Σε φάση αξιολόγησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή βρίσκονται τα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών της Ελλάδας, ένα θεσμικό εργαλείο-κλειδί για την προστασία και τη βιώσιμη χρήση των υδατικών πόρων, το οποίο όμως συνοδεύεται από ένα βαρύ ιστορικό καθυστερήσεων, διοικητικών αδυναμιών και νομικών εμπλοκών. Σύμφωνα με πηγές της Κομισιόν, η αξιολόγηση των τρίτων Σχεδίων Διαχείρισης βρίσκεται αυτή την περίοδο στο τελικό της στάδιο, με τα πορίσματα και τις συστάσεις να αναμένονται το επόμενο διάστημα. Η χρονική αυτή μετάθεση δεν είναι τυχαία.
Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, η αξιολόγηση των ελληνικών Σχεδίων Διαχείρισης βρίσκεται πλέον στο τελικό στάδιο, καθώς η Επιτροπή ολοκληρώνει τον τεχνικό έλεγχο της συμμόρφωσης με τους στόχους της Οδηγίας και τη συνοχή των Προγραμμάτων Μέτρων. Μετά τη δημοσιοποίηση των πορισμάτων, αναμένεται να ξεκινήσει δομημένος διάλογος μεταξύ Κομισιόν και ελληνικής κυβέρνησης, στον οποίο θα αποτυπωθούν τα κενά εφαρμογής, οι αποκλίσεις από τα ευρωπαϊκά πρότυπα και το χρονοδιάγραμμα διορθωτικών παρεμβάσεων.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια συγκυρία όπου το νερό μετατρέπεται σταδιακά σε έναν από τους πιο κρίσιμους στρατηγικούς πόρους της Ευρώπης. Η κλιματική κρίση, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, τα ακραία πλημμυρικά φαινόμενα και η αυξανόμενη πίεση από τη γεωργία, τη βιομηχανία και τις πόλεις έχουν αναβαθμίσει τη διαχείριση των υδάτων σε κορυφαία πολιτική προτεραιότητα. Σημειώνεται πως σύμφωνα με πληροφορίες του energygame.gr, μόλις χθες πραγματοποιήθηκε μία ακόμη σύσκεψη στο ΥΠΕΝ με επίκεντρο τη λειψυδρία. Πηγές με γνώση του θέματος επισημαίνουν πως «οι βροχές και τα χιόνια δεν πρέπει να μας εφησυχάζουν. Είναι μία διαρκής μάχη και οι αριθμοί δείχνουν την αλήθεια»
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΥΔΑΠ, το συνολικό απόθεμα στους τέσσερις βασικούς ταμιευτήρες της Αττικής υποχώρησε μέσα σε έναν χρόνο από τα 653,8 εκατ. κυβικά μέτρα στις 19 Ιανουαρίου 2025 στα 480,9 εκατ. κυβικά μέτρα στις 19 Ιανουαρίου 2026, καταγράφοντας απώλεια περίπου 173 εκατ. κυβικών μέτρων ή μείωση της τάξης του 26%–27%. Η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη: ο Εύηνος εμφανίζει ενίσχυση χάρη σε καλύτερες εισροές, λειτουργώντας προσωρινά ως «μαξιλάρι», ενώ ο Μόρνος, ο βασικός πυλώνας υδροδότησης της πρωτεύουσας, συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη πίεση, με απώλειες άνω των 90 εκατ. κυβικών μέτρων σε έναν χρόνο. Η Υλίκη και ο Μαραθώνας κινούνται επίσης πτωτικά, χωρίς ουσιαστική δυναμική αναπλήρωσης για την εποχή. Το αποτέλεσμα είναι ότι το σύστημα εισέρχεται στο 2026 με αισθητά χαμηλότερες εφεδρείες σε σχέση με πέρυσι, διατηρώντας μεν επάρκεια για τη βραχυπρόθεσμη κάλυψη των αναγκών, αλλά με σαφώς περιορισμένα περιθώρια ασφάλειας ενόψει της άνοιξης και κυρίως του καλοκαιριού, εάν οι εισροές δεν ενισχυθούν τους επόμενους μήνες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον φαίνεται πως το νερό και η σωστή διαχείριση υδάτων βρίσκεται πολύ υψηλά στον κυβερνητικό σχεδιασμό. Τα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών, ο βασικός πυλώνας της Οδηγίας Πλαίσιο για τα Ύδατα, η οποία άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιλαμβάνεται και οργανώνει την προστασία του νερού.
