Η Ρωσία ξεκίνησε τις εμπορικές εξαγωγές πετρελαίου από το Vostok Oil της Rosneft, τη γιγαντιαία ανάπτυξη στην Αρκτική, στην οποία ποντάρει η Μόσχα για την αύξηση της παραγωγής αργού, έπειτα από πολυετείς καθυστερήσεις και κυρώσεις, συμφωνα με δημοσίευμα του Reuters. Η εκκίνηση του έργου έρχεται καθώς η Ρωσία αναζητά νέες πηγές ανάπτυξης, μετά την έκρηξη του αμερικανικού σχιστολιθικού πετρελαίου που κατέστησε τις ΗΠΑ τον μεγαλύτερο παραγωγό παγκοσμίως.
Η κρατικά ελεγχόμενη Rosneft ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο τη φόρτωση αργού σε ειδικά δεξαμενόπλοια κλάσης πάγου στον νεότευκτο τερματικό σταθμό Μπούχτα Σέβερ στη χερσόνησο Ταϊμίρ. Το έργο έχει σχεδιαστεί για να παράγει έως και 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 2% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.
Προς το παρόν, οι εξαγωγές υπολείπονται αυτών των φιλοδοξιών. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για μέσο όρο 150.000 βαρελιών ημερησίως φέτος, προερχόμενα κυρίως από τα ώριμα κοιτάσματα του Βανκόρ. Καθώς προχωρά η ανάπτυξη νέων κοιτασμάτων, με αιχμή το Παγιάχα, η Rosneft σχεδιάζει να αυξήσει τις εξαγωγές στα 600.000 βαρέλια ημερησίως έως το δεύτερο εξάμηνο του 2027, φτάνοντας το 1 εκατομμύριο βαρέλια έως το 2030.
Τον Σεπτέμβριο, η εταιρεία φόρτωσε περίπου 250.000 μετρικούς τόνους αργού από το Μπούχτα Σέβερ σε τρία δεξαμενόπλοια: το Panamax «Valentin Pikul» και το Aframax «Akademik Gubkin», που μετέφεραν πετρέλαιο στο Μουρμάνσκ για μεταφόρτωση από πλοίο σε πλοίο (STS), καθώς και το Aframax «Vladimir Monomakh», που κατευθύνθηκε στην Ασία μέσω της Βόρειας Θαλάσσιας Οδού. Ένα τέταρτο δεξαμενόπλοιο αναμένει φόρτωση, ενώ οι αρχικοί αγοραστές του μη κατονομαζόμενου μείγματος παραμένουν άγνωστοι.
Η έναρξη συμπίπτει με μια απαιτητική συγκυρία για τη ρωσική βιομηχανία, καθώς οι ΗΠΑ εδραιώνουν τη θέση τους. Σύμφωνα με την αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας (EIA), η παραγωγή πετρελαίου και συμπυκνωμάτων της Ρωσίας διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στα 9,9 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2025, έναντι σχεδόν 13,6 εκατ. βαρελιών των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το Vostok Oil αποτελεί το κύριο όχημα της Ρωσίας για τη μακροπρόθεσμη αύξηση της παραγωγής. Καλύπτει 13 κοιτάσματα με εκτιμώμενα 50 δισεκατομμύρια βαρέλια αργού χαμηλού θείου και συνδέεται με το Μπούχτα Σέβερ μέσω ενός αποκλειστικού αγωγού 790 χιλιομέτρων και ενός σχεδιαζόμενου κόμβου αποθήκευσης 100 δεξαμενών.
Οι δυτικές κυρώσεις μετά το 2022 προκάλεσαν την αποχώρηση διεθνών επενδυτών, όπως οι Trafigura και Vitol, αναγκάζοντας τη Rosneft να στηριχθεί αποκλειστικά σε εγχώρια χρηματοδότηση και πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων. Παρά τις καθυστερήσεις, το έργο παραμένει στρατηγικά κρίσιμο: πέραν της αξιοποίησης των τεράστιων αρκτικών αποθεμάτων, ο σταθμός Μπούχτα Σέβερ παρέχει μια ασφαλή διέξοδο εξαγωγών, απολύτως προστατευμένη από τις επιθέσεις με drones που πλήττουν τις ρωσικές υποδομές στη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
Διαβάστε ακόμη
