Πόσο θα κοστίσει η πλήρης απεξάρτηση της Ευρώπης από το φυσικό αέριο της Ρωσίας; Πρόκειται για ένα ερώτημα που τίθεται με ένταση στον δημόσιο διάλογο, ιδίως σε συνέχεια της ιστορικής πολιτικής συμφωνίας του Δεκεμβρίου (μεταξύ των κυβερνήσεων των «27» και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) για τον οδικό χάρτη της εξάλειψης του ρωσικού αερίου από το ενεργειακό μείγμα της ΕΕ έως το τέλος του 2027, με πρώτο βασικό ορόσημο την απαγόρευση των νέων και των βραχυπρόθεσμων συμβολαίων την προσεχή άνοιξη.

Τους προηγούμενους μήνες υπήρχαν εκτιμήσεις για σημαντικές παρενέργειες στις τελικές τιμές της ενέργειας, ιδίως στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης που εμφανίζει ακόμα σημαντική εξάρτηση από το ρωσικό αέριο. Είναι ενδεικτικό ότι στη βάση της υπόθεσης ότι το ρωσικό αέριο αγωγών θα υποκατασταθεί από ακριβότερα φορτία LNG, αμερικανικής κυρίως προέλευσης -με τη διαφορά να εκτιμάται από ορισμένους αναλυτές στα 10 ευρώ/MWh προέκυπτε ένα πρόσθετο κόστος της τάξης των 10-12 δισ. ευρώ μόνο από αυτή την παράμετρο, χωρίς να ληφθεί υπόψη το κόστος των πρόσθετων επενδύσεων σε υποδομές (αγωγοί, τερματικά LNG, υποδομές αποθήκευσης) που να καθιστούν εφικτό αυτό τον μακροπρόθεσμο μετασχηματισμό. Όπως όμως έχει υποστηρίξει η Διεθνής Οργάνωση Ενέργειας (ΙΕΑ), ένα σημαντικό μέρος του κόστους αυτού (πάνω από το 50%) μπορεί να αντισταθμιστεί μακροπρόθεσμα από την μείωση της ζήτησης για φυσικό αέριο ευρύτερα (υπόθεση εργασίας που πάντως αμφισβητείται ευρέως και όσον αφορά στην Ελλάδα οι προβλέψεις του ΔΕΣΦΑ κινούνται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση) και τη χαμηλότερη μεταβλητότητα των τιμών.  Σύμφωνα με αυτή τη «γραμμή σκέψης», η πλήρης απεξάρτηση της ΕΕ από το ρωσικό φυσικό αέριο έως το τέλος του 2027 θα κόστιζε περί τα 110–150 δισ. ευρώ σε ακαθάριστους όρους, αλλά λιγότερα από 60 δισ. ευρώ «καθαρά» ποσό συγκρίσιμο με το κόστος των εισαγωγών ορυκτών καυσίμων της ΕΕ για περίοδο δυο μηνών, προ της ενεργειακής κρίσης του 2022-2023.

REKK: 0,3 ευρώ/MWh το πρόσθετο κόστος στις τιμές φυσικού αερίου της ΕΕ λόγω Ρωσίας

Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον εμφανίζει πρόσφατη ανάλυση του Περιφερειακού Κέντρου Ερευνών Ενεργειακής Πολιτικής (REKK), σύμφωνα με την οποία η πλήρης κατάργηση του ρωσικού φυσικού αερίου από το ευρωπαϊκό ενεργειακό μείγμα έως το 2028 σύμφωνα με τον οδικό χάρτη που προωθούν οι Βρυξέλλες (και υπό την αίρεση της πιστής τήρησής του) θα έχει περιορισμένη επίπτωση στις τιμές του φυσικού αερίου. Πιο συγκεκριμένα, υπολογίζεται ότι η μέση αύξηση στην ΕΕ των 27 εκτιμάται σε περίπου 0,3 ευρώ/MWh και κατανέμεται σχεδόν ομοιόμορφα μεταξύ των κρατών-μελών. Πολύ διαφορετική θα ήταν η εικόνα σε περίπτωση «ξαφνικού θανάτου» του ρωσικού αερίου. Μια πρόωρη και αιφνίδια εφαρμογή της απαγόρευσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε έντονες περιφερειακές ανισορροπίες, πλήττοντας κυρίως την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, με την Ελλάδα να συμπεριλαμβάνεται δυνητικά μεταξύ των χωρών με τις μεγαλύτερες  παρενέργειες.