Η φιλοσοφία της Οδηγίας ήταν εξαρχής φιλόδοξη. Αντί της αποσπασματικής διαχείρισης κατά διοικητικές περιφέρειες, εισήγαγε τη διαχείριση σε επίπεδο υδρολογικής λεκάνης, αναγνωρίζοντας ότι τα ποτάμια, οι λίμνες και οι υπόγειοι υδροφορείς δεν υπακούν σε σύνορα. Κάθε κράτος-μέλος υποχρεώθηκε να χαρτογραφήσει τις πιέσεις που δέχεται κάθε υδατικό σύστημα, να θέσει σαφείς περιβαλλοντικούς στόχους και να υιοθετήσει δεσμευτικά Προγράμματα Μέτρων με τελικό ορίζοντα την επίτευξη «καλής οικολογικής και χημικής κατάστασης» έως το 2027. Τα Σχέδια Διαχείρισης δεν είναι απλές τεχνικές μελέτες. Αποτελούν τον χάρτη πάνω στον οποίο στηρίζονται οι πολιτικές ύδρευσης, άρδευσης, αντιπλημμυρικής προστασίας, τιμολόγησης και χρηματοδότησης μεγάλων έργων υποδομής. Τα Σχέδια Διαχείρισης αποτελούν το βασικό εργαλείο με το οποίο το κράτος αποκτά ολοκληρωμένη εικόνα για την ποσοτική και ποιοτική κατάσταση των υδάτων, εντοπίζει τις πιέσεις και τις πηγές ρύπανσης και χαράσσει δεσμευτικά μέτρα πρόληψης και αποκατάστασης.
Για την Ελλάδα, η διαδρομή εφαρμογής της ευρωπαϊκής υδατικής πολιτικής υπήρξε από την αρχή προβληματική. Η χώρα χωρίζεται σε 14 υδατικά διαμερίσματα, τα οποία αποτελούν τις βασικές μονάδες σχεδιασμού. Αν και το θεσμικό πλαίσιο έχει υιοθετηθεί εδώ και δύο δεκαετίες, οι επικαιροποιήσεις των Σχεδίων Διαχείρισης ακολούθησαν μια πορεία συνεχών καθυστερήσεων. Η πιο ηχηρή εξέλιξη ήταν η καταδίκη της Ελλάδας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Ιούνιο του 2025, για τη μη έγκαιρη αναθεώρηση και επικαιροποίηση των σχεδίων στο σύνολο των υδατικών διαμερισμάτων. Μια απόφαση που δεν είχε μόνο συμβολικό χαρακτήρα, αλλά άνοιξε τον δρόμο για την επιβολή προστίμων, εφόσον η χώρα δεν επιδείξει ουσιαστική συμμόρφωση.
Στο μεταξύ, τα τρίτα Σχέδια Διαχείρισης εγκρίθηκαν τυπικά το 2024 για τα περισσότερα διαμερίσματα, με ορισμένα –όπως της Θεσσαλίας, της Αττικής και της Ηπείρου– να τίθενται εκ νέου υπό επανεξέταση μετά την καταδικαστική απόφαση. Η περίπτωση της Θεσσαλίας αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των ορίων και των διλημμάτων της σύγχρονης υδατικής πολιτικής. Μετά τις καταστροφικές πλημμύρες Daniel, το υδατικό ισοζύγιο της περιοχής τέθηκε στο επίκεντρο ενός διεθνούς ανασχεδιασμού, με προτάσεις για νέα φράγματα, αλλαγές στις καλλιέργειες και αναδιάρθρωση των υδροδοτικών υποδομών. Οι αντιδράσεις υπήρξαν έντονες, αναδεικνύοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στο παραδοσιακό αναπτυξιακό μοντέλο και στη νέα λογική της κλιματικής ανθεκτικότητας.
