχημα για την Ελλάδα

Σε αυτό το περιβάλλον, όπου οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες αναζητούν ακόμη τον σταθερό τους βηματισμό μεταξύ φιλοδοξιών και εμπορικής ωρίμανσης, «η Ελλάδα καλείται πρωτίστως να κινηθεί με όρους προετοιμασίας και θεσμικής ωριμότητας, όχι βιασύνης. Οι βασικές προϋποθέσεις είναι σαφείς: συγκρότηση ενός ενιαίου εθνικού κέντρου συντονισμού που θα αναλάβει τον συνολικό πυρηνικό σχεδιασμό, θεσμική ένταξη της πυρηνικής ενέργειας, έστω σε επίπεδο σεναρίων, στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, ολοκλήρωση ενός αξιόπιστου πλαισίου διαχείρισης αποβλήτων με διεθνείς συνεργασίες και ενίσχυση της ρυθμιστικής ικανότητας και του ανθρώπινου δυναμικού», αναφέρουν άνθρωποι της αγοράς.

Σε μια αγορά SMRs που διεθνώς βρίσκεται ακόμη στη φάση των πρώτων έργων επίδειξης, η Ελλάδα δεν χρειάζεται να «τρέξει» μπροστά από την τεχνολογία, αλλά να τοποθετηθεί έγκαιρα: να οικοδομήσει σχέσεις με ώριμες πυρηνικές χώρες, να εξετάσει εφαρμογές που ταιριάζουν στη γεωγραφία και στη δομή της οικονομίας της όπως data centers, αφαλάτωση ή πλωτές λύσεις και να διαμορφώσει από νωρίς το θεσμικό και κοινωνικό υπόβαθρο. Μόνο έτσι μπορεί να μετατρέψει μια αναδυόμενη, ακόμη αβέβαιη αγορά σε στρατηγική επιλογή, όταν και εφόσον οι SMRs περάσουν από το στάδιο της υπόσχεσης στο στάδιο της υλοποίησης.

Σε αυτή τη φάση, η Ελλάδα δεν αποτελεί ακόμη πλήρες μέλος της «Πυρηνικής Συμμαχίας», αλλά συμμετέχει στις εργασίες της με καθεστώς παρατηρητή, ένα στάδιο που επιτρέπει πολιτική παρουσία, πρόσβαση στις συζητήσεις και στα τεχνικά έγγραφα, χωρίς ανάληψη δεσμεύσεων. Πρόκειται για ένα ενδιάμεσο αλλά ουσιαστικό βήμα, το οποίο επιτρέπει στην Ελλάδα να χαρτογραφήσει τις πολιτικές, τεχνολογικές και χρηματοδοτικές παραμέτρους της ευρωπαϊκής πυρηνικής στρατηγικής, πριν αποφασίσει αν και πότε θα προχωρήσει σε πλήρη ένταξη στη Nuclear Alliance.

ΗΠΑ και Κίνα στο προσκήνιο

Στο φόντο της ευρωπαϊκής ανασύνταξης, η σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα φωτίζει με σαφήνεια τα όρια αλλά και τα ελλείμματα του ευρωπαϊκού μοντέλου. Στις ΗΠΑ, η πυρηνική πολιτική υποστηρίζεται από ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο μέσω της Nuclear Regulatory Commission και από ισχυρά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως τα φορολογικά κίνητρα και οι εγγυήσεις του Inflation Reduction Act, που επιτρέπουν την απορρόφηση του ρίσκου των πρώτων έργων – ακόμη κι όταν αυτά αποτυγχάνουν, όπως συνέβη με το πρόγραμμα NuScale.

Η Κίνα, από την άλλη, ακολουθεί μια εντελώς διαφορετική διαδρομή: κρατικός έλεγχος της εφοδιαστικής αλυσίδας, τυποποιημένοι σχεδιασμοί μεγάλων αντιδραστήρων και ικανότητα υλοποίησης έργων εντός αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων και χαμηλότερου κόστους, κάτι που η Ευρώπη δεν έχει καταφέρει την τελευταία δεκαετία. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ευρωπαϊκή πρόκληση δεν είναι να «αντιγράψει» κανένα από τα δύο μοντέλα, αλλά να αποκαταστήσει τη δυνατότητα υλοποίησης πυρηνικών έργων με προβλέψιμο κόστος, θεσμική συνοχή και διατηρήσιμη βιομηχανική βάση, σε ένα πλαίσιο αυστηρής ρύθμισης και κοινωνικής λογοδοσίας.

Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, είναι ο χρόνος. Η ευρωπαϊκή πυρηνική συζήτηση εισέρχεται σε φάση αποφάσεων μέσα στην επόμενη πενταετία, καθώς συμπίπτουν η ανάγκη αντικατάστασης παλαιών μονάδων, η πίεση για σταθερό φορτίο βάσης και η δοκιμασία της ενεργειακής ασφάλειας. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι το παράθυρο προετοιμασίας είναι συγκεκριμένο και όχι απεριόριστο. Όχι για να αποφασίσει σήμερα αν θα αποκτήσει πυρηνική ισχύ, αλλά για να κρίνει αν θα είναι παρούσα στο ευρωπαϊκό τραπέζι όταν οι επιλογές πάψουν να είναι θεωρητικές και μετατραπούν σε δεσμευτικές πολιτικές και επενδυτικές αποφάσεις.

Διαβάστε ακόμη