Όπως επισημαίνεται στη μελέτη του REKK, οι εισαγωγές ρωσικού φυσικό αέριο προς την ΕΕ των 27 ανήλθε σε 52 δισ. κυβικά μέτρα (bcm) το 2024, εκ των οποίων τα 32 δισ. bcm ήταν αέριο αγωγών και τα 20 δισ. bcm LNG. Σχεδόν τα δύο τρίτα των ρωσικών ποσοτήτων παραδόθηκαν στο πλαίσιο μακροχρόνιων συμβολαίων και το ένα τρίτο μέσω βραχυπρόθεσμων συναλλαγών. Εκτιμάται ότι το 2025 «έκλεισε» με εισαγωγές ρωσικού αερίου της τάξης των 33 bcm στην Ευρώπη. Στα τέλη του περασμένου έτους, εξάλλου, μακροχρόνια συμβόλαια ρωσικού αερίου εξακολουθούσαν να τροφοδοτούν την Ουγγαρία (4,5 δις. κυβικά μέτρα (bcm)/έτος) τη Σλοβακία (2 bcm/έτος) και την Ελλάδα (2 bcm/έτος), ενώ σημαντικές δεσμεύσεις ρωσικού LNG παρέμεναν ενεργές στα τέρμιναλ της Γαλλίας και της Ισπανίας.

Γιατί οι επιπτώσεις θα είναι περιορισμένες

Σύμφωνα με τη μοντελοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου, εάν εφαρμοστεί το χρονοδιάγραμμα που προβλέπει ο Κανονισμός της ΕΕ, οι επιπτώσεις στις τιμές χονδρικής θα είναι περιορισμένες, με μια μέση αύξηση τη της τάξης του 0,3 ευρώ/MWh, δηλαδή μόλις 1% στη βάση των τρεχουσών τιμών φυσικού αερίου στην Ευρώπη στον κόμβο TTF της Ολλανδίας.

Το αποτέλεσμα αυτό εξηγείται από μια σειρά παραγόντων: Την αναμενόμενη αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς LNG (που προδιαγράφει μείωση των τιμών του καυσίμου την επόμενη διετία),  την είσοδο νέων πηγών φυσικού αερίου στην Ευρώπη  –όπως το κοίτασμα Neptun Deep της Ρουμανίας– και τη συνολική υποχώρηση της ευρωπαϊκής ζήτησης φυσικού αερίου σε σχέση με τα επίπεδα του 2024.

Στην πράξη, η θετική επίδραση των συνθηκών της αγοράς υπερκαλύπτει το κόστος της απαγόρευσης. Έτσι, παρά την πλήρη κατάργηση του ρωσικού αερίου, ο συνολικός λογαριασμός φυσικού αερίου της ΕΕ το 2028 εκτιμάται ότι θα είναι περίπου 15% χαμηλότερος σε σχέση με το 2024.  Η ευνοϊκή μεταβολή στις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης έως το 2028 υπερκαλύπτει σε μεγάλο βαθμό τη αρνητική επίπτωση της απεξάρτησης από το ρωσικό αέριο. Εξετάζοντας δε τα αποτελέσματα της άσκησης σε επίπεδο χωρών, συμπεραίνεται ότι η επίπτωση της απαγόρευσης του ρωσικού αερίου προδιαγράφεται αμελητέα όχι μόνο στη Δυτική Ευρώπη, αλλά και στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια. Η μεταβολή των τιμών κυμαίνεται μεταξύ 0,1 και 0,6 ευρώ/MWh στα κράτη-μέλη της ΕΕ, με τη μεγαλύτερη δυνητική αύξηση, 0,6 ευρώ/MWh (+1,5%), να καταγράφεται στην Ουγγαρία.

Ο κίνδυνος της βίαιης μετάβασης (που αποσοβήθηκε)

Πολύ διαφορετική εικόνα θα πρόκυπτε ωστόσο, σε περίπτωση πρόωρης εφαρμογής της απαγόρευσης, χωρίς να έχουν προηγηθεί οι αναγκαίες επενδύσεις σε υποδομές και εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού.

Σε ένα σενάριο «εν μία νυκτί» διακοπής των ρωσικών ροών, οι τιμές στη Δυτική Ευρώπη θα αυξάνονταν περιορισμένα, καθώς χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία μπορούν σχετικά εύκολα να αντικαταστήσουν το ρωσικό LNG με φορτία από άλλες πηγές. Αντίθετα, στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια, οι αυξήσεις θα ήταν αισθητά υψηλότερες, φτάνοντας τα 3–5 ευρώ/MWh, λόγω περιορισμών στις υποδομές και της υψηλότερης εξάρτησης από το ρωσικό αέριο. Ιδιαίτερα εκτεθειμένες εμφανίζονται χώρες όπως η Ουγγαρία, η Σλοβακία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία και η Ελλάδα, οι οποίες σήμερα τροφοδοτούνται –άμεσα ή έμμεσα– μέσω της διαδρομής TurkStream.

LNG και ΗΠΑ στο προσκήνιο

Η ανάλυση δείχνει επίσης ότι, έως το 2028, ο βασικός «αντικαταστάτης» των ρωσικών ποσοτήτων θα είναι το αμερικανικό LNG. Η αυξημένη παρουσία του στις ευρωπαϊκές αγορές αναμένεται να εκτοπίσει όχι μόνο το ρωσικό αέριο, αλλά και φορτία LNG από άλλες χώρες, όπως η Νορβηγία και το Κατάρ.