Την ίδια στιγμή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η πολιτική για τα ύδατα εισέρχεται σε μια νέα φάση. Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Ανθεκτικότητα των Υδάτων, που παρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 2025, αναγνωρίζει ότι σχεδόν το ένα τρίτο της ευρωπαϊκής επικράτειας αντιμετωπίζει ετησίως προβλήματα λειψυδρίας, ενώ οι πλημμύρες τείνουν να γίνουν η «νέα κανονικότητα». Η Επιτροπή θέτει ως στόχο τη βελτίωση της αποδοτικότητας του νερού κατά τουλάχιστον 10% έως το 2030 και δρομολογεί χρηματοδοτήσεις άνω των 15 δισ. ευρώ για έργα υδατικής ανθεκτικότητας την περίοδο 2025–2027. Παράλληλα, ανοίγει μια δύσκολη συζήτηση για πιθανή αναθεώρηση της Οδηγίας Πλαίσιο, υπό την πίεση βιομηχανικών κύκλων, με τις περιβαλλοντικές οργανώσεις να προειδοποιούν για τον κίνδυνο αποδυνάμωσης των προτύπων προστασίας.
Η αξιολόγηση των ελληνικών Σχεδίων Διαχείρισης από την Κομισιόν αποκτά έτσι διπλή σημασία. «Δεν αφορά μόνο τη συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, αλλά λειτουργεί και ως τεστ αξιοπιστίας για το κατά πόσο η χώρα είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τη νέα εποχή υδατικών κινδύνων», σημειώνουν κύκλοι της Κομισιόν. Τα στοιχεία δείχνουν μια εικόνα δύο ταχυτήτων. Στα ύδατα κολύμβησης, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις καλύτερες επιδόσεις της Ευρώπης, με το 97% των παράκτιων υδάτων να χαρακτηρίζεται «εξαιρετικής ποιότητας». Στα εσωτερικά ύδατα, όμως, μόνο περίπου τα δύο τρίτα των ποταμών και λιμνών βρίσκονται σε καλή οικολογική κατάσταση, ενώ η υπεράντληση υπόγειων υδροφορέων παραμένει σοβαρό πρόβλημα σε περιοχές όπως η Θεσσαλία και η Αργολίδα.
Οι επιπτώσεις των Σχεδίων Διαχείρισης δεν περιορίζονται στο περιβάλλον. Διαπερνούν πλέον άμεσα την οικονομία και την κοινωνία. Η νέα τιμολογιακή πολιτική για το νερό, που τίθεται σε εφαρμογή από το 2026, συνδέεται ευθέως με τις απαιτήσεις της Οδηγίας για ανάκτηση του κόστους και επιβολή περιβαλλοντικών τελών. Οι αυξήσεις στα πάγια ύδρευσης, η υδρομέτρηση στην αγροτική παραγωγή και η σύνδεση των επιδοτήσεων της ΚΑΠ με τη συμμόρφωση στους κανόνες διαχείρισης διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο, όπου το νερό παύει να θεωρείται αυτονόητα φθηνός πόρος.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φάση αξιολόγησης στην οποία βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα δεν είναι μια τυπική γραφειοκρατική διαδικασία. Είναι ένας κρίσιμος σταθμός που θα καθορίσει αν η χώρα θα περάσει από τη διαχείριση της κρίσης στη στρατηγική πρόληψης. Οι συστάσεις της Κομισιόν αναμένεται να ανοίξουν έναν δομημένο διάλογο με την ελληνική κυβέρνηση για τα βαθύτερα αίτια των καθυστερήσεων, τα θεσμικά κενά και τις επενδυτικές ανάγκες της επόμενης δεκαετίας. Το διακύβευμα δεν είναι απλώς η αποφυγή προστίμων, αλλά η ικανότητα της χώρας να διασφαλίσει την επάρκεια και την ποιότητα του πιο πολύτιμου φυσικού της κεφαλαίου σε μια εποχή που το νερό μετατρέπεται αθόρυβα σε ζήτημα εθνικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Διαβάστε ακόμη