Παράλληλα, οι επεκτάσεις τερματικών σταθμών LNG σε Ελλάδα, Πολωνία και Κροατία θεωρούνται κρίσιμες για την ομαλή τροφοδοσία της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, μειώνοντας τον κίνδυνο έντονων περιφερειακών αποκλίσεων στις τιμές.  Στο μοντέλο που «έτρεξε» το REKK έως το 2028 προβλέπεται η πρόσθεση στο ευρωπαϊκό δίκτυο επιπλέον δυναμικότητας LNG της τάξης των 60 δισ. bcm/έτος, ενώ έχει τεθεί σε παραγωγική λειτουργία και το κοίτασμα Neptun Deep της Ρουμανίας. Στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη προστέθηκε δυναμικότητας επαναεριοποίησης LNG της τάξης των 13 δισ. bcm/έτος σε Ελλάδα, Πολωνία και Κροατία.

Η Ελλάδα 

Για την Ελλάδα, η σταδιακή κατάργηση του ρωσικού φυσικού αερίου έχει ιδιαιτερότητες αλλά και συγκριτικά πλεονεκτήματα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μοντελοποίησης του REKK, σε ένα σενάριο αιφνίδιας απαγόρευσης του ρωσικού αερίου, η χώρα μας συγκαταλέγεται σε αυτές με σχετικά υψηλότερη αύξηση τιμών, της τάξης των 4–5 ευρώ/MWh, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της εξάρτησης από τις ροές μέσω Τουρκίας και Βαλκανίων. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταφερθεί και στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς το φυσικό αέριο παραμένει καύσιμο διαμόρφωσης τιμής στην ελληνική αγορά. Ωστόσο, στο βασικό σενάριο οι επιπτώσεις για την Ελλάδα εμφανίζονται περιορισμένες και διαχειρίσιμες. Η αναμενόμενη αύξηση της τιμής χονδρικής φυσικού αερίου δεν υπερβαίνει το 0,5 ευρώ/MWh, επίπεδο που θεωρείται οριακό σε σχέση με τις συνολικές διακυμάνσεις της αγοράς.

Καθοριστικό ρόλο παίζει η ενισχυμένη θέση της χώρας ως κόμβου LNG στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Τα τερματικά της Ρεβυθούσας και της Αλεξανδρούπολης επιτρέπουν στη χώρα μας όχι μόνο να καλύπτει τις εγχώριες ανάγκες, αλλά και να λειτουργεί ως πύλη τροφοδοσίας για τις αγορές των Βαλκανίων. Η επέκταση της δυναμικότητας LNG στην Ελλάδα περιλαμβάνεται ρητά στους παράγοντες που μειώνουν τις περιφερειακές πιέσεις στις τιμές. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα εμφανίζεται να μεταβαίνει από χώρα τελικού καταναλωτή ρωσικού αερίου σε κρίσιμο κρίκο ενεργειακής ασφάλειας για την ευρύτερη περιοχή. Η επιτυχία, ωστόσο, της μετάβασης εξαρτάται από τη διατήρηση επαρκούς πρόσβασης σε LNG σε ανταγωνιστικές τιμές και από τη συνέχιση των επενδύσεων σε διασυνδέσεις και αποθήκευση.

Οι όροι για βιώσιμη ενεργειακή απεξάρτηση της ΕΕ από τη Ρωσία

Το βασικό μήνυμα της ανάλυσης είναι σαφές: η απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο μπορεί να επιτευχθεί χωρίς σοβαρή οικονομική επιβάρυνση για τους Ευρωπαίους καταναλωτές, υπό την προϋπόθεση ότι θα γίνει σταδιακά και συντονισμένα. Με αυτόν τον τρόπο η ΕΕ θα κερδίσει όχι μόνο το γεωπολιτικό, αλλά και το οικονομικό στοίχημα, να αποδείξει δηλαδή ότι η ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία μπορεί να συνδυαστεί με σταθερές τιμές και ενεργειακή ασφάλεια σε ολόκληρο το μπλοκ.

Στον αντίποδα, μια βεβιασμένη εφαρμογή (η οποία πάντως δεν προκρίθηκε ως επιλογή…) εγκυμονούσε τον κίνδυνο αναταράξεων στις αγορές, με άνισες επιπτώσεις μεταξύ χωρών και περιφερειών. Γι΄ αυτό η ενεργοποίηση νέων εναλλακτικών πηγών και οδεύσεων εφοδιασμού -όπως ο Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου- είναι απολύτως αναγκαίες, ιδίως στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια. Τα νέα κοιτάσματα φυσικού αερίου της Ρουμανίας και η πρόσθετη προσφορά από νέες μονάδες παραγωγής LNG είναι καθοριστικής σημασίας για την αντιστάθμιση των χαμένων ρωσικών ποσοτήτων. Χωρίς τους πόρους αυτούς,  η επίπτωση στις τιμές θα ήταν πολύ μεγαλύτερη και, κυρίως, θα εμφανιζόταν διεύρυνση των διαφορών στις τιμές φυσικού αερίου από χώρα σε χώρα, η οποία αναπόφευκτα θα μεταφερόταν και στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς οι μονάδες φυσικού αερίου είναι συνήθως οι μονάδες διαμόρφωσης της τιμής.

Διαβάστε ακόμη